Κάθομαι αναπαυτικά σε μια ξύλινη καρέκλα μιας καφετέριας στα Άνω Πετράλωνα που έχει βγάλει τα τραπεζάκια της έξω. Κοιτάω γύρω μου τους περαστικούς που περνάνε και μου σκουντάνε ελαφρά την καρέκλα, σε αυτό το στενό πεζοδρόμιο της οδού Τριών Ιεραρχών, ένα από τα αγαπημένα μου μέρη όχι μόνο στο κέντρο, αλλά στην Αθήνα γενικά.

Απέναντί μου έχω τον Ερρίκο Λίτση, που πίνει τον πρώτο καφέ της ημέρας, συνοδεύοντάς τον με ένα λουκούμι που του έχει φέρει ο ιδιοκτήτης της καφετέριας (οι Πετραλωνιώτες είναι γνωστοί για την ευρηματικότητά τους, όσον αφορά τα συνοδευτικά του καφέ).

Κάθε φορά που κάποιος περνάει από δίπλα του, είτε είναι ένας πεζός, είτε μια μαμά με ένα καρότσι και το μωρό της μέσα, ο Λίτσης, πολύ ευγενικά (αλλά ταυτόχρονα, σαν να τον έχει χτυπήσει ηλεκτρικό ρεύμα), κάνει μια ανεπαίσθητη κίνηση συστολής. Μαζεύεται διακριτικά, προκειμένου ο διαβάτης να βρει τον απαιτούμενο χώρο και να περπατήσει πάνω στα μικροσκοπικά και κακοδιατηρημένα πλακάκια του μισοκατεστραμμένου πεζοδρομίου.

Γιατί μην βλέπετε που ο, 67χρονος σήμερα, Λίτσης έκανε την παρθενική του εμφάνιση στο σινεμά, πριν από ακριβώς 20 χρόνια, με έναν ρόλο που, ενδεχομένως, θα φόβιζε μέχρι και απόφοιτο του Actors Studio: τον φωνακλά, σπαζοκλαμπάνια και «εύφλεκτο» Δημήτρη, στην ταινία «Σπιρτόκουτο» του Γιάννη Οικονομίδη.

Κάποιοι, ορμώμενοι από την εμβληματικού υποκριτικού επιπέδου ερμηνεία του, έσπευσαν γρήγορα να τον χαρακτηρίσουν ως τον «αρχιφωνακλά par excellence» του σύγχρονου ελληνικού σινεμά. Κάτι που, ωστόσο, απέχει πόρρω από την πραγματική αλήθεια, καθώς ο Λίτσης είναι ίσως το πιο ήρεμο και συνεσταλμένο άτομο από το οποίο έχω πάρει συνέντευξη τα τελευταία χρόνια.

Φωτ.: Άσπα Κουλύρα / Olafaq

Δυστυχώς όμως (τόσο για τον ίδιο, όσο και για κάποιους θεατές), το στερεοτυπικό typecasting είναι ένα φαινόμενο τόσο παλιό στον χώρο της υποκριτικής, όσο ο Παρθενώνας για την Αρχαιολογία, οπότε ο Λίτσης ταυτίστηκε σε σημείο απελπισίας με τον «Δημήτρη» -και μάλιστα σε βαθμό κακουργήματος: να μην μπορεί ο θεατής να ξεχωρίσει το που τελειώνει ο «Δημήτρης», ως ρόλος, και που αρχίζει ο Ερρίκος, ως ηθοποιός.

Κάτι που, ασφαλώς, αποτελεί, ταυτόχρονα, επαγγελματικό παράσημο και λόγος προκειμένου να καμαρώνει ο ίδιος ο Λίτσης γι’ αυτό που προσέφερε στο «υποκριτικό τραπέζι».

Ποιος, αυτός που είχε ξεκινήσει μαθήματα υποκριτικής στα 44 του χρόνια, μόλις δυο χρόνια πριν τα γυρίσματα του «Σπιρτόκουτου», αυτός που μέχρι τα 40 του χρόνια εργαζόταν σε διάφορες δουλειές, συμπεριλαμβανομένου του εμπόρου βιντεοκασετών, του σερβιτόρου και του dj σε διάφορα μπαρ της γειτονιάς (μέχρι και σε «ελληνάδικα» της κακιάς ώρας, σε νησιά, κατά τις καλοκαιρινές σεζόν) όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε: των Άνω Πετραλώνων ντε, τα οποία μάλλον θα εγκαταλείψει… μόνο οριζοντίως και μια και καλή, καθώς αρνείται πεισματικά να τα αφήσει και να πάει να μείνει κάπου αλλού. Κάπου ίσως με περισσότερο «Οξυγόνο» (όπως ήταν ο αρχικός τίτλος του «Σπιρτόκουτου»).

