Η “Mama” Cass Elliot ήταν μέλος των The Mamas & the Papas και «μητρική φιγούρα» του Lauren Canyon στη California. Εκεί, στα early ’70s, σχηματίστηκε η σημαντική folk rock σκηνή των Η.Π.Α. όπου ονόματα όπως Eagles, Jim Morisson, Joni Mitchell, Monkees, Turtles, David Crosby, Stephen Stills, Graham Nash, Neil Young κ.α. καθόρισαν το ροκ εκείνης της εποχής. Η Mama Cass ήταν ο συνδετικός κρίκος αυτών των μουσικών “τοτέμ”, καθώς στο σπίτι της μαζευόντουσαν οι μουσικοί του Lauren Canyon για να τζαμάρουν, να ονειρευτούν, να ερωτευθούν, εν μέσω μπουκαλιών μπύρας, παλαιωμένων κρασιών και κάνναβης.

Πριν λίγες μέρες, η Mama Cass, απέκτησε το δικό της Walk of Fame Star στο Hollywood, και στην τελετή έδωσε το παρόν ο φωτογράφος Henry Diltz. Ο Diltz, ήταν πολύ καλός φίλος της Elliot και είχε κάνει την φωτογράφιση του εξωφύλλου στον πρώτο solo δίσκο της, “Dream a Little Dream”, που κυκλοφόρησε τον Οκτώβριο, πριν 54 χρόνια.

Με αφορμή την επέτειο του συγκεκριμένου άλμπουμ και «το αστέρι» της Mama Cass στο Hollywood, δημοσιεύουμε απ’ τον αρχείο μια συνέντευξη που είχε δώσει ο Henry Diltz στον Νίκο Παγουλάτο για το Playboy.


Εν αρχή, είναι οι Beatles, ακόμα και αν η αφορμή για την συνέντευξη αυτή, είναι η 51η επέτειος από τον δίσκο “Morrison Hotel” των Doors, που κυκλοφόρησε στις 9 Φεβρουαρίου του 1970. Η αφήγηση των γεγονότων εκείνης της περιόδου, είναι του Henry Diltz. Ο φωτογράφος του εξώφυλλου στο “Morrison Hotel”, αλλά και κάποιων άλλων ιστορικών δίσκων όπως του “Crosby, Stills & Nash” (1968). Επίσης, ήταν ο επίσημος φωτογράφος του Woodstock (1969) αλλά και του Monterey Pop Festival (1967). Έζησε κυρίως στους λόφους του Laurel Canyon στο Los Angeles, κάνοντας παρέα με διάφορους καλλιτέχνες της εποχής όπως τους The Mamas & the Papas, κάπνιζε μαριχουάνα με τον Neil Young, φωτογράφιζε την Joni Mitchell, συνεργάστηκε με τον Phil Spector και με έκανε να συγκινηθώ λίγο πριν κλείσουμε την τηλεφωνική μας επικοινωνία.

Αυτά είναι τα γεγονότα. Αυτός είναι ο Henry Diltz. Αυτή είναι η εποχή που δεν ζήσαμε:

9 Φεβρουαρίου, 1964. Οι Beatles βρίσκονται ήδη δύο μέρες στις Η.Π.Α. και εκείνο το βράδυ θα εμφανιστούν στο τηλεοπτικό show του Ed Sullivan. Περίπου 73 εκατομμύρια τηλεθεατές θα παρακολουθήσουν μαγεμένοι την παρέα των John, Paul, George και Ringo. Σαν ένας τυφώνας που καταστρέφει θεμέλια και παρασέρνει στο εσωτερικό του ό,τι βρεθεί στην ξέφρενη πορεία του, έτσι και η παρουσία των Beatles λειτούργησε ως ένα «φαινόμενο» που όμοιο του δεν είχε υπάρξει. Οι συνθέσεις τους, τα πρόσωπα τους, τα φωνητικά τους, κλόνισαν την συντηρητική βάση της Αμερικής και απελευθέρωσε την γενιά που είχε στηρίξει τις όποιες ελπίδες της, στον John F. Kennedy. Η δολοφονία του λίγους μήνες πριν, είχε δημιουργήσει ένα κύμα εσωστρέφειας φέρνοντας μια ψυχολογία απογοήτευσης. Με την τηλεοπτική εμφάνιση των παιδιών από το Liverpool, το British Invasion επισημοποιήθηκε και η Beatlemania μόλις είχε ξεκινήσει.

«Με τους Modern Folk Quartet παίζαμε folk μουσική. Ήταν παλιά τραγούδια, 100 χρονών. Τραγούδια για cowboys και ναυτικούς. Και όταν οι Beatles ήρθαν στις ΗΠΑ και εμφανίστηκαν στο show του Ed Sullivan, εκείνη την ιστορική βραδιά όλα τα folk συγκροτήματα είχαν στηθεί μπροστά απ’ την τηλεόραση. Εμείς ήμασταν στον δρόμο κυριολεκτικά. Κάναμε tour εκείνες τις μέρες και σταματήσαμε σε ένα μικρό motel για να τους δούμε. Σκεφτήκαμε “ουαου, κοίτα τους! Χαμογελάνε, το διασκεδάζουν! Θέλουμε και εμείς να κάνουμε τέτοια μουσική!”. Οπότε πλέον χρειαζόμασταν ντράμερ και ηλεκτρικό μπάσο. Μέχρι εκείνη την στιγμή, χρησιμοποιούσαμε κοντραμπάσο, της jazz. Αυτή η σκέψη κυριάρχησε στα περισσότερα folk συγκροτήματα εκείνο το βράδυ. Όπως στους The Byrds, στους Buffalo Springfield και σε άλλους. Ξεκίνησαν ως folk μουσικοί και έκαναν στροφή στον ηλεκτρικό ήχο. Η επιρροή των Beatles ήταν τεράστια! Και ο Bob Dylan έκανε το ίδιο. Έπαιξε ηλεκτρική κιθάρα στο Newport Folk Festival και το κοινό είχε αναστατωθεί [σ.σ. 25 Ιουλ. ’65]. Τον γιούχαραν επειδή “αυτό δεν είναι folk»” [σ.σ. το λέει ειρωνικά]. Αλλά ήταν η στιγμή της αλλαγής. Αυτή ήταν η νέα μουσική».

– Πως ξεκίνησε όμως αυτή η μουσική περιπλάνηση σας; Πώς και που δημιουργήθηκαν οι Modern Folk Quartet; Και αφού είχατε κάποια ενεργά χρόνια, με δισκογραφία και live εμφανίσεις, γιατί τελικά διαλυθήκατε;

Το συγκρότημα δημιουργήθηκε στην Hawaii. Εγώ είχα πάει εκεί για να σπουδάσω Ψυχολογία. Τότε έπαιζα μπάντζο (5χορδο) και άκουσα πως υπήρχε ένα folk club στην περιοχή. Τα ονομάζανε coffee house. Στα ‘60s η folk ήταν κυρίαρχη μουσική στις Η.Π.Α. και σε κάθε πόλη υπήρχε ένα coffee house. Σε αυτά πήγαιναν folk τραγουδιστές με την κιθάρα τους και έδιναν μικρές παραστάσεις. Έτσι βρήκα και εγώ ένα στην Hawaii που ονομαζόταν Green Sleeves. Με κάποιους folk τραγουδιστές και μουσικούς που γνώρισα, δημιουργήσαμε τους Modern Folk Quartet. Ήμασταν μαζί περίπου για 10 χρόνια και μετά κάναμε μια παύση για 6-8 χρόνια. Κάποιοι από το συγκρότημα έγιναν παραγωγοί [σ.σ. Chip Douglas] ή συνέχισαν ως μουσικοί [σ.σ. Eddie Hoh], εγώ ασχολήθηκα με την φωτογραφία, οπότε σταματήσαμε να τραγουδάμε.

– Και με τον Phil Spector τι έγινε και δεν προχώρησε η συνεργασία σας; Πρόσφατα, είχαμε και τον θάνατο του. Θυμάστε κάτι έντονα απ’ την επαφή μαζί του;

Την πρώτη φορά που διαλύθηκε το συγκρότημα, ήταν όταν συμφωνήσαμε με τον Phil Spector να κάνουμε έναν δίσκο, ξεκινώντας με την ηχογράφηση ενός τραγουδιού. Ήταν το This could be the night, σε δική του παραγωγή Πιστεύαμε πως θα γίνουμε διάσημοι, αλλά αυτός τελικά δεν κυκλοφόρησε ποτέ το τραγούδι! Περιμέναμε περίπου έναν χρόνο, όταν ο Cyrus Faryar είπε «εγώ γυρνάω στην Hawaii και αν γίνει τίποτα με τον δίσκο, πάρτε με τηλέφωνο». Κάποια στιγμή αργότερα, συμπεριλήφθηκε σε ένα box set με παραγωγές του. Δεν το κυκλοφόρησε γιατί δεν ήταν σίγουρος πως θα ήταν #1 στα charts.

