Η Βάσια Χρονοπούλου αποφάσισε το 2015 μαζί με μία παρέα ταλαντούχων ανθρώπων από τον χώρο του θεάτρου και των εικαστικών τεχνών να ιδρύσουν τους Apparatus. Η συγκεκριμένη ομάδα προσπαθεί να βουτάει σε κάθε έργο και μέχρι στιγμής το έχει καταφέρει πολύ καλά. Φέτος, ανεβάζουν για δεύτερη χρονιά τις “Νύχτες”, βασισμένο στις “Λευκες Νύχτες” του Φ. Μ. Ντοστογιέφσκι, σε διασκευή και σκηνοθεσία της Βάσιας. Η ίδια ράβει και τα κοστούμια της παράστασης. Το “μικρόβιο” της ραπτικής μπήκε μέσα της από μικρή ηλικία. Ένα ύφασμα του 1€, ήταν η αφετηρία για να δημιουργήσει και μεταποιήσει αρκετά ρούχα, αν το έκανε με επιτυχία ή όχι μας το λέει η ίδια πιο κάτω.

Έχει δύο σκυλιά, πολλές ξαδέρφες, μα ακόμα περισσότερα όνειρα. Έχει την ανάγκη να μένει μόνη της, να κάνει ενδοσκόπηση φροντίζοντας τα φυτά της στην προσπάθειά της να μην αφήνει τον εαυτό της να παρασυρθεί από όσα έχουν συμβεί την υπόλοιπη ημέρα. Η πράξη της επιλογής, η αποξένωση που δημιουργεί η κοινωνία και η επιβίωση της αγάπης είναι μόνο μερικές από τις θεματικές που αναδεικνύουν οι Apparatus.

Στις “Νύχτες” οι ονειροφαντασίες κι αγωνίες του ήρωα ξεφεύγουν από τα δικά του πάθη και απλώνονται σε όλους τους θεατρικούς χαρακτήρες: στην Νάστενκα, στην τυφλή ξαδέρφη της και στον μυστηριώδη νοικάρη τους. Όσο, όμως, τα όνειρά τους παίρνουν μορφή, χάνεται κάθε αίσθηση της πραγματικής ζωής, ενώ ο χρόνος κυλά και τα νιάτα φεύγουν. Κι ενώ όλο αυτό μοιάζει με ένα αθώο και όμορφο παιχνίδι του ανθρώπινου μυαλού, ενέχει έναν σοβαρό κίνδυνο: ο άνθρωπος εγκλωβίζεται μέσα στο όνειρο, προσπερνάει την στιγμή που θα μπορούσε να του φέρει την πραγματική ευτυχία και πληρώνει το τίμημα της απόλυτης μοναξιάς. Οι “Νύχτες” παρουσιάζονται κάθε Δευτέρα και Τρίτη στο Studio Μαυρομιχάλη, ενώ στο τέλος μένει μετέωρη η ερώτηση: «Έζησες ή δεν έζησες;». Αυτό ρωτήσαμε και τη Βάσια μεταξύ άλλων που μπορείτε να διαβάσετε ευθύς αμέσως.

Βάσια Χρονοπούλου
Φωτ.: Γιάννης Παπαϊωάννου / Olafaq

– Είχες ανέκαθεν τις κεραίες σου στραμμένες προς το θέατρο; Πότε θυμάσαι τον εαυτό σου να στρέφεται προς αυτό;
Από μικρή μου άρεσε το θέατρο, από τις σχολικές παραστάσεις θυμάμαι τον εαυτό μου να στρέφεται προς αυτό. Μου άρεσαν πολύ το διάβασμα και οι ταινίες. Έπαιζα πιάνο από 6 χρονών… Οπότε με το πέρασμα των χρόνων άρχισε όλο αυτό να παίρνει σιγά σιγά μία κατεύθυνση.

