Η κυρία Ελένη ήταν 88 ετών και καλά στην υγεία της. Είχε χάσει δύο συζύγους, τα αδέλφια της, τους περισσότερους φίλους της και τον μοναδικό της γιο.

«Δεν μου έχει απομείνει καμία ουσιαστική σχέση, αγαπητή μου», μου είπε. «Όλοι έχουν πεθάνει. Και ξέρεις κάτι; Έτσι όπως έχει καταντήσει η ζωή, θέλω κι εγώ να φύγω από αυτόν τον κόσμο». Σκύβοντας λίγο πιο κοντά, σαν να μου έλεγε ένα μυστικό, συνέχισε:

Πιστεύω πως στην πραγματικότητα είμαι δυνατή. Είμαι δυνατή γιατί μπορώ να παραδεχτώ στον εαυτό μου και σε σένα ότι δεν μου έχει μείνει τίποτα εδώ. Είμαι περισσότερο από έτοιμη να φύγω όταν έρθει η ώρα μου. Στην πραγματικότητα, δεν μπορεί να έρθει αρκετά γρήγορα.

Έχω εργαστεί σε μια ΑΜΚΕ στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη που προσέφερε κατ’ οίκον υποστήριξη κυρίως σε ηλικιωμένους και σε ανθρώπους που αντιμετώπιζαν δυσκολίες στην μετακίνηση. Πολύ συχνά με εντυπωσίαζε η ειλικρίνεια με την οποία κάποιοι άνθρωποι αισθάνονταν ότι η ζωή τους έχει ολοκληρωθεί. Μου φαινόταν ότι κουράζονταν να παραμένουν ζωντανοί.

Μέσα από την εμπειρία μου αυτή συνάντησα αρκετούς ηλικιωμένους που ενώ δεν ήταν σοβαρά άρρωστοι, ένιωθαν την επιθυμία να θέσουν τέλος στη ζωή τους. Τα βασικά ζητήματα που εντόπισα σε αυτούς τους ανθρώπους ήταν: ο πόνος της μοναξιάς, η απογοήτευση που συνδέεται με το γεγονός ότι ένιωθαν ασήμαντοι, η δυσκολία έκφρασης, η υπαρξιακή κούραση και ο φόβος ότι θα οδηγηθούν σε μια κατάσταση πλήρους εξάρτησης.

Αυτό δεν είναι απαραίτητο να είναι η συνέπεια μιας ζωής γεμάτης βάσανα ή μια απάντηση σε αφόρητο σωματικό πόνο. Η κόπωση της ζωής φαίνεται να εμφανίζεται και σε ανθρώπους έχουν ζήσει μια καλή ζωή. Μια φορά ο κύριος Τάκης, 92 ετών μου είχε πει:

«Σε αυτή την ηλικία ο λόγος σου δεν έχει καμία απολύτως σημασία. Είναι σα να είσαι επιβάτης σε ένα πλοίο που σαλπάρει και όλοι έχουν μια δουλειά, αλλά εσύ απλά ταξιδεύεις. Εγώ είμαι φορτίο για αυτούς, ένα άχρηστο βάρος. Αυτό δεν είναι εύκολο. Δεν είμαι εγώ αυτός. Η ταπείνωση είναι πολύ δυνατή λέξη, αλλά αναγκάζεσαι να ζεις με αυτήν. Απλώς νιώθω αγνοημένος κι εντελώς περιθωριοποιημένος».

Η κυρία Μάγδα δείχνοντάς μου προς τα παράθυρα του γηροκομείου που βρισκόταν απέναντι από το σπίτι της μου είπε:

Κοιτάξτε την κατάσταση αυτών των ηλικιωμένων κυριών στο απέναντι κτίριο – αδύναμοί και μισοπεθαμένοι, μετακινούνται άσκοπα πάνω κάτω στο αναπηρικό τους καροτσάκι… Δεν έχει καμία σχέση με το να είσαι άνθρωπος πια. Είναι ένα στάδιο της ζωής που απλά δεν θέλω να περάσω.

Τα γηρατειά είναι σφαγή

Ο Αμερικανός μυθιστοριογράφος Φίλιπ Ροθ έγραψε ότι «Τα γηρατειά δεν είναι μάχη, τα γηρατειά είναι σφαγή!». Αν ζήσουμε αρκετά, μπορούμε να χάσουμε την ταυτότητά μας, τις σωματικές μας ικανότητες, τον σύντροφο, τους φίλους και την καριέρα μας.

Για ορισμένους ανθρώπους, αυτό προκαλεί μια βαθιά ριζωμένη αίσθηση ότι η ζωή έχει απογυμνωθεί από το νόημά της – και ότι τα εργαλεία που χρειαζόμαστε για να ξαναχτίσουμε την αίσθηση του νοήματος  είναι ανεπιστρεπτί.

Μια ημέρα όταν βρισκόμουν στο χωριό μου, μια γειτόνισσα μας, η Βιργινία μας είχε επισκεφθεί για καφέ και καθώς παίζαν τα σκυλιά μας στην αυλή, έκανε μια παύση, αναστέναξε και μου είπε:

– Δεν πρέπει να πεθαίνουν τα πλάσματα.
– Ε, και τί; Να ζουν για πάντα;
– Ε ναι. Ζουν μαζί έτσι υπεροχα, πως γίντεται στο τέλος να πεθαίνει ο ένας από τους δύο;

Κι απομείναμε να παρακολουθούμε την Κλαρίς και τον Μπλάκι να παίζουν.

Η Βιργινία είχε χάσει πρόσφατα τον σύζυγό της και τα παιδιά της ζούσαν κι εργάζονταν σε μεγαλύτερες πόλεις.