– Θα τον ενδιέφερε περισσότερο η επικράτηση της φήμης του παρά το ρίσκο ενός τραγουδιού.

Ακριβώς. Φοβόταν πως αν δεν γινόταν γινόταν #1, θα επηρέαζε αρνητικά την φήμη του ως πετυχημένου παραγωγού. Τον συμπαθούσαμε όμως. Ήταν, κάπως…περίεργος θα λέγαμε. Αλλά είχε αρκετή πλάκα. Πηγαίναμε στο σπίτι του τα μεσημέρια σχεδόν 5 φορές την εβδομάδα, για να κάνουμε πρόβες. Εκεί περιμέναμε 2 ώρες για να κατέβει από τον επάνω όροφο και να παίξει μαζί μας. Ένα βράδυ, παίζαμε σε ένα club στο Hollywood. Ήρθε να μας ακούσει και τελικά ανέβηκε στην σκηνή μαζί μας να παίξει κιθάρα και να τραγουδήσει στο “Spanish Harlem” [σ.σ. Ben E. King, 1960, παραγωγός Phil Spector]. Ήταν σαν ένα μέλος του συγκροτήματος. Είχε βέβαια μια εμμονή με τα όπλα.

– Υποθέτω θα ήταν αρκετά ανασφαλής. Έτσι δεν είναι; Άλλωστε, έχει ειπωθεί από αρκετούς ανθρώπους του κύκλου του.

Πάντα είχε σωματοφύλακες μαζί του. Κάτι μεγαλόσωμους τύπους, γιατί αυτός ήταν μικροσκοπικός και με πολλά λεφτά. Οπότε είχε προσλάβει τέτοια άτομα και τους έλεγε «έλα εδώ και δείξε στον Henry». Αυτοί άνοιγαν το παλτό τους και εμφανιζόντουσαν 45αρια πιστόλια. Ο Phil ανυπομονούσε να δει την έκπληξη σου, τον θαυμασμό σου και να του πεις «ουαου, κοίτα εδώ!». Ήταν πολύ υπερήφανος για την εικόνα του εαυτού του.

– Το 1966, με τους MFQ ηχογραφείτε το Night Time Girl, χρησιμοποιώντας μπουζούκι! Η ψυχεδελική ατμόσφαιρα συνάντησε τις pop φωνητικές αρμονίες σας και μου έκανε μεγάλη εντύπωση. Ποιος είχε αυτή την θαυμάσια ιδέα;

Αρκετός κόσμος είχε γοητευτεί από την μουσική της Ανατολής και συγκεκριμένα της Ινδίας. Πολλοί είχαν μαγευτεί με το σιτάρ, όπως ο George Harrison των Beatles. Ένας από τους MFQ, o Cyrus Faryar, είχε ρίζες από το Ιράν. Ο πατέρας του καταγόταν από εκεί, ενώ η μητέρα του ήταν Αγγλίδα ηθοποιός. Ο Cyrus λοιπόν, είχε το Green Sleeves στην Hawaii και ήταν ο καλύτερος μου φίλος. Και οι δύο αγοράσαμε μπουζούκι, από έναν τύπο στη Νέα Υόρκη, που τον έλεγαν Thomas Athanasiou. Ήταν Έλληνας και τα έφτιαχνε μόνος του! Πανέμορφα και ηλεκτρικά. Μας άρεσε πολύ αυτός ο ήχος και τον ονομάζαμε bellydance music (γέλια). Οι περισσότεροι μουσικοί έψαχναν να ανακαλύψουν νέους ήχους. Πειραματιζόμασταν λοιπόν και έτσι καταλήξαμε να βάλουμε μπουζούκι στο συγκεκριμένο τραγούδι.

– Στα μάτια μου, είστε ευλογημένος. Ζήσατε στο Greenwich Village της Νέας Υόρκης την εποχή που η folk του Bob Dylan αντικατέστησε την beat ποίηση, και στην συνέχεια, γυρίσατε στην California και συγκεκριμένα στο Laurel Canyon, όπου ζήσατε την άνθιση της folk-rock και το κίνημα των χίπις. Φαινομενικά, δύο εντελώς διαφορετικές περιοχές και εποχές, αλλά υπήρχε κάποιο κοινό ανάμεσα τους;

Και τα δύο μέρη ήταν γεμάτα από μουσικούς και καλλιτέχνες γενικότερα. Έμεινα στην Νέα Υόρκη το ’64 – ’65, η οποία είναι σαν κυψέλη όπου ζουν μέλισσες. Όλα τα κτήρια είναι τόσο κοντά μεταξύ τους και όλοι βρίσκονται έξω στους δρόμους να κυκλοφορούν. Είναι ο ορισμός της «πόλης». Το Laurel Canyon είναι επάνω σε βουνό, σε λόφους. Τις νύχτες ακούς τις κουκουβάγιες, τα ρακούν μπαίνουν στον κάδο με τα σκουπίδια σου, διαχέονται τα φωνήματα των κογιότ. Στο Greenwich Village πήγαινες μια βόλτα και περπατώντας στον δρόμο άκουγες την μουσική από τα διάφορα clubs που υπήρχαν. Η διασκέδαση ήταν μέσα στην πόλη. Το Laurel Canyon ήταν ιδανικό μέρος για να μένεις, αλλά για να διασκεδάσεις, έπρεπε να κατέβεις τους λόφους οδηγώντας προς το Hollywood όπου υπήρχαν τα clubs.

– Πως κατέληξε όμως το Laurel Canyon να είναι καλλιτεχνική εστία; Μια πόλη, όπως το Greenwich Village, είναι λογικό να συγκεντρώνει διάφορους τύπους ανθρώπων.

Οι οικογένειες εγκατέλειπαν το Laurel Canyon, γιατί δεν μπορούσε να προσφέρει στα παιδιά αυτό που θα είχαν στις πόλεις. Άνετους δρόμους για ποδήλατο, τεράστια πάρκα με γκαζόν, σχολεία κτλ. Έτσι, οι λόφοι κατέληξαν στους μουσικούς, στους εργένηδες και στους ηθοποιούς.

H Joni Mitchell στο σπίτι της στο Laurel Canyon / ©Henry Diltz

– Περιβαλλόμενος λοιπόν κυρίως από μουσικούς, όντας και μέλος των MFQ, πως προέκυψε η φωτογραφία στην ζωή σας;

