Όποιος έχει δει έστω και μία φορά τον Γιώργο (Τζούλιο) Κατσή πάνω στο θεατρικό σανίδι, πιστεύω ότι τον θυμάται για καιρό μετά το τέλος της εκάστοτε παράστασης. Το “Σπιρτόκουτο”, η “Δημοκρατία του Μπακλαβά”, “Η Βασίλισσα της ομορφιάς” και ο “Φιλοκτήτης” είναι μόνο μερικές από τις αξιοσημείωτες παραστάσεις που έχει συμμετάσχει, ενώ η παρουσία του στο θέατρο είναι απρόσκοπτη από το 2014 που αποφοίτησε από τη δραματική σχολή του Εθνικού Θεάτρου.

Με αφορμή την παράσταση “Τα Δέντρα Ανθίζουν Ακόμα“, την οποία έγραψε και σκηνοθέτησε, ο Γιώργος σκέφτηκε ανοιχτά και μίλησε ελεύθερα στο Olafaq χωρίς να επηρεαστεί από τη πολιτική ορθότητα. Ο ηθοποιός και σκηνοθέτης είναι ένα πνεύμα ανήσυχο και ασυμβίβαστο. Μεγάλωσε φτωχός και μετανάστης από την Αλβανία στην Ελλάδα του 90′ και του 2000′ και πιο συγκεκριμένα στη Νέα Φιλαδέλφεια, όπου έγινε η φωτογράφιση. Κάθε μέρα βγαίνει έξω και αναζητεί να δει αν υπάρχουν δέντρα ακόμα, αντιπαθεί τους αισιόδοξους ανθρώπους και λίγο πριν κλείσει τα 32 νιώθει ότι τον έχει ξεπεράσει η εποχή του. Ο Γιώργος είναι ένας άνθρωπος με άποψη για τη ζωή και την τέχνη και μας τα είπε πολύ ωραία σε αυτή τη συνέντευξη που θα διαβάσετε ευθύς αμέσως.

– Ποια είναι τα “Δέντρα που Ανθίζουν Ακόμα”;
Πέρα από τη φυσιολατρεία που διακατέχει τον ήρωα του διηγήματος -και τη παρηγοριά που βρίσκει στο να βαδίζει ανάμεσα στα δέντρα στις μελαγχολικές και υπαρξιακές του αναζητήσεις ή να τους μιλάει κι αυτά να του απαντούν όπως γράφει- ως δέντρο, ως κάτι που ανθίζει και ζητάει να ποτιστεί είναι η σκέψη. Η ελεύθερη σκέψη, απομακρυσμένη από τετριμμένες ιδέες, αυτονόητα και φτωχά συμπεράσματα, ηθικούς συμβιβασμούς στην έκφραση της ή την απουσία οποιασδήποτε ηθικής απέναντι στον κόσμο, την τέχνη και τους ανθρώπους. Η δύναμη να μπορείς να σκέφτεσαι ανοιχτά για όσα θεωρεί ο κόσμος σήμερα ότι δεν επιτρέπεται, η ουσιαστική απελευθέρωση από τις λέξεις ή συλλογισμούς που “απαγορεύονται” και σε περιθωριοποιούν. Ένα δέντρο που ανθίζει ακόμα επομένως είναι από μία παράσταση που απέχει ωκεανούς απ’ την ομογενοποιημένη, ακρωτηριασμένη σημερινή γλώσσα στο θέατρο, τα βολικά συμπεράσματα, τη διασκέδαση του θεατή και την ευτελή εκμετάλλευση κοινωνικών και φυλετικών ζητημάτων για να βγουν εισιτήρια, να ειπωθούν «μπράβο», να γραφτούν υπερθετικά ψευδή και αγορασμένα άρθρα για αυτήν. Ένας άνθρωπος που δεν είναι ούτε κατά διάνοια κομμάτι του δειλού καλλιτεχνικού χώρου της Ελλάδας αλλά επιτρέπει στον εαυτό του να σκέφτεται ενάντια στον εξευγενισμό της πόλης, της χώρας του, του κόσμου του, της φαντασίας του, άφοβα.