– Σε ποια ηλικία αποφάσισες ότι θες να γίνεις ηθοποιός;
Ούτε που θυμάμαι! (γέλια!) Πρέπει να πήγαινα Νηπιαγωγείο προς Δημοτικό, όταν το είπα πρώτη φορά. Μετά άρχισα να μαθαίνω τι χρειάζεται για να το κάνω πράξη. Μέχρι τότε δεν ήξερα και πώς λειτουργεί το θέατρο. Ήξερα μόνο ότι υπάρχουν οι ηθοποιοί, τίποτα άλλο. Όταν μπήκα στη δραματική και είδα τη συνομιλία όλων των συντελεστών που πραγματοποιείται για το στήσιμο μιας παράστασης, μέσα από αυτό το σύνολο ανακάλυψα τη μαγεία του θεάτρου.

– Μετά, όμως, άφησες την υποκριτική και έβαλες σε πρώτο πλάνο τη σκηνοθεσία. Πώς προέκυψε αυτό;
Η σκηνοθεσία ήρθε κάποια στιγμή ως σκέψη κατά τη διάρκεια των σπουδών μου, όταν διάβασα τους “Αδελφούς Καραμαζόφ”. Το βιβλίο με είχε αφήσει έκπληκτη στο τέλος, επηρέασε κάτι μέσα μου βαθιά και σκέφτηκα ότι πρέπει να μάθουν κι άλλοι γι’ αυτό. Άρχισα να το δίνω ως δώρο σε φίλους και και τότε μου μπήκε στο μυαλό μου ιδέα ότι θα ήταν ωραίο αν γινόταν παράσταση. Στη σχολή, βοηθούσα τα υπόλοιπα παιδιά κατά τη διάρκεια των προβών, άρχισα να ράβω και να βλέπω όλα τα άλλα κομμάτια μαζί πως λειτουργούν, που συνέχιζα να το βλέπω και μετέπειτα, συμμετέχοντας ως ηθοποιός σε 2-3 παραγωγές, συνειδητοποίησα ότι με αφορά περισσότερο να χτίσω έναν κόσμο, παρά να είμαι εγώ με΄σα σε αυτόν.

– Ποιο είναι το περιεχόμενο που σε ενδιαφέρει να επικοινωνήσεις; Υπάρχει κάποια συγκεκριμένη θεματική;
Θα έλεγα ότι δεν υπάρχει κάποια συγκεκριμένη, αφού δεν διαλέγω μόνη μου τα έργα που θα ανεβάσουμε. Είμαστε μία ομάδα συντελεστών οι Apparatus και επιλέγουμε μαζί κάθε φορά. Αυτό βέβαια σημαίνει ότι μας αφορά όλους αυτό που θα κάνουμε. Μπορεί να συζητήσουμε 2-3 προτάσεις μέχρι να αρχίσουμε να απορρίπτουμε και να καταλήξουμε σε αυτή τη 1, που θα μας αφορά όλους. Αυτό που δεν είναι τόσο προσωπικό, είναι από μόνο του ωραίο, αφού αφορά ήδη έναν άλλον άνθρωπο. Με τον καιρό βέβαια βλέπω ότι υπάρχει κάτι κοινό σε όλα αυτά τα έργα που έχουμε κάνει μέχρι στιγμής. Όλα ως κοινό έχουν στο περιεχόμενό τους τις ανεκπλήρωτες επιθυμίες, την αποξένωση της κοινωνίας που αυτή φέρνει ως αποτέλεσμα τον πόνο του ανθρώπου και τη μοναξιά, αλλά και το πως μπορεί να επιβιώσει η αγάπη μέσα σε όλα αυτά.

Βάσια Χρονοπούλου
Φωτ.: Γιάννης Παπαϊωάννου / Olafaq

– Ποιος είναι ο “εξοπλισμός”, τα καλλιτεχνικά “όπλα” των Apparatus;
Νομίζω ότι είναι η συνεργασία και η συνομιλία πάνω στο περιεχόμενο για το πως αυτό θα παρουσιαστεί με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Αυτό σημαίνει ότι μπορεί να μην έχει απαραίτητα θεατρική μορφή, παρόλο που ιδέες που είχαμε για κάτι εικαστικό μέχρι στιγμής δεν έχουν υλοποιηθεί. Έχουμε συζητήσει για performance ή και για κάποια εγκατάσταση για κάποια έργα, τα οποία θα θέλαμε υλοποιηθούν στο μέλλον. Νομίζω ότι το σύμπαν που φτιάχνουμε είναι πάνω απ’ όλα. Είμαστε πιστοί πάνω σε αυτό. Ο σκηνογράφος, το ενδυματολόγος, ο εικονογράφος, όλοι αυτοί μαζί, προσπαθούμε να φτιάξουμε ένα σύμπαν και μέσα σε αυτό ο καθένας από τους ηθοποιούς θα δώσει τα στοιχεία του στον εκάστοτε ρόλο.