Ήταν καθαρά ένα τυχαίο γεγονός (γέλια). Ήμασταν σε tour με τους MFQ και βρισκόμασταν στο Μίτσιγκαν για να παίξουμε στο τοπικό Πανεπιστήμιο. Την επόμενη μέρα, φεύγοντας από την πόλη, σταματήσαμε σε ένα μαγαζί με μεταχειρισμένα αντικείμενα. Μπορούσες να βρεις το οτιδήποτε εκεί μέσα. Δεξιά της εισόδου, υπήρχε ένας πάγκος με φωτογραφικές μηχανές. Μικρές των 35mm. Ο Cyrus ενθουσιάστηκε και διάλεξε μία. Εγώ ενώ δεν είχα χρειαστεί ποτέ κάμερα, ούτε καν το είχα σκεφτεί δηλαδή, παρασύρθηκα και είπα «ok θα αγοράσω και εγώ. Καλή ιδέα». Δεν είχα στο μυαλό μου να γίνω φωτογράφος. Απλά ακολούθησα τον φίλο μου (γέλια). Τελικά όλοι αγοράσαμε από μία, ο Cyrus πήρε φιλμ για όλους, τα τοποθετήσαμε και φωτογραφίζαμε ο ένας τον άλλον για δύο εβδομάδες, όσο ήμασταν στο tour. Όταν γυρίσαμε στο L.A. ήθελα να τις εμφανίσω και ενθουσιάστηκα με την διαδικασία. Βρήκα ένα προτζέκτορα που μπορούσα να τις προβάλω στην παρέα μου, όταν θα μαζευόμασταν στο σπίτι. Το κάναμε και είχα μείνει έκπληκτος. Ήταν κάτι μαγικό για μένα! Ένας νέος κόσμος παρουσιάστηκε μπροστά μου. Μπορούσα να μοιραστώ με τους πάντες αυτές τις στιγμές που είχα φωτογραφίσει και είχα ζήσει. Σε μεγάλο μέγεθος και με χρώματα. Μαγεία! Ξαφνικά, ήταν και η φωτογραφία μέρος του εαυτού μου στις show business. Αντί να τραγουδάω, έδειχνα φωτογραφίες που είχα τραβήξει και άρεσε σε όλους. Ξεκίνησα να φωτογραφίζω τους φίλους μου σχεδόν καθημερινά, οπότε τα Σαββατοκύριακα μαζευόμασταν σπίτι μου και έβλεπαν τις φωτογραφίες τους. Όλοι το είχαν λατρέψει αυτό. Οι περισσότεροι φίλοι μου ήταν μουσικοί και έτσι ξεκίνησαν να μου ζητάνε κάποιες φωτογραφίες τους για να δημοσιευθούν στα μέσα ή σε κάποια αφίσα ή σε εξώφυλλο δίσκου. Όλο αυτό έγινε αυτόματα. Από ένα τυχαίο γεγονός. Ένα υπέροχο τυχαίο γεγονός. Δεν ξέρω… Μπορεί κάποια ουράνια δύναμη, ίσως ένας άγγελος, να με οδήγησε στο να αγοράσω εκείνη την φωτογραφική μηχανή.

Paul και Linda McCartney στο εξώφυλλο του περιοδικού LIFE / ©Henry Diltz

– Σίγουρα υπάρχουν πολλές ιστορίες που μπορείτε να διηγηθείτε για τα βράδια στο σπίτι της Mama Cass [σ.σ. The Mamas and the Papas], τα τζαμαρίσματα με τον David Crosby [σ.σ. Byrds/CSN/CSN&Y] και τα party του Brian Wilson [σ.σ. Beach Boys], αλλά ποιο ήταν το κυρίαρχο συναίσθημα; Συνειδητοποιούσε κάποιος από εσάς, πως γράφατε νέα κεφάλαια στην σύγχρονη ιστορία; Όχι μόνο μέσα από την τέχνη σας, αλλά και από τον τρόπο ζωής που είχατε επιλέξει.

Ήμασταν η γενιά των χίπις. Είχαμε μια δίψα για την ζωή και ένα καινούργιο συναίσθημα γι’ αυτήν. Υπήρχε μια νέα οπτική σε όλα τα πράγματα. Αδελφοσύνη. Ήμασταν ενάντια των πολέμων. Η χώρα μας πολεμούσε στο Βιετνάμ εκείνα τα χρόνια και εμείς διανύαμε μόλις την δεύτερη δεκαετία της ζωής μας. Δεν θέλαμε να καταταγούμε στον στρατό, ούτε να κληρωθούμε (σ.σ. η διαδικασία της κατάταξης μέσω κλήρωσης, πραγματοποιήθηκε για πρώτη φορά 01 Δεκ. ‘69 ) για να πάμε να σκοτώσουμε κάποιον σε έναν πόλεμο που δεν είχε καμία ουσία. «Ας αγαπήσουμε την ζωή. Ας αγαπήσουμε ο ένας τον άλλον. Και ας αφήσουμε τα μαλλιά μας να μακρύνουν [σ.σ. Almost Cut My Hair, τραγούδι των Crosby, Stills, Nash & Young]. Να φορέσουμε πολύχρωμα ρούχα. Ας γιορτάσουμε την ζωή!» Αυτό ήταν το κυρίαρχο συναίσθημα.

– Θεωρώ, πως δεν μπορούμε να αποκρύψουμε ή να αποκλείσουμε τα ναρκωτικά από εκείνη την εποχή. Κάποιοι λένε, ότι χωρίς ναρκωτικά, αυτή η μουσική δεν θα υπήρχε. Αλλά διαφωνώ με αυτήν την άποψη. Νομίζω ότι τα ναρκωτικά δεν ήταν εκεί για τις μουσικές νότες, αλλά για την εμπειρία στη ζωή. Για να εξερευνήσετε το υποσυνείδητο και να βαδίσετε σε διαφορετικά μονοπάτια σκέψης και ζωής. Σίγουρα, και για διασκέδαση. Πώς το βιώσατε αυτό και ποια είναι η γνώμη σας επάνω στο θέμα;

Δεν ξέρω κατά πόσο θες αυτό να το δημοσιεύσεις, αλλά όλοι καπνίζαμε χόρτο [σ.σ. το αναφέρει grass, όπως οι περισσότεροι εκείνης της γενιάς στις Η.Π.Α.]. Μαριχουάνα. Προσωπικά, το ονομάζω «βότανο του Θεού» (γέλια). Ξέρω πως στην χώρα σου το λέτε χασίσι [σ.σ. το ανέφερε hash]. Ο Tomas Athanasiou στη Νέα Υόρκη που είπαμε προηγουμένως, μας είχε πει «ξέρετε, στην χώρα μου, όλοι σχεδόν οι μουσικοί καπνίζουμε χασίσι αλλά είναι παράνομο. Αν προχωράς στον δρόμο με το μπουζούκι στο χέρι, η αστυνομία θα σου την πέσει γιατί ξέρουν πως καπνίζεις χασίσι. Οπότε κατασκευάσαμε ένα μικρότερο μπουζούκι, τον μπαγλαμά, [σ.σ. δεν ισχύει πως κατασκευάστηκε γι’ αυτόν τον λόγο, αφού έχει καταβολές επί τουρκοκρατίας] που ήταν πιο διακριτικός στην μεταφορά και έτσι η αστυνομία δεν σε συλλάμβανε». Αστεία ιστορία πραγματικά. Αντίστοιχα και για εμάς ήταν παράνομο να καπνίζουμε μαριχουάνα. Οι καλλιτέχνες το χρησιμοποιούσαν για να διεγείρουν τις αισθήσεις τους. Βάζει μια παύση σε διάφορες σκέψεις που κατακλύζουν το μυαλό σου και έτσι αρχίζεις να αισθάνεσαι περισσότερο. Η αίσθηση έναντι της σκέψης. Το μυαλό σου σταματάει να λειτουργεί, αλλά οι αισθήσεις σου, η καρδιά σου, η αγάπη που έχεις μέσα σου, όλα αυτά αρχίζουν να βγαίνουν προς τα έξω. Σε κάνει να θες να παίξεις μουσική. Ή στην δική μου περίπτωση, με ωθούσε στο να τραβάω φωτογραφίες (γέλια). Αυτό λοιπόν, είναι ένα μεγάλο κεφάλαιο των ‘60s, της γενιάς των χίπις. Ειρήνη, αγάπη, αδελφοσύνη. Όλοι είχαμε ένα όμορφο συναίσθημα για την ζωή. Εν μέρει, γιατί καπνίζαμε το «βότανο του Θεού». Αγαπούσαμε την ζωή. Εκείνη η περίοδος, ήταν σαν την Αναγέννηση. Άνθιζαν οι τέχνες, η μουσική, το ντύσιμο. Όχι μόνο στις ΗΠΑ. Οι χίπις ταξίδεψαν παντού. Στα κοινόβια της Ίμπιζα, στο Αφγανιστάν για να καπνίσουν χασίσι (γέλια). Γι’ αυτό το ονομάζω «βότανο του Θεού». Σε αφυπνίζει. Νιώθεις την ενέργεια της ζωής. Και η ενέργεια της ζωής, είναι η αγάπη. Μαθαίνεις να ζεις, να νιώθεις την αγάπη, με μια νέα όμορφη ματιά. Ήταν μια τεράστια αφύπνιση.

– Ο David Crosby το ’67, όσο ήταν μέλος των The Byrds, έγραψε το τραγούδι Triad. Πιθανόν, για πρώτη φορά στην ιστορία της μουσικής, ένα τραγούδι αναφερόταν στον έρωτα μεταξύ τριών ανθρώπων. «Γιατί δεν μπορούμε να συνεχίσουμε ως τρεις;». Στίχοι σαν και αυτόν, ενέπνευσαν αρκετούς και αντιπροσώπευσαν πολλούς ανθρώπους. Έτσι δεν είναι;

Σωστά. Ήταν ένα τραγούδι για τον έρωτα μεταξύ τριών ανθρώπων, την περίοδο του free love. Από την στιγμή που ξεκινήσαμε να αγαπιόμαστε μεταξύ μας, ξεκινήσαμε να πηδιόμαστε και μεταξύ μας (γέλια). Φυσικά! (γέλια) Όλοι βρισκόμασταν στην δίνη της ομορφιάς του να ζεις, να ακουμπάς, να νιώθεις. Όλα ήταν μέρος αυτής της κουλτούρας.