Αλλά όχι. Ο Ερρίκος έχει αφήσει την μισή του καρδιά στα Ανω Πετράλωνα. Η άλλη μισή ανήκει στην υποκριτική.

Φωτ.: Άσπα Κουλύρα / Olafaq

«Δεν το έχω κατάλάβει ακόμη όλο αυτό το πώς συνέβη. Απλώς συνέβη. Στα 45 μου χρόνια λοιπόν έκανα τον ηθοποιό. Και έτυχε να παίξω στο “Σπιρτόκουτο”, που, ναι, να τα λέμε όλα, είναι μια ταινία αναφοράς για το σύγχρονο ελληνικό σινεμά. Σκηνοθετικά, θεματικά και υποκριτικά. Αλλά η Ελλάδα ουδέποτε παρήγαγε σινεμά. Εμπορικό σινεμά. Έναν Αγγελόπουλο είχε και αυτός έβγαζε κάθε 5-6 χρόνια. Αλλά εμπορικό σινεμά, μερικές καλές εμπορικές ταινίες κάθε χρόνο, αυτό δεν το είχαμε ποτέ. Από πλευράς εμπορικότητας, περνάμε δύσκολα, όλοι όσοι ασχολούμαστε με το σινεμά», μού λέει και στη συνέχεια προσπαθεί να κάνει τις απαιτούμενες κοινωνικοπολιτικές αναγωγές με το χθες και το σήμερα. Το τότε και το τώρα.

«Ο αλλαγές που βλέπω στη χώρα αυτά τα 20 χρόνια που μεσολάβησαν από το “Σπιρτόκουτο”, είναι κυρίως οικονομικές: τότε βρισκόμασταν δυο χρόνια προ Ολυμπιακών Αγώνων, υπήρχε ένας αέρας που έλεγε ότι “φτιάχνουμε μεγάλα έργα, δρόμους, γήπεδα, πεζοδρόμια”. Και τελειώνει η Ολυμπιάδα και μας λένε όλοι ξαφνικά ότι τελειώνουν τα χρήματα. Μετά ήρθε ο Παπανδρέου και το Καστελόριζο. Αρχίσαμε να μιλάμε για κρίση, οικονομική και πολιτική. Πήγαμε στο “Πρώτη φορά Αριστερά”, αλλά αυτό δεν πήγε καλά, δεν είχε καλή κατάληξη. Το πίστεψα και εγώ τότε αυτό, έτσι; Άσχετα αν διαψεύστηκα ή αν απογοητεύτηκα στην πορεία. Βέβαια, να πω εδώ, ότι τουλάχιστον επί ΣΥΡΙΖΑ και Τσίπρα, τα πράγματα δεν έγιναν χειρότερα, έστω και αν δεν είδαμε όλες αυτές τις βελτιώσεις που περιμέναμε. Δεν τα αλλάξανε τα πράγματα στο βαθμό που κάποιοι από εμάς πιστέψαμε ότι θα γινόταν, αλλά τουλάχιστον δεν μας προέκυψαν ως κλέφτες και απατεώνες. Αλλά, από την άλλη, τι απαιτήσεις να έχει κανείς από μια κυβέρνηση μιας χώρας που είναι μέσα στο ΝΑΤΟ και την Ευρωπαϊκή ‘Ενωση; Είναι μια ουτοπία από μόνη της αυτή», μού επισημαίνει.

Μια ουτοπία είναι επίσης να πιστεύουμε ότι ο Λίτσης ως ηθοποιός ξεκινάει και τελειώνει στο «Σπιρτόκουτο» καθώς τέσσερα χρόνια μετά από αυτό, και με πατημένα τα 50 του χρόνια, έκανε μια ολική μεταμόρφωση, έχασε αρκετά κιλά, έβγαλε τα βαριά κοκάλινα γυαλιά του βιοπαλαιστή «Δημήτρη» που τον έκαναν να μοιάζει 55άρης και υποδύθηκε τον πολύ πιο «streetwise» (και πολύ πιο θύμα) «Τάκη» στην «Ψυχή στο Στόμα», την επόμενη ταινία του Οικονομίδη: έναν εργάτη σε βιοτεχνία, παντρεμένου και πατέρα, ο οποίος βλέπει την ζωή του γύρω του να καταρρέει, καθώς η γυναίκα του τον απατά και ταυτόχρονα τον ξεφτιλίζει με τη συμπεριφορά της, στη δουλειά του κανείς δε τον σέβεται, επειδή είναι πράος και ήρεμος, ενώ χρωστάει λεφτά… της Μιχαλούς παντού. Μιλάμε για μια back-to-back ανυπέρβλητα καθηλωτική ερμηνεία που θα έστελνε τον κάθε Κρίστιαν Μπέιλ στη σύνταξη.