– Μου είπες πριν ότι στη Δραματική Σχολή έραβες κοστούμια, εκεί ξεκίνησες να ράβεις;
Από μικρή ξεκίνησα να ράβω, στη σχολή έραψα ολόκληρο κοστούμι. Ανέκαθεν μου άρεσαν τα ρούχα και η μόδα, όμως δεν είχα την οικονομική δυνατότητα να αγοράσω όλα αυτά που ήθελα. Ξεκίνησα να παίρνω παλιά ρούχα της μητέρας μου, της γιαγιάς μου -ακόμα και σήμερα φορά παλιά ρούχα της μητέρας μου και της γιαγιάς μου- και τα τροποποιούσα μόνη μου.

– Μόνη σου ξεκίνησες την ενασχόληση με τη ραπτική;
Ναι, τα τροποποιούσα στο χέρι στην αρχή. Πρέπει να πω ότι κατά την εφηβεία ήμουν πολύ επαναστάτρια στο σπίτι και δε δεχόμουν να μου δείξει η μητέρα μου, έφερνα αντίσταση. (γέλια!) Οπότε με τη ραπτομηχανή της έκανα τα πρώτα ρούχα, τα οποία έβγαιναν κακοραμμένα στην αρχή, όμως μετέπειτα στη σχολή που ήταν κάνουμε παρουσίαση τις “Δούλες”, αποφάσισα να φτιάξω εγώ τα ρούχα μας. Πήγα και πήρα ένα ύφασμα με 1 ευρώ και έφτιαξα τα ρούχα τα δικά μου και της άλλης κοπέλας που θα παίζαμε μαζί. Μετά από χρόνια όταν ανεβάσαμε τις “Δούλες” με τους “Apparatus”, ένιωσα συγκίνηση, ράβοντας ξανά αυτά τα ρούχα. Μάλιστα είχα διαλέξει και το ίδιο χρώμα.