– Οι αισθήσεις σας ήταν σε εγρήγορση. Πόσο σημαντικά ήταν για την γενιά σας αυτά τα τραγούδια;

Όλη αυτή η υπέροχη μουσική, έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην ζωή μας. Πάντα η μουσική συμμετέχει με κάποιον τρόπο. Και η μουσική που είχαμε τότε, ήταν καταπληκτική. Ακούγαμε Beatles, Beach Boys, The Byrds, Rolling Stones, μετά CSN [σ.σ. Crosby, Stills & Nash] και Joni Mitchell, Eagles. Το soundtrack της ζωής μας. Και είμαι πολύ τυχερός που το έζησα. Όπως είπαμε πριν, για το αν οι άγγελοι με ώθησαν στο να πάρω την κάμερα από εκείνο το μαγαζί, έτσι σκέφτομαι μήπως οι άγγελοι αυτοί ή κάποιοι άλλοι, έφεραν έτσι τα πράγματα προκειμένου να ζήσω στο Laurel Canyon ως μουσικός και να έχω την δυνατότητα να φωτογραφίζω τους φίλους μου, οι οποίοι φίλοι μου στην πορεία, έγιναν διάσημοι. Και τώρα, έχω όλες αυτές τις φωτογραφίες, που είναι η ζωή μου και ο τρόπος επιβίωσης μου.

– Αναφέρεστε στο “Morrison Hotel Gallery” να υποθέσω.

Ναι. Το Morrison Hotel Gallery ξεκίνησε το 2000 όταν μερικοί φίλοι μου σκέφτηκαν πως μπορούμε μέσω μιας γκαλερί να πουλήσουμε κάποιες φωτογραφίες από το αρχείο μου. Ήταν μια καλή ιδέα και έτσι στήσαμε μια μια μικρή γκαλερί στη Νέα Υόρκη. Τον πρώτο χρόνο, στους τοίχους υπήρχαν μόνο δικές μου φωτογραφίες, αλλά στην πορεία προστέθηκαν και άλλοι φωτογράφοι. Αρχικά ο Jim Marshall από το Σαν Φρανσίσκο, μετά ο Bob Gruen από τη Νέα Υόρκη, ο Neal Preston από το Λος Άντζελες και τώρα έχουμε 103 φωτογράφους στο Morrison Hotel Gallery. Πήγε τόσο καλά, που όλοι οι μουσικοί φωτογράφοι ήθελαν να συμμετέχουν με τις δικές τους δουλειές. Τώρα πλέον όλο αυτό είναι μια επιχείρηση. Ακόμα ένα υπέροχο τυχαίο γεγονός λοιπόν.

– Απ’ ότι καταλαβαίνω μέχρι στιγμής, γενικότερα, ήσασταν ανοιχτός σε προκλήσεις, πειραματισμούς και ρίσκα. Ζούσατε και ζείτε ακόμα, την κάθε στιγμή.

Κάνε αυτό που αγαπάς, ακολούθησε το όνειρο σου και η ζωή μπορεί να ανοίξει νέους δρόμους για εσένα. Πρέπει να παρεκκλίνεις από την προκαθορισμένη διαδρομή των κανόνων και των αυστηρών πλαισίων. Πως μπορείς να προγραμματίσεις τα πάντα; Η αγαπημένη μου ατάκα ξέρεις ποια είναι; «Άφησε το σύμπαν να αποφασίσει». Την χρησιμοποιώ πολύ συχνά. Όπως επίσης το «πόσο τυχερός είμαι!» Είναι πολύ σημαντικό να το λες αυτό κάθε μέρα στον εαυτό σου. Κάπου στις αρχές των ‘70s είχα έναν πνευματικό δάσκαλο, μια γυναίκα, που μου έλεγε συνέχεια «μα δεν είναι υπέροχο;». Πήγαινα στο σπίτι της για να κάνουμε τις συζητήσεις μας, με ρωτούσε «πως πάνε τα πράγματα;» και εγώ της απαντούσα «ξέρεις…η κοπέλα μου με άφησε, δεν μπορώ να πληρώσω το νοίκι, το αμάξι μου θέλει επιδιορθώσεις». Όσο με άκουγε λοιπόν, είχε ένα μεγάλο χαμόγελο στο πρόσωπο της και μου έλεγε «μα δεν είναι υπέροχο;» (γέλια) Κατάλαβες; Πέρασε αρκετός καιρός και μετά από αμέτρητες συζητήσεις που κάναμε, συνειδητοποίησα πως «όντως είναι υπέροχο!» Αυτό που εννοούσε, ήταν πως είναι υπέροχο που ζούμε. Θα υπάρξουν κακές στιγμές και δύσκολες, αλλά αυτή είναι η ζωή. Μπορεί να πατήσεις σε σκατά σκύλου το πρωί, αλλά «δεν είναι υπέροχο;» (γέλια) Ο εορτασμός της ζωής πρέπει να συμβαίνει καθημερινά.

O Keith Richards και ο Ron Wood των Rolling Stones στο learjet τους / ©Henry Diltz

– Ήσασταν ο επίσημος φωτογράφος του Monterey Pop Festival το ’67 και του Woodstock το ’69. Σίγουρα, μιλάμε για δύο από τα πιο μουσικά σημαντικά γεγονότα που έχουν συμβεί. Στο Monterey πήρατε μια πρώτη γεύση της τεράστιας ενέργειας που υπήρχε στην ατμόσφαιρα. Αλλά αυτό που βιώσατε στο Woodstock, ξεπέρασε τις προσδοκίες σας; Από τις φωτογραφίες που είχατε τραβήξει, υποθέτω πως ήσασταν εκεί από την πρώτη μέρα των εργασιών.