Φωτ.: Άσπα Κουλύρα / Olafaq

– Πώς δημιουργήθηκε η ιδέα του έργου;
Δίδαξα ένα σεμινάριο υποκριτικής τον περασμένο Ιούλιο το οποίο παρακολούθησαν οι 10 ηθοποιοί του έργου. Μου ζήτησαν να φτιάξουμε μια παράσταση και τους έγραψα ένα έργο. Αποσπάσματά του ωστόσο προϋπήρχαν και κάθονταν μεταξύ των σημειώσεων μου και αρχείων στον υπολογιστή. Ολόκληρο το διήγημα όμως και το διακύβευμά του γράφτηκε για αυτούς.

– Η σχέση των δέντρων με τον Άνθρωπο της Αθήνας ποια είναι;
Είναι ξεκάθαρο τι σχέση έχει γενικώς ο Έλληνας με τα δέντρα. Τα καίει ή ψηφίζει κυβερνήσεις να τα κάψουν εκείνες για αυτόν και να τον κάνουν δουλοπάροικο κάποιου resort για παιδοβιαστές, γιάπηδες ή ψηφιακούς νομάδες που είναι λες και βγαίνουν με εργοστασιακές ρυθμίσεις, κι ενώ δεν το έχει καταλάβει ακόμα, αυτοί οι άνθρωποι ήδη ελέγχουν όλη τη ζωή του. Γιατί κανείς δεν επιλέγει τα δέντρα αν μπορεί να τρώει brunch στην Κυψέλη με 8.50€. Μπορεί ο αέρας που αναπνέουμε να είναι ο πιο δηλητηριώδης με μεγάλη διαφορά σε όλη την Ευρώπη, αλλά τουλάχιστον έχουμε tattoo με 300€ και μπορούμε να πίνουμε Guatemala flat white με γάλα σόγιας.

Φωτ.: Άσπα Κουλύρα / Olafaq

– Ο τίτλος δεν είναι απαραίτητα αισιόδοξος. Τουλάχιστον έτσι τον ανέγνωσα εγώ. Ότι τα δέντρα θα ανθίζουν ακόμα κι αν πεθάνουμε. Σα να μιλάμε για συνειδητοποίηση και όχι για μια ελπιδοφόρα συνθήκη. Ισχύει;
Δεν είμαι αισιόδοξος ούτως ή άλλως ως άνθρωπος. Δεν θα έγραφα τίποτα αισιόδοξο ποτέ, κι αντιπαθώ πολύ τους αισιόδοξους ανθρώπους και όλη την αγορά που έχει στηθεί γύρω από την αισιοδοξία. Αυτό δεν σημαίνει ότι είμαι απαισιόδοξος ωστόσο. Είμαι όπως είμαι κι αναζητώ κάθε μέρα να δω αν έχει δέντρα έξω ακόμα. Και ανάμεσα από τόνους τσιμέντο, ακόμα διακρίνεις μια νερατζιά ασθενική κάπου που φυτρώνει ακόμα. Κι απορώ με αυτό. Αγαπώ πολύ τη φύση. Οι πεζοπορίες και οι εκδρομές που έχω κάνει στη φύση με έχουν διαμορφώσει όσο κι η μουσική και τα βιβλία. Σκόρπισα τον Δεκέμβρη τις στάχτες του πατέρα μου στην κορυφή της Δίρφης, τον είδα να γίνεται κομμάτι του αέρα και του βουνού για πάντα. Απομακρύνεσαι για λίγο απ’ την Αθήνα και βλέπεις ότι κάποια μέρη γεμάτα δέντρα αναστενάζουν ακόμα ελεύθερα και σκέφτεσαι ότι παρά την μετάσταση του καρκίνου που είναι ο άγριος καπιταλισμός, ένα φυσικό τοπίο καταφέρνει κι επιβιώνει με τους όρους του μακριά απ’ την αρρώστια της ανθρώπινης απληστίας. Και το παρατηρώ. Τίποτα άλλο. Όπως παρατηρούσα στη Νέα Φιλαδέλφεια μια άστεγη γυναίκα που περνούσε με πολλά αδέσποτα σκυλιά για χρόνια ψάχνοντας να φάει και να τα ταΐσει κι αυτά. Περνούσε ακόμα. Κι έπειτα έπαψε να περνάει. Με αυτές τις σκέψεις συγγενεύει ο τίτλος. Ούτε με την ελπίδα ούτε με την απελπισία. Σα να κοιτάς το φαγητό. Έτοιμο; Έτοιμο!