– Ποιες είναι οι διαφοροποιήσεις των “Λευκών Νυχτών” του Ντοστογιέφσκι με τις “Νύχτες” της Βάσιας;
Στις “Λευκές Νύχτες” βλέπουμε τη φιγούρα του Ονειροπόλου που έχει χτίσει ο Ντοστογιέφσκι, είναι και από τα πρώτα του έργα σχετικά. Ο Ονειροπόλος είναι ένας άνθρωπος μόνος, χωρίς καμία γνωριμία που για να προστατευτεί από τη δύσκολη και αποξενωμένη καθημερινότητα, νιώθει ξένος ουσιαστικά μέσα σε αυτόν τον κόσμο, καταφεύγει στις ονειροπολήσεις, όχι όμως όπως εμείς μπορεί να τις κατανοούμε. Αναπτύσσεται μία σχέση εξάρτησης, χάνοντας κάθε επαφή με την πραγματικότητα. Πλέον ζει μόνο μέσα από αυτές σε σημείο όταν έχει οποιαδήποτε αληθινή επαφή μπορεί να έχει με κάποιον φίλο κι αυτή χάνεται από την αναστάτωση που του δημιουργείται επειδή υπάρχει κάτι αληθινό μπροστά του. Αυτός λοιπόν ο νέος, γιατί η νεότητα είναι ένα από τα κύρια θέματα που υπάρχουν στο έργο, συναντάει τυχαία μία κοπέλα, τη Νάστινκα και ανοίγουν και οι δύο τη ψυχή τους, εξιστορώντας τις ζωές τους, ενώ υπάρχει και μία μεγάλη αποκάλυψη. Δένονται αδερφικά, όμως ο Ονειροπόλος βρίσκει τον έρωτα στο πρόσωπο αυτής της κοπέλας. Αυτή εξιστορώντας τη μοναχική ζωή της, αν και είναι μόνο 17 χρονών, μας αναφέρει ότι η γιαγιά της την είχε δεμένη με μία παραμάνα για να μη μπορεί να φύγει ποτέ από δίπλα της. Αναφέρεται και στον νέο νοικάρη που έρχεται σπίτι τους και τον ερωτεύεται, αλλά λόγω του καταπιεστικού περιβάλλοντος, δυσκολεύεται η ζωή της. Εμείς μεταφέραμε το μεγαλύτερο μέρος αυτού του έργου του Ντοστογιέφσκι ατόφιο, δηλαδή σε ό,τι σχετίζεται με τη ψυχή, τον άνθρωπο, τα όνειρα, όμως θέλαμε να εστιάσουμε περισσότερο στην επιλογή. Ο Ονειροπόλος ήρωας -ναι μεν από φόβο- επιλέγει να ζήσει με αυτόν τον τρόπο. Δεν λέω ότι εύκολο να πάρεις τον άλλο δρόμο, αν δεν έρθει κάτι για να σε παρακινήσει, αλλά θέλουμε να δείξουμε ότι αν προσπαθούσαμε λίγο περισσότερο οι άνθρωποι, θα καταφέρναμε να αλλάξουμε κάτι στη ζωή μας, αρκεί να το θέλουμε. Είτε η επανάσταση στο σπίτι της μικρής, είτε ο Ονειροπόλος να τολμήσει ή να παρατήσει κάτι, για να ζήσει… Γιατί υπάρχει αυτό το ερώτημα: «έζησες ή δεν έζησες;». Η τυφλή Γιαγιά που υπάρχει στον Ντοστογιέφσκι, την κάναμε Ξαδέρφη, ουσιαστικά σα να είναι η μαύρη πλευρά της Νάστινκα. Αυτός είναι και ο λόγος που έχουμε κρατήσει το ίδιο όνομα, αλλά με άλλο υποκοριστικό, για να δείξουμε ότι δεν σχετίζεται με την ηλικία η καταπίεση, ο φόβος κι η παραίτηση… Παρόλο που η Γιαγιά ήταν τυφλή, μπορεί και ένας νεότερος άνθρωπος να παραιτηθεί ακόμη κι αν δεν έχει ένα τέτοιο πρόβλημα. Αυτή η παραίτηση μπορεί να έχει να κάνει με μία ρουτίνα ή ότι έχεις συμβιβαστεί με έναν συγκεκριμένο τρόπο ζωής, αυτό το λέγαμε για τις παλαιότερες γενιές, όμως το ζούμε κι εμείς οι ίδιοι σήμερα. Ακόμα υπάρχουν αυτά τα κατάλοιπα που αναγκάζουν πολλούς χωρίς να το θέλουν πραγματικά να κάνουν οικογένεια, να “φτιάξουν” ένα σπίτι και καταλήγουν να χάνουν τους στόχους τους, τη ζωή τους, εγκλωβισμένοι σε μία συνθήκη. Στον αντίποδα αυτού μπορεί να κυνηγάνε τόσο πολύ κάτι και να βάζουν σε δεύτερη μοίρα άλλα πράγματα, αυτή τη συνθήκη τη βάλαμε στο πρόσωπο του Νοικάρη, που φεύγει για να κυνηγήσει τα όνειρά του και βάζει σε δεύτερη μοίρα τον έρωτα. Μέσα σε αυτό το κυνήγι, χάνουμε τους ανθρώπους μας, χάνουμε τη πραγματική σχέση που έχουμε με αυτούς. Χάνουμε την αγάπη, τη φιλία, απομακρυνόμαστε και πλέον οι άνθρωποι δεν ξέρουν να μιλάνε, δεν μιλάνε εύκολα…