Το Monterey Pop Festival ήταν ένα πολύ καλό, αλλά, μικρό φεστιβάλ. Ήταν κυρίως για καθήμενους, γι’ αυτό υπήρχαν και οι καρέκλες. Δεν είχε εκατοντάδες χιλιάδες κόσμο όπως το Woodstock, αλλά κάποιες χιλιάδες. Ήταν όμως ένα σημαντικό φεστιβάλ, γιατί τα συγκροτήματα της Βόρειας και της Νότιας Καλιφόρνια, συναντήθηκαν για πρώτη φορά στη μέση. Οπότε έτσι, είχαμε την συνάντηση των Grateful Dead με τους Jefferson Airplane, την εμφάνιση της Janis Joplin [σ.σ. μαζί με τους Big Brother and the Holding Company], όλους αυτούς τους καλλιτέχνες από διάφορα μέρη της Πολιτείας της Καλιφόρνια, οι οποίοι για πρώτη φορά ένωσαν τη μουσική τους, μοιράστηκαν στιγμές. Και ο λόγος που βρέθηκα εκεί για δουλειά ως φωτογράφος, ήταν επειδή ο φίλος μου John Phillips [σ.σ. The Mamas & The Papas] ήταν ένας από τους διοργανωτές του φεστιβάλ. Με ρώτησε αν θέλω να πάω εκεί να τραβήξω φωτογραφίες και εννοείται πως δέχθηκα. Κάπως έτσι έγινε και στο Woodstock. Ο φίλος μου Chip Monck μου τηλεφώνησε μια μέρα λέγοντας μου «Henry, σε περίπου 3 εβδομάδες θα έχουμε ένα φεστιβάλ. Πρέπει να βρίσκεσαι εδώ με την κάμερα σου» και εγώ του απάντησα «Ξέρεις, Chip, θα το ήθελα πολύ. Κάτι άκουσα είναι η αλήθεια, αλλά δεν τους ξέρω αυτούς τους τύπους. Πως θα πάρω κάποια κάρτα εισόδου ως φωτογράφος;». Ο Chip μίλησε στον Michael Lang [σ.σ. ο βασικός διοργανωτής του Woodstock] και την επόμενη μέρα μου τηλεφώνησε. «Ο Chip είπε πως σε χρειαζόμαστε, οπότε αύριο σου στέλνω ένα αεροπορικό εισιτήριο και 500 δολάρια». (γέλια) Αυτό ήταν! Μπορεί αυτή την φορά να μην ήταν ακριβώς κάποιο τυχαίο γεγονός, αλλά υπήρχε ένας φίλος στην υπόθεση. Το σύμπαν έστειλε την ενέργεια του μέσω φίλων. Πέταξα για εκεί λοιπόν  και φωτογράφισα τα πάντα. Όλες τις προετοιμασίες για την έναρξη του φεστιβάλ. Και μετά όταν ήρθε τόσος κόσμος, αυτό ξεπέρασε τις προσδοκίες όλων. Κανείς δεν το περίμενε! Μια ολόκληρη πόλη μαζεύτηκε στον χώρο! Κάτι περισσότερο από 400.000 κόσμος. Εγώ κυρίως βρισκόμουν επάνω στην σκηνή για τις φωτογραφίες και όταν κοιτούσα μπροστά, το πλήθος έφτανε μέχρι εκεί που πήγαινε το μάτι μου. Το απόγευμα του Σαββάτου, κάποιος έφερε τους New York Times, που είχαν δημοσιεύσει μια φωτογραφία από ελικόπτερο, στην οποία φαινόταν μια μικρή σκηνή και ένα πελώριο πλήθος κόσμου να εκτείνεται παντού. Τρελαθήκαμε. Τότε συνειδητοποιήσαμε το μέγεθος της κατάστασης. Είχαν ξεκινήσει και οι αναφορές στα τοπικά ραδιόφωνα, πως όλοι οι δρόμοι είναι κλειστοί επειδή ερχόντουσαν συνεχώς οχήματα με κόσμο στο φεστιβάλ. Το ακούγαμε και είχαμε ενθουσιαστεί. 3 μέρες, 3 βράδια, όλη μέρα μουσική από τεράστιους καλλιτέχνες. Και φυσικά, υπήρχε πάντα η αδελφοσύνη. Όλοι ήταν χαρούμενοι και όλοι καπνίζανε χόρτο. Ίσως γι’ αυτό ήταν ειρηνική η ατμόσφαιρα. Όλοι περνούσαν καλά, με αγάπη. Δεν υπήρχαν καυγάδες, όπως σε εκείνο το φεστιβάλ που έπαιξαν οι Rolling Stones και οι Hells Angels σκότωσαν κάποιον [σ.σ. Altamont Free Concert, 1969].

Στo Woodstock του 1969 / ©Henry Diltz

– Πολλοί αναφέρουν πως το συγκεκριμένο περιστατικό, ήταν η αρχή του τέλους για το κίνημα των χίπις. Ήταν φυσικά λάθος και η επιλογή των Hells Angels για ομάδα προστασίας/φύλαξης της διοργάνωσης.

Κατά κάποιον τρόπο, ναι. Και αντίστροφα, το Woodstock ήταν η ύψιστη στιγμή του κινήματος. Οι άνθρωποι παντρεύτηκαν, έκαναν οικογένειες, άρχισε να σβήνει όλο αυτό. Αλλά ακόμα υπάρχει αυτό το πνεύμα. Κάποιοι απ’ αυτούς, μεγάλωσαν τα παιδιά τους με εκείνες τις αξίες. Προέκυψαν στην πορεία και οι περιβαλλοντιστές, σαν αυτό το υπέροχο κορίτσι, την Greta Thunberg. Είναι κάτι αντίστοιχο με εμάς. Το αίσθημα της αγάπης υπάρχει ακόμα. Να αγαπάμε την ζωή, τον πλανήτη μας, τον διπλανό μας. Είναι ο σκοπός της ζωής αυτό. Ο Δαλάι Λάμα λέει «ο σκοπός της ζωής είναι η ευτυχία». Όταν το διάβασα αυτό στα ‘60s ενθουσιάστηκα! Ο σκοπός της ζωής είναι να αγαπάμε τον συνάνθρωπο μας, να βοηθάμε ο ένας τον άλλον, να υπάρχει αδελφοσύνη, να αγαπάμε τον πλανήτη μας, τα ζώα, τα δέντρα. Είναι τόσο χαζό να πολεμάμε μεταξύ μας. Τόσο χαζό! Κάνουμε πολέμους και σκοτώνουμε κόσμο. Υπάρχουν αυτοί που θέλουν να τους ανήκουν τα πάντα. Είναι τρέλα. Η Ελλάδα για παράδειγμα είναι μια υπέροχη χώρα. Δεν προσπάθησε να κάνει πόλεμο σε κάποιον άλλον. Μήπως υπάρχει κάτι που εσείς ξέρετε και οι υπόλοιποι αγνοούν; (γέλια) Πρέπει να ευχαριστηθείς την ζωή. Να χορέψεις, να τραγουδήσεις, να φας ωραίο φαγητό, να κάνεις έρωτα. Τότε, τραγουδούσαμε το “Aquarius” από το soundtrack του “Hair” και τώρα βρισκόμαστε σε αυτή την «εποχή του Υδροχόου». Έχει ξεκινήσει. Είμαστε στο 2021 και θα έπρεπε να επικρατεί παγκόσμια ειρήνη, παγκόσμια αγάπη. Βέβαια, μπορεί να χρειαστούν ακόμα 2021 χρόνια για να φτάσουμε σε αυτό το επίπεδο, αλλά πρέπει να ξεκινήσουμε να το νιώθουμε αυτό.

– Έχετε τραβήξει μια φωτογραφία στο Woodstock που μου αρέσει πάρα πολύ. Υποθέτω πως είναι στο τέλος του φεστιβάλ, όπου κυματίζει η Αμερικάνικη σημαία [σ.σ. Grand Union Flag], ενώ άνθρωποι καθαρίζουν το σημείο. Μοιάζει με το τέλος ενός πολέμου. Πώς ήταν το συναίσθημα όταν τελείωσε το φεστιβάλ;

Α ναι! Αυτή η ασπρόμαυρη φωτογραφία… Ήταν Δευτέρα πρωί. Την Κυριακή το βράδυ, ξημερώματα προς Δευτέρα δηλαδή, ανέβηκε στην σκηνή ο Jimi Hendrix. Αρκετός κόσμος είχε αποχωρήσει πλέον καθώς θα τέλειωνε το φεστιβάλ, αλλά είχαν μείνει πίσω περίπου 50.000 κοινό. Βέβαια, μπορούσες να δεις πως οι λόφοι πλέον είχαν αδειάσει. Ο κόσμος άφησε πίσω του βρεγμένες πετσέτες, υπνόσακους, κάθε λογής σκουπίδια. Έμοιαζε με πεδίο μάχης, όπου στην θέση του πτωμάτων, υπήρχε οτιδήποτε μπορείς να φανταστείς. Αφού τελείωσε και το live του Hendrix που ηλέκτρισε την ατμόσφαιρα, έφυγε και ο υπόλοιπος κόσμος και μετά σιωπή παντού, ησυχία. Ήταν σαν να τελείωσε μια μάχη. Ευτυχώς, έμεινε αρκετός κόσμος για να βοηθήσει το προσωπικό του φεστιβάλ με τον καθαρισμό του μέρους. «Αγάπη και Ειρήνη φυσικά, αλλά θα καθαρίσω κιόλας». Κάποιοι είχαν αναπτύξει μια ιδιαίτερη ευαισθησία με την Γη. Αγαπούσαν την φύση, την σεβόντουσαν, οπότε και έκατσαν να μαζέψουν τα σκουπίδια των άλλων. Ήταν ένα πολύ ωραίο συναίσθημα να βλέπεις να συμβαίνει κάτι τέτοιο. Εγώ έπρεπε να πάω στη Νέα Υόρκη για να τσεκάρω τα φιλμ μου και να εμφανίσω τις φωτογραφίες που τράβηξα.