– Ο θάνατος πώς σε απασχολεί; Τον φοβάσαι;
Ο θάνατος καμιά φορά με ανακουφίζει πολύ όταν τον σκέφτομαι. Αυτό που τρέμω είναι να μην πεθάνω φτωχός ή ολομόναχος.

– Μεγάλωσες στη Νέα Φιλαδέλφεια, ανάμεσα στα δέντρα και το πράσινο, ποια είναι η δική σου σε σχέση μαζί τους;
Όταν ήμουν μικρός, το έσκαγα απ’ το σχολείο κάποιες μέρες που είχε αέρα, κι έψαχνα σημεία που μπορώ να δω τα δέντρα. Και σκεφτόμουν ότι ήταν σαν να χορεύουν για μένα. Κι ο ήχος του αέρα ανάμεσα τους είναι ένας ήχος που το υπερτιμημένο κύμα της θάλασσας δεν μπορεί να συναγωνιστεί. Γι’ αυτές τις μέρες με αέρα είμαι ευγνώμων που μεγάλωσα στη Νέα Φιλαδέλφεια. Σε συμφιλιώνει με τη θνητότητα σου αυτός ο ήχος όταν επιτρέπεις στον εαυτό σου να τον ακούσει. Ειδικά ως παιδί.

– Οι γονείς σου έχουν κάποια σχέση με τις τέχνες; Σε επηρέασαν με κάποιο τρόπο να στραφείς προς τα εκεί;
Θεωρώ ότι όταν οι γονείς έχουν σχέση με τις τέχνες καλλιεργούν στην καλύτερη έναν μέτριο καλλιτέχνη. Το ίδιο και όταν τον στηρίζουν. Η τέχνη ανήκει σε πληγωμένους, φτωχούς και τραυματισμένους ανθρώπους που αφέθηκαν στην τυχαιότητα και στο ενδεχόμενο, θέλοντας να σπάσουν το κεφάλι τους στον τοίχο από οργή, σύγχυση και απόγνωση. Εκεί σε συναντά η τέχνη αν είσαι αρκετά τυχερός και σου δίνει την επιλογή να λυτρωθείς. Εμένα δεν με ενδιαφέρει ούτε με συγκινεί το αστικό θέατρο, ούτε οι πλούσιοι καλλιτέχνες γιατί δεν μπορούν να ξεφύγουν από την ευλογία του προνομίου τους, ούτε από την μετριότητα στην οποία είναι καταδικασμένοι λόγω αυτού. Με την οικογένεια μου είμαστε πλέον καλά. Αλλά με σύστησαν από νωρίς σε πάρα πολλά τραύματα και κουβαλάω ακόμα ουλές που θα πεθάνω με αυτές μέσα μου. Μεγάλωσα φτωχός και μετανάστης από την Αλβανία στην Ελλάδα του 90′ και του 2000′. Ακόμα και έξω από το σπίτι μου -στο οποίο καταριόμουν όταν έπρεπε να γυρίσω- είχα να υπερασπιστώ τον εαυτό μου απέναντι σε έναν πολύ δύσκολο κόσμο. Με πολλούς τρόπους λοιπόν, και οι γονείς και η χώρα αυτή με έσπρωξαν να στραφώ στη τέχνη. Αλλά καμιά φορά εύχομαι να μην το είχαν κάνει.