Το 1946 ο Σάμουελ Μπέκετ έγραψε Το Τέλος στο οποίο εξιστορεί τις τελευταίες ημέρες ενός ηλικιωμένου, που αγωνίζεται να επιβιώσει, ωστόσο είναι πρόθυμος και να πεθάνει.

Η καθηγήτρια περίθαλψης Helena Larsson και οι συνάδελφοί της στη Σουηδία έγραψαν για το σταδιακό «σβήσιμο των φώτων» στην τρίτη ηλικία. Υποστηρίζουν ότι οι άνθρωποι σταδιακά εγκαταλείπουν τη ζωή, μέχρι να φτάσουν σε ένα σημείο όπου είναι έτοιμοι να «σβήσουν» τον εξωτερικό κόσμο, θέτοντας το ερώτημα αν αυτό μπορεί να είναι αναπόφευκτο για όλους μας.

Φυσικά, αυτού του είδους η ταλαιπωρία μοιράζεται χαρακτηριστικά (είναι καταθλιπτική και επώδυνη) με την οδύνη που συναντάμε σε άλλες φάσεις της ζωής μας, όπως ένας χωρισμός, προβλήματα ψυχικής υγείας, οικονομική ανασφάλεια κτλ. Αλλά δεν είναι το ίδιο. Σκεφτείτε τον υπαρξιακό πόνο που μπορεί να προκύψει από μια ανίατη ασθένεια ή ένα πρόσφατο διαζύγιο. Σε αυτά τα παραδείγματα, ένα μέρος του πόνου συνδέεται με το γεγονός το ταξίδι της ζωής συνεχίζεται – αλλά ότι το υπόλοιπο του ταξιδιού μοιάζει αβέβαιο και όχι πλέον όπως το φανταζόμασταν.

Αυτού του είδους ο πόνος συνδέεται συχνά με το πένθος για ένα μέλλον που νιώθουμε ότι θα έπρεπε να είχαμε, ή με το φόβο για ένα μέλλον για το οποίο είμαστε αβέβαιοι. Η ειδοποιός διαφορά με την κούραση της ζωής είναι ότι δεν υπάρχει επιθυμία για ένα μέλλον, αλλά ούτε πένθος γι’ αυτό- μόνο μια βαθιά αίσθηση ότι το ταξίδι έχει τελειώσει, αλλά συνεχίζεται επώδυνα και επ’ αόριστον.

Συνοψίζοντας

Στις χώρες όπου η ευθανασία και η υποβοηθούμενη αυτοκτονία είναι νόμιμες, οι γιατροί και οι ερευνητές συζητούν κατά πόσον η κόπωση της ζωής πληροί το κριτήριο ενός ακατάπαυστου συναισθηματικού πόνου που παρέχει στους ανθρώπους το δικαίωμα στην ευθανασία.

Το γεγονός ότι το πρόβλημα αυτό είναι αρκετά κοινό ώστε οι ερευνητές να το συζητούν μπορεί να υποδηλώνει ότι η σύγχρονη ζωή έχει αποκλείσει τους ηλικιωμένους από τη δυτική κοινωνία. Ίσως πλέον η σοφία και η εμπειρία των ηλικιωμένων να μην αποτελεί πλέον αντικείμενο σεβασμού. Αλλά αυτό δεν είναι νομοτελειακό. Στην Ιαπωνία, η ηλικία θεωρείται ως άνοιξη ή αναγέννηση μετά από μια πολυάσχολη περίοδο εργασίας και ανατροφής παιδιών. Μια μελέτη διαπίστωσε ότι οι ηλικιωμένοι ενήλικες στην Ιαπωνία εμφάνισαν υψηλότερες βαθμολογίες στην προσωπική ανάπτυξη σε σύγκριση με τους ενήλικες μέσης ηλικίας, ενώ στις ΗΠΑ διαπιστώθηκε το αντίθετο ηλικιακό πρότυπο.

Συμπερασματικά θεωρώ ότι στις δυτικές κοινωνίες, η ιατρική έχει δημιουργήσει τις ιδανικές συνθήκες για να μετατραπεί η γήρανση σε ένα «μακρύ, αργό ξεθώριασμα». Πιστεύω ότι το ζήτημα της ποιότητας της ζωής παραβλέπεται, καθώς διοχετεύουμε τους πόρους μας στη βιολογική επιβίωση. Αυτό είναι πρωτοφανές στην ιστορία, κι η κόπωση της ζωής μπορεί να είναι απόδειξη του κόστους αυτού.

*Ορισμένα από τα ονόματα που χρησιμοποιήθηκαν στο κείμενο δεν είναι πραγματικα, για σκοπούς προστασίας προσωπικών δεδομένων.

Η αλυσίδα της σημερινής κοινωνίας αποτελείται από σπασμένους κρίκους, γενιές αποξενωμένες, εγωπάθεια και ατομικισμό. Χρειάζεται να δώσουμε χώρο στις ευπαθείς ομάδες, να τους δώσουμε δύναμη έτσι ώστε να μπορέσουν κι εκείνες να υποστηρίζουν την κοινωνία όπως και για όσο μπορούν. Ο άνθρωπος της νέας εποχής έχει πληροφορίες και επιστήμη μα χρειάζεται και ανθρωπισμό και λογικό νου. Χρειάζεται να φέρεται στους άλλους με τον τρόπο που θέλει να του φερθούν. Ας κοιτάξουμε λοιπόν το πρόσωπό μας στον καθρέφτη κι ας αναρωτηθούμε έστω και μια φορά. Εμείς δεν θα γεράσουμε άραγε;