Βάσια Χρονοπούλου
Φωτ.: Γιάννης Παπαϊωάννου / Olafaq

– Εσύ νιώθεις βάζεις τον εαυτό σου σε δεύτερη μοίρα; Πιστεύεις ότι χάνεται κάπου;
Φυσικά! Υπάρχουν μέρες που φεύγω από το σπίτι στις 9 το πρωί και γυρνάω 3 το βράδυ. Αυτές οι μέρες μπορώ να πω ότι δεν είχαν κάποιο δικό μου κομμάτι μέσα. Προσπαθώ έστω και 20 λεπτά μέσα στην ημέρα να τα δίνω σε μένα… Σε αυτό βοηθάει ότι έχω και δύο σκυλιά, οπότε ο χρόνος της βόλτας, είναι και δικός μου χρόνος, βγαίνω περπατάω και καταφέρνω να πάρω μία ανάσα. Υπάρχουν πολλές φορές που δεν προλαβαίνω να πάρω τηλέφωνο ούτε για ένα «Χρόνια Πολλά» ή να μιλήσω με την αδερφή μου…

– Άρα τελικά «ζούμε ή δε ζούμε»; Γενικά υπάρχει μία γενική παρότρυνση του «ζήσε!», όμως πόσο εύκολο είναι αυτό;
Σίγουρα είναι πολύ δύσκολο, όμως δεν είμαι ο κατάλληλος άνθρωπος για να δώσω αυτή τη συμβουλή. (γέλια!) Ως άνθρωπος προσπαθώ μέσα στα χρόνια να βάζω τις προτεραιότητές μου. Μπορεί τα χρόνια να μου δώσουν λεφτά και καριέρα, αλλά καθώς περνάνε συνειδητοποιώ ότι δε θα γυρίσει ποτέ ο χρόνος για να απολαύσω στιγμές με τους κοντινούς μου ανθρώπους ή να αναπληρώσω τον χρόνο που έχασα με τον εαυτό μου. Οπότε πλέον βάζοντας προτεραιότητα στις επιλογές μου, κάτι αρχίζει να αλλάζει. Νομίζω ότι αυτή είναι η παρότρυνση που αφορά εμάς και αυτό προσπαθούμε να επικοινωνήσουμε στο έργο τόσο πολύ. Η σκηνή που έχω προσθέσει μεταξύ της Ξαδέρφης και του Νοικάρη, αφορά αυτό το θέμα. Στην πραγματικότητα, όταν έρχεται αυτή προβληματική, δεν ξέρεις τι να κάνεις. Ναι, ωραία να ζήσουμε, αλλά πώς; Ειδικά σήμερα που η επιβίωση είναι εξαιρετικά δύσκολη.

– Με τον Ντοστογιέφσκι ταυτίζεσαι σε κάποιο σημείο ή σημεία;
Δεν ταυτίζομαι μόνο σε ένα σημείο, αλλά σε πολλά. Βασικά ταυτίζομαι με όλο του τον κόσμο. Διάβασα Ντοστογιέφσκι όταν ήμουν στο Γυμνάσιο για πρώτη φορά που έπεσε στα χέρια μου “Ο Παίκτης” από το ένθετο μιας εφημερίδας, το οποίο ήταν πολύ σοκαριστικό για εμένα σε εκείνη την ηλικία. Θυμάμαι τον εαυτό να λέει διαβάζοντας κάθε σελίδα «σε παρακαλώ πολύ μην το κάνεις αυτό» και να ενδίδει σε αυτό το πάθος, σε αυτή την αδυναμία. Όλο αυτό με συνεπήρε, γιατί προσωπικά ως Βάσια, νιώθω πολλές αδυναμίες, που προσπάθησα πολύ για να μη πηγαίνω προς αυτές, γιατί η αδυναμία μπορεί να πάρει πολλές μορφές σε κάθε άνθρωπο. Επειδή είχα έναν έντονο συναισθηματικά φόρτο και έναν έντονο ψυχικά κόσμο, βρήκα εκεί πέρα μία ταύτιση σε όλους αυτούς τους ήρωες που δεν μπορούν να αποφύγουν τα λάθη τους και τα πάθη τους, είτε είναι σαρκικά είτε αφορούν το μυαλό, όπως είναι ο Ιβάν από τους “Αδερφούς Καραμαζόφ” που τρελαίνεται από την ίδια του τη σκέψη και οδηγούνται στην αυτοκαταστροφή όλοι λίγο ή πολύ. Η οποία μας δείχνει στο τι ήθελαν εξαρχής, την αγάπη και την αποδοχή. Όλοι μας συνεχίζουμε να τα ψάχνουμε αυτά, κανείς δεν παύει να τα αναζητά. Όχι μόνο από τους άλλους αλλά κυρίως από τον ίδιο μας τον εαυτό. Όταν έχεις αποδεχτεί τον εαυτό σου και έχεις ρίξει τις άμυνες, δεν σε νοιάζει πλέον, δεν σου χρειάζονται οι άλλοι, δεν σε νοιάζει να είσαι και μόνος, δεν είναι κακή η μοναξιά. Αρκεί να έχεις αποδεχτεί τον εαυτό σου, να σε αγαπάς κι έτσι μόνο μπορείς να αγαπήσεις και τους άλλους. Αυτό υπάρχει μέσα στα έργα του παντού. Στο τέλος έρχεται αυτή η λύτρωση. Όπως λέει και ο ήρωας στις “Λευκές Νύχτες” ότι «μπορεί να με συμφιλιώσατε με τον εαυτό μου», γι’ αυτό και στο τέλος αυτή η σκέψη τον κάνει να πει «δεν με πειράζει κι ας πληγώθηκα, ήταν μία πραγματική στιγμή ευτυχίας» κι αυτό είναι που μας ξυπνάει. Εκεί το «έζησες» έρχεται όταν ξυπνήσεις μέσα σου, όταν αποδεχτείς τον εαυτό σου έτσι όπως είναι και πεις «είμαι καλά». Έτσι αρχίζεις και ζεις.