– Ποια είναι η πρόθεση σου ως ηθοποιός, σκηνοθέτης και συγγραφέας. Οι προσωπικοί σου στόχοι σου ή οι διάλογοι που θέλεις να ανοίξεις;
Δεν με θεωρώ συγγραφέα. Θεωρώ ότι γράφω καμιά φορά όταν θέλω. Όπως δεν με θεωρώ μουσικό. Παίζω μουσική όταν θέλω κι υπάρχει κάτι που ανήκει σε αυτή τη μορφή και θέλω εκφραστεί έτσι. Ως ηθοποιός και ως σκηνοθέτης λοιπόν πάντα η πρόθεση μου είναι να μη δημιουργώ σε μία νεκρή, παλαιακή ή εύκολη γλώσσα παιξίματος -που ακόμα και οι πιο “μοντέρνες” σκηνοθεσίες στην Αθήνα θεωρούν ότι έχουν ξεπεράσει- και να σκοτώνω την επιθυμία, είτε τη δική μου είτε των ηθοποιών που σκηνοθετώ, του να θέλουν αποδείξουν οτιδήποτε σε οποιονδήποτε. Να απομακρυνθούμε όσο το δυνατόν πιο μακριά από κλάματα του 50′ για να συγκινήσουμε, ή ψευτοομιλίες με κακούς τονισμούς, ψεύτικες ή φτιαχτές φωνές και απενεργοποιημένα, τεμπέλικα σώματα. Αλλά το κυριότερο είναι η απόρριψη της επιβράβευσης και της απόδειξης. Κυνηγάω την αποτυχία. Όχι ως στόχο, αλλά ως συμφιλιωμένο ενδεχόμενο που δεν σημαίνει απολύτως τίποτα για το έργο τέχνης. Πάντα ο στόχος οφείλει να είναι το έργο ως μια χειραφετημένη οντότητα που είναι δημιουργημένο από εμάς, αλλά δεν είναι εμείς. Το Εγώ δηλαδή ως εργαλείο για να σκοτώσεις το Εγώ.

Φωτ.: Άσπα Κουλύρα / Olafaq

– Σκηνοθέτησες μετά από 5 χρόνια. Εντόπισες διάφορες στον εαυτό σου στον τρόπο προσέγγισής του κειμένου και των ηθοποιών;
Είμαι πολύ πιο ψύχραιμος και λειτουργώ με πολύ περισσότερο χιούμορ στη πρόβα. Παλιότερα είχα ως πρότυπα κάτι βλαμμένα τοτέμ που ακόμα τους κάνουν τεμενάδες, που είχαν προϋπόθεση οπωσδήποτε μια μορφή κακοποίησης, είτε ψυχικής, είτε χειριστικής φύσης, είτε η αέναη επανάληψη 3000 φορών μιας φράσης λες κι αυτό θα αποκάλυπτε κάτι για το έργο ενώ το ζήτημα ήταν εξαρχής ότι αυτός που ζητάει 3000 φορές κάτι, μπορεί να οδηγήσει σε κάτι ωραίο -για μια ελίτ κακοποιητών, ψιλοσαδιστών ή φιλόδοξων αστών- αλλά στην πραγματικότητα είναι άδειος. Η αγωνία να επαναλάβεις κάτι 3000 φορές εκθέτει το φόβο σου. Δεν αναζητάει τίποτα αυτός που επαναλαμβάνει 3000 φορές κάτι, γαβγίζει όπως γαβγίζει ο φοβισμένος σκύλος για να αποδείξει στους άλλους ότι αναζητάει, ότι κάτι υπάρχει εκεί που δεν υπάρχει τίποτα. Στον ίδιο δηλαδή. Αν ο εαυτός σου είναι στερημένος κι άδειος, χρειάζεσαι 3000 φορές από κάτι μήπως αισθανθείς ότι γεμίζεις. Εγώ γεμίζω τα τελευταία χρόνια προτού πάω στη πρόβα λοιπόν. Κι αν είμαι άδειος, πάω άδειος και κάνω απροκάλυπτα και χωρίς καμία ενοχή τη χειρότερη πρόβα της ζωής μου. Το μοντέλο του “τελειομανή” ή “ιδιοσυγκρασιακού” ή “δάσκαλου/πατέρα/ανατρεπτικού” σκηνοθέτη μπορεί να το μάσησα νεότερος αλλά το έχω ξεράσει χρόνια τώρα. Από το 2019 που έκανα το Βουνό.