Το τέλος του Woodstock / ©Henry Diltz

– Πως είναι η φωτογραφική σας καθημερινότητα πλέον; Χρησιμοποιείται ψηφιακή κάμερα ή ακόμα φίλμ;

Μέχρι το 2005 έλεγα πως δεν θα ασχοληθώ ποτέ με τις ψηφιακές κάμερες. Κάποια στιγμή, έπαιξα λίγο με μια κάμερα ενός φίλου και έπαθα σοκ με την αυτόματη εστίαση. Δεν το πίστευα. Υπολόγιζε μόνη της τα επίπεδα φωτισμού και εγώ δεν χρειαζόταν να κάνω σχεδόν τίποτα. Ενθουσιάστηκα! Κάπως έτσι ξεκίνησα να φωτογραφίζω με ψηφιακή κάμερα και είναι τέλειο μπορώ να πω. Μου λείπει το φιλμ, αλλά δεν γαμιέται, δεν έγινε και τίποτα. Είναι ένας άλλος τρόπος να αποτυπώσεις την στιγμή και να την μοιραστείς. Τώρα με την πανδημία, βγάζω αρκετές φωτογραφίες καθημερινά. Την κούπα μου, την ταΐστρα πτηνών δίπλα στο παράθυρο, τα κολίμπρι που έρχονται να φάνε, τα πόδια μου, τον εαυτό μου στον καθρέφτη. (γέλια) Πάντα φωτογράφιζα αυτό που έβλεπαν τα μάτια μου. Οτιδήποτε και αν ήταν αυτό. Για μένα όλα είναι τέχνη. Δεν αντιλαμβάνομαι την φωτογραφία ως δουλειά. Απλά το κάνω. Είναι μέρος της ζωής μου.

– Ας ανοίξουμε και το κεφάλαιο του δίσκου “Morrison Hotel” και των Doors. Τι σχέση είχατε μαζί τους;

Ήμασταν κατά κάποιον τρόπο φίλοι. Έπαιζε ρόλο που ήμουν και μουσικός. Ξέρεις, όταν είσαι μουσικός, όταν ασχολείσαι με τη μουσική, είναι σαν να ανήκεις σε μια άτυπη λέσχη. Όταν γνωρίζεις έναν άλλο μουσικό, γίνεστε αυτόματα φίλοι γιατί έχετε ένα σημαντικό κοινό. Τη μουσική. Οι περισσότεροι φίλοι μου είναι μουσικοί και οι περισσότεροι ήξεραν πως είμαι μουσικός. Όπως και ο Jim Morrison. Έτσι, ήμουν και εγώ μέλος αυτής της «λέσχης», όλοι φίλοι μεταξύ μας.

Οι Doors σε πύργο ναυαγοσώστη / © Henry Diltz

– Ο Jim Morrison έμενε ακόμα στην Love Street [σ.σ. το τραγούδι που έγραψε το ‘68 εμπνευσμένος από το Laurel Canyon];

O Jim την αποκαλούσε “love street” και εμείς Laurel Canyon boulevard. Ήταν ένας ήσυχος τύπος. Ποιητής. Ουσιαστικά, οι Doors ήταν η ποίηση του Jim με την μουσική επένδυση του Ray Manzarek. Συναντιόμασταν σε διάφορα σημεία του Laurel Canyon, ανταλλάζαμε χαιρετισμούς, αλλά μέχρι εκεί. Δεν ήταν ιδιαίτερα επικοινωνιακός τύπος ο Jim. Ήταν παρατηρητής. Του άρεσε να παρακολουθεί τους ανθρώπους, τις αντιδράσεις τους, τις συμπεριφορές τους. Ήταν γοητευμένος με το έργο των Γάλλων συγγραφέων και των ποιητών της Αναγέννησης. Είχε υιοθετήσει κατά κάποιον τρόπο, τον συγκεκριμένο τρόπο ζωής εκείνων των καλλιτεχνών. Δηλαδή, γυναίκες, ποτό, ποίηση. (γέλια) Πρόσθεσε και τη μουσική σε αυτό, με τους Doors, που ήταν κάτι το διαφορετικό. Δεν ήταν ένα folk συγκρότημα. Είχαν στοιχεία κλασσικής μουσικής, jazz φόρμες [σ.σ. χαρακτηριστικό παράδειγμα το “Riders on the Storm“], blues αισθητική.

– Οπότε, διέφερε από τους υπόλοιπους μουσικούς της περιοχής.

Ναι, ακριβώς. Διέφερε από τους υπόλοιπους. Υπήρχε ο David Crosby, o Graham Nash, o Stephen Stills, οι The Mamas & The Papas, αργότερα ο Jackson Browne, οι Eagles, όπου όλοι αυτοί προήλθαν από τη μουσική παράδοση της folk. Έπαιζαν κιθάρα, έγραφαν τραγούδια. Ο Jim Morrison δεν έπαιζε κανένα όργανο. Απλά έγραφε ποίηση. Δεν ήταν στίχοι τραγουδιών. Και στην συνέχεια ο Ray Manzarek έντυνε μουσικά την ποίηση του Jim. Δεν ήταν σαν όλους εμάς τους χίπις, με το σύνθημα «Αγάπη και Ειρήνη».

– Ποιος είχε την ιδέα για το εξώφυλλο του άλμπουμ;

Είχα έναν συνεργάτη, τον Gary Burden. Ήταν γραφίστας και λίγο μεγαλύτερος από μένα. Πολύ cool τύπος. Όλοι τον αγαπούσαν γιατί είχε εξαιρετική προσωπικότητα. Μαζί, δημιουργήσαμε κάποια εξώφυλλα δίσκων για φίλους μας μουσικούς, όπως το Crosby, Stills & Nash. Οι Doors λοιπόν, είδαν εκείνο το εξώφυλλο και τους άρεσε. Μας τηλεφώνησαν και μας ενημέρωσαν πως τους ενδιαφέρει να κάνουμε το εξώφυλλο του επόμενου δίσκου τους [σ.σ. Morrison Hotel]. Οπότε εγώ με τον Gary πήγαμε στο γραφείο τους να συναντήσουμε τον Jim και τον Ray. Εκεί τους ρωτήσαμε ποιος θα είναι ο τίτλος του δίσκου, αλλά δεν είχαν ιδέα. Προσπαθήσαμε να καταλάβουμε τι θα ήθελαν, ποια αισθητική τους αρέσει, αλλά και πάλι δεν είχαν ιδέα. (γέλια) Κάποια στιγμή ο Ray Manzarek γυρνάει και μας λέει «ξέρετε, με την γυναίκα μου την Ντόροθι, οδηγούσαμε στο L.A. και παρατηρήσαμε ένα παλιό funky ξενοδοχείο, όπου έγραφε στο παράθυρο του με μεγάλα γράμματα Morrison Hotel». Κοιτάχτηκε μεταξύ μας και είπαμε «αυτό είναι τέλειο!». Μετά από λίγο, οι τέσσερις μας, βρισκόμασταν στο Volkswagen βανάκι τους [σ.σ. το χρησιμοποιούσαν οι Doors για τα tour τους] και κατηφορίζαμε για το Los Angeles και το ξενοδοχείο. Το είδαμε, μας άρεσε και μια εβδομάδα αργότερα επιστρέψαμε με όλα τα μέλη του συγκροτήματος για την φωτογράφιση.

– Γνωρίζουμε ότι η φωτογραφία τραβήχτηκε όταν ο ρεσεψιονίστ έφυγε και τα μέλη της μπάντας έτρεξαν μέσα για να στηθούν πίσω από την τζαμαρία του ξενοδοχείου. Έτσι έγινε όντως;

Σωστά, έτσι έγινε. Μπήκαμε μέσα στο ξενοδοχείο και παρατηρούσαμε το λόμπι του, με όλα εκείνα τα funky έπιπλα. Ενημέρωσα τον ρεσεψιονίστ πως θα τραβούσαμε κάποιες φωτογραφίες για τους Doors, αλλά αυτός ήταν εντελώς αρνητικός! Φοβόταν πολύ τον ιδιοκτήτη. Ρωτήσαμε που είναι ο υπεύθυνος του αλλά μας είπε πως απουσίαζε. Έτσι τους είπα να πάμε έξω και να σταθούμε μπροστά ή στο πλάι της τζαμαρίας για τις φωτογραφίες. Πριν ξεκινήσουμε λοιπόν την φωτογράφιση και ενώ ήμασταν έξω πλέον, στο πεζοδρόμιο, είδα μια δυνατή εστία φωτός (σ.σ. φαίνεται και στο εξώφυλλο, κάτω από τα γράμματα). Πλησίασα στο τζάμι και παρατήρησα πως πρόκειται για μια μεγάλη φωτεινή ένδειξη λειτουργίας του ασανσέρ. Ο τύπος λοιπόν μέσα, είχε αφήσει το πόστο του και είχε πάρει το ασανσέρ για να πάει στους επάνω ορόφους. Είπα «πάμε μέσα γρήγορα! Έχουμε ελάχιστα λεπτά για τις φωτογραφίες! Γρήγορα!» και κάπως έτσι βγήκε αυτή η φωτογραφία. (γέλια)