– Υπάρχει κάποιο βιβλίο, ταινία ή παράσταση που σε μετατόπισε το τελευταίο διάστημα;
Θα πω για θεατρική παράσταση, το “Ποιος σκότωσε τον πατέρα μου”, του Χρήστου Θεοδωρίδη. Με μετατόπισε, κάνοντας με να ξανανιώσω τον λόγο που ήθελα να ασχοληθώ με το θέατρο. Μου ξύπνησε αυτή την ορμή και με έκανε να θυμηθώ τον λόγο που πρέπει να κάνουμε θέατρο. Η παράσταση είναι υπενθύμιση στη δράση, την προσωπική που πρέπει να κάνει ο καθένας. Το είδα και πέρσι και το ξαναείδα και φέτος για να δω αν θα νιώσω και πάλι την ίδια επιρροή. Ήταν τόσο δυνατό αυτό που έφερε, με έκανε να θέλω να ανακτήσω τις δυνάμεις μου. Με έκανε να νιώσω ως θεατή ότι η τέχνη μπορεί να αλλάξει τον κόσμο κι ας είναι λίγο, ένα μικρό βήμα και πάλι η τέχνη μπορεί να καταφέρει να αλλάξει τον κόσμο.

Φωτ.: Γιάννης Παπαϊωαννου / Olafaq

➪ Ταυτότητα Παράστασης:

Νύχτες“, από τους Apparatus
Βασισμένο στις “Λευκές Νύχτες” του Φ. Μ. Ντοστογιέφσκι

Κάθε Δευτέρα και Τρίτη μέχρι τις 9 Ιανουαρίου στο Studio Μαυρομιχάλη

Εισιτήρια στο more.com

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ

Μετάφραση: Άρης Αλεξάνδρου

Διασκευή – Σκηνοθεσία: Βάσια Χρονοπούλου

Φωτισμοί: Δημήτρης Μπαλτάς

Σχεδιασμός βαλίτσας: Αναστασιάννα Μωραΐτη

Κοστούμια: Βάσια Χρονοπούλου

Μουσική: Γρηγόρης Ελευθερίου

Κίνηση: Φαίδρα Σούτου

Φωτογραφίες – Τρέιλερ: Νικολέτα Ζαρίφη

Αφίσα: Ναταλία Κισσαμιτάκη

Επικοινωνία: Γιώτα Δημητριάδη

Παραγωγή: Apparatus

Παίζουν: Κωνσταντίνος Δημητρακάκης, Βασιλίνα Κατερίνη
Παναγιώτα Μπιμπλή, Δημήτρης Τσιγκριμάνης

➸ Ευχαριστούμε για τη φιλοξενία το Salvador