– Στην παράσταση αναφέρεις με ένα σατιρικό τόνο τις “νέες” σκηνοθεσίες και τον τρόπο διδασκαλίας της υποκριτικής στις δραματικές σχολές. Σε έχουν κουράσει;
Εμένα δεν με κουράζει τίποτα. Αυτοί κουράζουν τους εαυτούς τους. Εμένα σκηνοθέτης ή δάσκαλος δεν μου έχει μιλήσει κι ούτε θα τολμούσε να το κάνει όπως παρουσιάζουμε στην παράσταση, κι αυτό είναι σαφές και στο χώρο, δεν πρόκειται να με καλέσει κάποιος να γίνω ο μαθητής του και το έχω κερδίσει αυτό. Εμένα δηλαδή φωνές, ειρωνικά σχόλια, πατροναρίσματα -πόσο μάλλον τασάκια ή αναποδογυρίσματα τραπεζιών- δεν θα τα κάνει μπροστά μου, ξέρω να προστατεύω την αξιοπρέπειά μου. Ο σατιρικός τόνος στη παράσταση είναι κάτι που εκλαμβάνεται απ’ το κοινό. Η παράσταση δεν το έχει. Απεικονίζουμε κυριολεκτικά πρόβες σκηνοθετών που εγώ ή άλλοι συνάδελφοι έχουμε δουλέψει μαζί τους. Λέμε πράγματα που ακόμα ηθοποιοί, μαθητές δραματικών τα ακούνε από δασκάλους -κάποιους νέους κιόλας- και τα επιτρέπουν όλοι. Διευθυντές, καθηγητές, μαθητές (γιατί μιλάμε και για ενήλικους, υπάρχει ανάληψη ευθύνης). Οπότε αν γελάνε ή αν τους φαίνεται υπερβολικό ή γελοίο, γελάνε με την αλήθεια. Δεν υπερβάλλουμε, ούτε σατιρίζουμε κάτι. Λέμε και δείχνουμε πως γίνεται μία μέση πρόβα στο θέατρο. Ακόμα και δικές μου σκηνοθετικές οδηγίες παρουσιάζουμε, δεν κρύβομαι. Απορώ. Με όλα τα κακά αλλά όλα τα ΚΑΛΑ επίσης που έχει μια τέτοια πρόβα. Αλλιώς θα ηθικολογούσαμε και δεν μου αρέσουν αυτές οι παραστάσεις. Μόνο έτσι ανοίγει ο διάλογος.

Φωτ.: Άσπα Κουλύρα / Olafaq

– Ποια είναι η ιδανική παράσταση που έχεις ή θα ηθελες να συμμετάσχεις (κειμενικά & σκηνοθετικά);
Δεν υπάρχει ιδανικό. Υπάρχουν συναντήσεις μόνο. Όλες οι συναντήσεις με τον Ακύλλα Καραζήση, όλες μου οι σκηνοθεσίες – που ήταν κάθε μία ένα τεράστιο μάθημα επιμονής, με τον Ανέστη Αζά και όλη την όμορφη ιστορία της “Δημοκρατίας του Μπακλαβά”, με την ξεκαρδιστική παράνοια του Νιάρρου στο “Σπιρτόκουτο”, πολλές… Οπότε δεν εύχομαι ποτέ να ήμουν σε κάποια παράσταση.