Το εξώφυλλο του δίσκου “Morrison Hotel” των Doors / © Henry Diltz

– Υπάρχει κάποια παρόμοια περιπετειώδης ιστορία για τις υπόλοιπες φωτογραφίες του δίσκου στο Hard rock café; Στην εσωτερική, βλέπουμε το συγκρότημα να κάθεται στο μπαρ ενώ ο Jim κρατάει μια μπύρα. Περάσετε χρόνο εκεί;

Όταν βγήκαμε έξω απ’ το ξενοδοχείο, μετά από αυτή την υπερένταση, ο Jim γύρισε και μας είπε «Ωραία. Τώρα πάμε για μια μπύρα». Ήταν μεσημέρι. Οδηγήσαμε μερικά τετράγωνα πιο πέρα, προς το κέντρο του Los Angeles. Βρεθήκαμε σε μια περιοχή, από αυτές που αποκαλούσαμε skidrows [σ.σ. φτωχές εργατικές γειτονιές] και οδηγούσαμε αργά, σαν σε παρακολούθηση, για να αποφασίσουμε σε ποιο μπαρ θα καταλήξουμε. Κάποιος παρατήρησε μέσα από το βαν την ταμπέλα Hard rock café και επειδή μας άρεσε η ονομασία μπήκαμε σ’ αυτό. Βγάλαμε κάποιες φωτογραφίες μέσα στο μπαρ και ο Jim, ως ποιητής που ήταν, είχα καθίσει με τους πότες του μαγαζιού και άκουγε τις ιστορίες τους. Το έβρισκε συναρπαστικό και αρκετά ποιητικό. Οπότε τους κερνούσε μπύρες και αυτοί ξεκινούσαν να του μιλάνε. Αυτός δεν μιλούσε. Απλά τους άκουγε. Όταν κυκλοφόρησε ο δίσκος, οι Doors δέχθηκαν ένα τηλεφώνημα από κάποιους τύπους στην Αγγλία. «Θα ανοίξουμε ένα cafe εδώ και θα θέλαμε να το ονομάσουμε Hard Rock Café όπως είναι ονομασία του μπαρ που φαίνεται στο εξώφυλλο σας. Θα σας πείραζε;» και εννοείται πως οι Doors έδωσαν το ok. Έτσι ξεκίνησε και η ιστορική αυτή αλυσίδα καταστημάτων Hard Rock Café που εξαπλώθηκε σε όλο τον κόσμο. Κάποια στιγμή, είχα μια συζήτηση με έναν τύπο που μου είπε πως όταν ήταν νέος στα ‘50s, περνούσε από αυτό το μπαρ και το rock στην ονομασία του μαγαζιού δεν αφορούσε το rock n’ roll, αλλά την σκληρότητα της ζωής, του συγκεκριμένου μέρους και ήταν μια αναφορά στους ανθρακωρύχους που σύχναζαν εκεί. Hard rock, δηλαδή σκληρή ζωή, σκληρή δουλειά, σαν βράχος. Καμία σχέση με τη μουσική.  Ήταν απλά μια πολύ ωραία σύμπτωση.

Οι Doors στο Hard rock café / © Henry Diltz

– Με ενθουσιάζει το γεγονός, πως διάφορα τυχαία περιστατικά, μετατράπηκαν σε ιστορικά γεγονότα.

Όπως το λες. Διάφορα, μικρά, τυχαία περιστατικά. Αλλά είναι όντως τυχαία γεγονότα; Μήπως αυτή είναι η μοίρα μας;

– Δεν ξέρω. Αλλά σίγουρα αν δεν είσαι ανοιχτός στο απρόοπτο, δεν θα ζήσεις κάποια μεγάλη συγκίνηση.

Ακριβώς! Δεν είχα μια τυπική δουλειά, με συγκεκριμένο ωράριο. Ήμουν μουσικός και είχα την ελευθερία να κάνω ό,τι θέλω. Αυτό ήταν ένα μεγάλο πλεονέκτημα. Και απλά, συνέβαιναν πράγματα, γιατί εγώ είχα αφήσει τον εαυτό μου ελεύθερο. Εστίαζα σε αυτά που ένιωθα και έτσι έδινα χώρο σε αυτά τα «τυχαία γεγονότα» να υπάρξουν.

O Neil Young / © Henry Diltz

– Ίσως, αυτή θα είναι και η τελευταία μου ερώτηση και ήθελα να σας την κάνω νωρίτερα. Κατά τη γνώμη σας, ποιο είναι αυτό το στοιχείο που κάνει και το εξώφυλλο του άλμπουμ Crosby, Stills & Nash τόσο εμβληματικό;

Υπάρχουν κάποιοι λόγοι γι’ αυτό. Σίγουρα, ένας απ’ αυτούς είναι το ότι δεν είχαμε κάποιο πλάνο. Δεν υπήρχε καμία ιδέα σχετικά με το εξώφυλλο. Δεν ήταν στημένο, δεν είπαμε «Πάμε παιδιά. Θα κάνουμε αυτό, θα στήσουμε φώτα, μπλα μπλα μπλα». Ήταν ακόμα ένα τυχαίο γεγονός. Απλά συνέβη. Μπορώ να χρησιμοποιώ την λέξη organic για να το περιγράψω. Ήταν κάτι που προέκυψε με φυσικό τρόπο. Ήταν μια στιγμής αλήθειας. Δεν την επινοήσαμε. Και επίσης, πολύ σημαντικό ρόλο έπαιξε ο Gary Burden. Πριν ασχοληθεί με την γραφιστική και γίνουμε συνεργάτες, ήταν αρχιτέκτονας και σχεδίαζε κτήρια. Γνώρισε τη Mama Cass [σ.σ. τραγουδίστρια των The Mamas & the Papas] στα πλαίσια μιας ανακαίνισης που έκανε στο σπίτι της στο Laurel Canyon και έγιναν πολύ καλοί φίλοι. Καπνίζανε μαζί ποσότητες από το «βότανο του Θεού». Κάποια στιγμή του είπε πως θα ήθελε να της σχεδιάσει το εξώφυλλο για τον πρώτο solo δίσκο της [σ.σ. “Dream a little dream”, 1968]. Ήταν μόλις είχαν διαλυθεί οι The Mamas & the Papas. O Gary εξέφρασε τις αμφιβολίες του, πως δεν είναι γραφίστας, αλλά αρχιτέκτονας. Η Mama Cass του είπε «Αφού μπορείς να κάνεις σχεδιαγράμματα και προσχέδια για κτήρια, μπορείς να το κάνεις και για εξώφυλλα δίσκων». Ήταν υπέροχη ιδέα! Είχε δίκιο. Έτσι λοιπόν, ο Gary ξεκίνησε να δοκιμάζει τις ικανότητες και σε αυτόν τον τομέα. Μια μέρα με είδε στο πάρκο να τραβάω φωτογραφίες, με προσέγγισε και μου είπε «Θες να συνεργαστούμε; Θα σχεδιάσω το εξώφυλλο του δίσκου της Mama Cass». Εγώ την γνώριζα, ήμασταν φίλοι, οπότε συμφώνησα αμέσως. Κατά κάποιον τρόπο, η Mama Cass μας έφερε κοντά. Ως αρχιτέκτονας, χρησιμοποιούσε και γνώριζε διάφορα υλικά. Ξύλο, πέτρα κτλ. Όταν κάναμε λοιπόν το εξώφυλλο του Crosby, Stills & Nash ο Gary είπε στο εργοστάσιο εκτυπώσεων να γυρίσουν ανάποδα το φύλλο του χαρτιού για να τυπωθεί στην τραχιά επιφάνεια. Εκείνα τα χρόνια, συνήθως τα εξώφυλλα είχαν μια γυαλιστερή και απαλή μορφή. Ο Gary δεν το ήθελε αυτό για την συγκεκριμένη δουλειά. Στην αρχή, έφεραν τις αντιρρήσεις τους από το εργοστάσιο, υποστηρίζοντας πως θα υπάρχει πρόβλημα με το μελάνι, του μιλούσαν με τεχνικές προδιαγραφές, αλλά ο Gary έλεγε «Δεν με ενδιαφέρει. Θέλω απλά να το κάνετε όπως σας υπέδειξα». Όταν κρατάς το εξώφυλλο αυτού του δίσκου, νιώθεις την υφή του χαρτιού. Νιώθεις την σύσταση του, είναι κάτι φυσικό. Και αυτή η αίσθηση συνδυάζεται άψογα με την φωτογραφία. Οι Crosby, Stills & Nash ναι μεν έπαιζαν με ηλεκτρικά όργανα, αλλά είχαν μια ακουστική αισθητική. Η μουσική τους ήταν «οργανική», φυσική, ανθρώπινη. Όπως ακριβώς και αυτό το εξώφυλλο. Τότε, συνηθίζαμε να το αποκαλούμε wooden music.