– «Σκέψεις, σκέψεις, σκέψεις», όπως λες στο κείμενο. Ποιες είναι οι δικές σου αυτό το διάστημα;
Σκέφτομαι ότι ζω σε έναν ήδη ακατανόητο για μένα κόσμο. Θα γίνω 32 τον Μάιο και ήδη με έχει ξεπεράσει η εποχή μου. Δεν μπορώ να αντιληφθώ αυτόν τον μανιοκαταθλιπτικό κόσμο του TikTok, της ανάστασης της τηλεόρασης απ ́τον τάφο της, τους νεοχίπστερ καλλιτέχνες της Αθήνας με τα Adidas και τις βεβαιότητες τους για όλα, την τοξικότητα γύρω από το πως στέκονται απέναντι στην ίδια τους τέχνη. Δεν μπορούν να διαβάσουν ή όσοι μπορούν λούζονται με τον ναρκισσισμό ότι μπορούν. Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί θεωρούμε ότι είμαστε κάτι ξεχωριστό οι καλλιτέχνες ή πολυτιμότερο ή ιδιαίτερο, ενώ επανειλημμένως αποδεικνύουμε ότι είμαστε ευτελείς ως προς το σύνολο μας. Ακόμα κι οι προσωπικές προτάσεις που παρουσιάζουμε όταν φτιάχνουμε κάτι δικό μας, απέχει πεδιάδες από το προσωπικό. Απ’ το γδύσιμο. Λίγο χιούμορ, λίγο πολιτικό μήνυμα για τις κακοποιημένες γυναίκες ή τη διαφθορά και πετύχαμε! Τίποτα βαθύτερο. Η άνοδος της ακροδεξιάς, η συγκάληψη κρατικών εγκλημάτων κατ’ εξακολούθηση, το παρακράτος της εκκλησίας και όλοι αυτοί που πιστεύουν ακόμα στο Θεό! Ακόμα βγαίνουμε και προασπίζουμε τη πίστη των ανθρώπων σε άμπρα κατάμπρα και μάμπο τζάμπο και μου φαίνεται τρομακτικό! Ο θετικισμός της αγοράς της γιόγκα και του βιγκανισμού και του διαλογισμού και της αυτοβοήθειας που έχουν γεννήσει τα χειρότερα κακέκτυπα, υποτίθεται ευτυχισμένων ανθρώπων. Η ευτυχία και η χαρά γενικως ως θήραμα, ως στόχος μου μοιάζει εμμονικός, με τρομάζει. Η απόρριψη οποιασδήποτε θέσης η οποία δεν εκφράζει την απόλυτη πολιτική ορθότητα, ή η ακύρωση ενός ατόμου στη πραγματική ζωή από ανθρώπους μπροστά σε πληκτρολόγια γιατί είπε κάτι σε ένα ψηφιακό μέσο -το πληκτρολόγιο ως γκιλοτίνα. Οι τουρίστες, τα χειρότερα όντα του πλανήτη. Η Αθήνα, η χειρότερη πόλη της Ευρώπης. Αυτοί που αγαπούν το κέντρο, οι χειρότεροι πολίτες. Τα μπαρ της Αθήνας ασφυκτικά, τα πεζοδρόμια όλα με τραπέζια και καρέκλες. Η θερμοκρασία 45 βαθμοί για 5 μήνες… Κι εγώ σκέφτομαι και βλέπω έναν κόσμο που με ξεπέρασε νωρίτερα από όσο μπορούσα να φανταστώ.