To εξώφυλλο του δίσκου “Crosby, Stills & Nash” / © Henry Diltz

– Κάπως έτσι πρέπει να τυπώθηκε και το εξώφυλλο του Morrison Hotel κρίνοντας από τις εκδόσεις των δίσκων που έχω.

Ναι, σωστά. Μετά από το “Crosby, Stills & Nash” όλες οι δισκογραφικές και τα συγκροτήματα ήθελαν τέτοια εκτύπωση. Ήταν κάτι καινούργιο.

– Έχω την εντύπωση πως έχουμε αναφέρει αρκετές φορές το όνομα της Mama Cass και μάλλον δεν είναι τυχαίο. Ήταν σαν μητέρα για όλους εσάς;

Ήταν πολύ έξυπνη, αστεία και μέσα σ’ όλα! Είχε πολλές γνώσεις για διάφορα πράγματα. Μια πραγματικά πολύ ενδιαφέρουσα προσωπικότητα. Της άρεσε να διασκεδάζει τους ανθρώπους. Όπως η Gertrude Stein στο Παρίσι όπου καλούσε στο salon της διάφορες προσωπικότητες της εποχής, όπως τον Picasso, τον Henri Matisse, τον Ernest Hemingway. Έτσι και η Mama Cass καλούσε ανθρώπους στο σπίτι της για να γνωριστούν μεταξύ τους, να συζητήσουν και να περάσουν χρόνο μαζί. Η παρουσία της ήταν καταλυτική για την εποχή, την περιοχή και τις τέχνες. Ένωνε τους ανθρώπους. Έκανε πράγματα να συμβαίνουν. Ήταν αυτή που γνώρισε στον Graham Nash [σ.σ. ήταν στους Hollies] τον David Crosby [σ.σ. ήταν  στους The Byrds] γιατί ήξερε πως αυτοί οι δύο πρέπει να τραγουδούν μαζί. Ήταν πολύ καλή στο να συγκεντρώνει κόσμο και να προκύπτουν φιλίες, συνεργασίες και σχέσεις.

– Στο YouTube υπάρχει ένα βίντεο από την εμφάνιση της Janis Joplin στο Monterey Pop Festival, όπου τραγουδάει το Ball & Chain. Πολύ σωστά κάποιος έχει παρατηρήσει πως η Mama Cass την παρακολουθεί έχοντας μείνει άφωνη, χωρίς κάποια υποψία ζήλειας, παρά μόνο θαυμασμό.

Είμαι σίγουρος πως έτσι θα ήταν. Κάποια στιγμή, οι The Mamas and The Papas είχαν μια τηλεοπτική εμφάνιση μαζί με τους Cream [σ.σ. το συγκρότημα του Eric Clapton] που είχαν έρθει από την Αγγλία. Εκεί γνώρισε και τον Eric, ο οποίος ήταν αρκετά ντροπαλός γιατί ήταν η πρώτη του φορά στις Η.Π.Α. και δεν γνώριζε κανέναν. Οπότε του είπε «Έλα αύριο σπίτι μου, να μαζευτούμε διάφοροι φίλοι, να κάνουμε ένα μπάρμπεκιου στην αυλή και να τους γνωρίσεις». Ανάμεσα στους καλεσμένους, ήταν ο Micky Dolenz των Monkees, εγώ, ο Gary Burden με την γυναίκα του και το κοριτσάκι τους, διάφοροι άλλοι και φυσικά ο David Crosby, ο οποίος μας σύστησε μια νέα τραγουδίστρια που είχε γνωρίσει και θα της έκανε την παραγωγή στον πρώτο της δίσκο. Ήταν η Joni Mitchell. Κανείς μας δεν την ήξερε. Κάποια στιγμή, η Joni έκατσε κάτω από ένα δέντρο και ξεκίνησε να παίζει με την κιθάρα της τα τραγούδια που θα ηχογραφούσε στον δίσκο της. Ο Clapton έκατσε εκεί κοντά και δεν πίστευε αυτό που άκουγε. Είχε μείνει άφωνος. Όπως και αυτόν, έτσι και τους υπόλοιπους μας είχε παρασύρει. Εκεί τράβηξα και μια γνωστή πλέον φωτογραφία. Αυτή ήταν η Mama Cass. Έφερνε κοντά τους ανθρώπους, ανιδιοτελώς. Ήταν σαν τη «Μητέρα Γη» για εμάς. Νομίζω αυτή θα ήταν η πιο σωστή περιγραφή.

Από αριστερά: Joni Mitchell, David Crosby, Eric Clapton και ένα μωρό / © Henry Diltz

– Τους θαυμάζω αυτούς τους ανθρώπους γι’ αυτά που προσφέρουν. Απ’ όσα έχω διαβάσει και απ’ αυτά που μου περιγράφετε, νομίζω πως ήταν η πηγή της ζωής. Με συγκινούν τέτοιες προσωπικότητες. Πως νιώσατε όταν έφυγε από την ζωή το ’74;

(και οι δύο ακουγόμαστε εμφανώς συγκινημένοι)

Ήταν ένας σπουδαίος άνθρωπος. Πάντα χαρούμενη και φιλική. Όλοι ήθελαν να είναι κοντά της γιατί ήταν μια συναρπαστική προσωπικότητα. Όταν πέθανε, υπήρχε μια θλίψη στην ατμόσφαιρα. Εννοείται. Αλλά αρκετοί, όπως και εγώ, που ανήκαμε στην γενιά των χίπις, διαβάζαμε τους Ινδούς γκουρού. Βιβλία πνευματικών ανθρώπων, όπως ο Paramahansa Yogananda. Όλοι τον είχαμε διαβάσει στα ‘60s και μέσα από αυτόν, άνοιξαν νέοι ορίζοντες για εμάς. Πνευματικά μονοπάτια, Θεϊκές αναζητήσεις, ουράνιες ψυχές. Πιστεύαμε (και ακόμα δηλαδή), πως κανείς δεν πεθαίνει ουσιαστικά. Απλά αφήνουμε το σώμα μας και μεταφερόμαστε κάπου αλλού. Ο Yogananda έλεγε πως δεν έγινε και τίποτα αν μπεις στο επόμενο δωμάτιο [σ.σ. εννοώντας, πως η ψυχή περνάει σε κάποιο άλλο επίπεδο, αφήνοντας πίσω της το σώμα που κατοικούσε]. Κατάλαβες; Η ψυχή σου παραμένει ζωντανή, περνάς στην άλλη πλευρά, όποια και αν είναι αυτή, και συνεχίζεις. Εκεί, ίσως είναι και καλύτερα. Είμαι σε τέτοια ηλικία, 82 χρονών, που οι περισσότεροι καλοί μου φίλοι, έχουν ήδη περάσει στο επόμενο δωμάτιο… Τους σκέφτομαι συνέχεια και τους χαιρετάω όταν κάνω διαλογισμό. Ξέρω πως βρίσκονται κάπου, ίσως είναι τριγύρω μου. Και πιστεύω πως κάποια στιγμή θα τους συναντήσω πάλι. Ξέρεις, η ζωή δεν τελειώνει. Η Mama Cass είναι κάπου και ακόμα συλλέγει εμπειρίες, γίνεται κάτι ανώτερο απ’ αυτό που ήταν πριν. Με κάποιον τρόπο, κάπως, κάπου, θα βρεθούμε πάλι όλοι μαζί. Πιστεύω πολύ στην ψυχή και σε πνευματικά όντα που μας βοηθάνε. Αν είσαι ανοιχτός στην ζωή, αν απαιτείς από τον εαυτό σου να ζει και όχι απλά να επιβιώνει, τότε θα το δεις και εσύ αυτό.

Ο Henry Diltz / ©Henry Diltz