Στη συνέχεια έπαιξε στον καλτ «Τσίου» και πιο πρόσφατα συνεργάστηκε δύο φορές με τον Τάσο Μπουλμέτη, για τις ταινίες «Νοτιάς» (2016) και «1968» (2018), στο «Γυναίκες που Περάσατε από Εδώ», την τελευταία ταινία του Σταύρου Τσιώλη, ενώ αυτή την στιγμή ετοιμάζεται πυρετωδώς για την θεατρική παράσταση «Ο Μάκης», σε συν-σκηνοθεσία με τον Βασίλη Κατσικονούρη, που ανεβαίνει στο Δώμα του Θεάτρου Νέου Κόσμου στις 7 Οκτωβρίου, ένα μοναχικό «οδοιπορικό» εντός ενός δωματίου, με έναν ηλικιωμένο να μονολογεί παρέα με τον σιωπηλό κάτοικο μιας γυάλας, ενώ φυσικά υπάρχει και η συμμετοχή του στην τρίτη σεζόν της σειράς «Τα Καλύτερά μας Χρόνια», στην ΕΡΤ.

Ποιος μίλησε για στερεοτυπικό typecasting; Ο Λίτσης μπορεί να παίξει τα πάντα. Ακόμη όμως και τον ρόλο του πειθήνιου πολίτη, μέσα σε όλο αυτό τον ζόφο που μας περιβάλλει;

Φωτ.: Άσπα Κουλύρα / Olafaq

«Η Ελλάδα παραμένει ένα “Σπιρτόκουτο”, όπως και τότε. Απλώς πιστεύω ή έστω θέλω να πιστεύω ότι τα “σπίρτα”, αυτή την εποχή, είναι λίγο πιο εύφλεκτα. Είναι έτοιμα να ανάψουν. Ίσως να είναι το απωτερό μου “θέλω” αυτό και να απέχει πολύ από την πραγματικότητα, όμως πραγματικά υπάρχουν τέτοιες τριβές στα “Σπιρτόκουτα” της εποχής μας, του 2022, που είναι έτοιμα να φιτιλιάσουν την ατμόσφαιρα, να πάρουν τα σπίτια μας φωτιά και ο Θεός βοηθός από εκεί και πέρα», τονίζει εμφατικά, ενώ στην συνέχεια σπεύδει να απαντήσει στην απορία μου σχετικά με το αν ο Έλληνας έχει μια βαθιά απάθεια, ως πολίτης.

«Δεν πιστεύω οτι συμβαίνει αυτό. Απλώς πιστεύω ότι υπάρχουν σπίρτα που τα τρίβεις στον τοίχο και ανάβουν και σπίρτα που ανάβουν δυσκολότερα. Θυμάσαι τα καουμπόικα έργα, όπου ο πρωταγωνιστής ανάβει το τσιγάρο με ένα σπίρτο που έτριψε στα σπιρούνια του; Κάπως έτσι. Εμείς, καλώς ή κακώς, στην Ελλάδα, είμαστε σπίρτα ασφαλείας. Θέλουμε δηλαδή μια ειδική διαδικασία προκειμένου το σπίρτο να τριφτεί αποτελεσματικά και να ανάψει. Πιθανόν αυτή η διαδικασία να μην υπάρχει ακόμη ή τα σπίρτα να είναι βρεγμένα και να μην ανάβουν εύκολα και να πρέπει να περιμένουμε να στεγνώσουν. Αλλά κάποια στιγμή, σπίρτο είναι έτσι; Λογικά θα ανάψει. Ισως, τελικά, να είμαστε, ως πολίτες, σπίρτα εν υγρασία».

Τα ερωτήματα που απασχολούν και τον ίδιο είναι σχεδόν αμείλικτα -μιλάμε για έναν άνθρωπο που στα νιάτα του ψήφιζε ΚΚΕ Εσωτερικού και μέχρι σήμερα δηλώνει Αριστερός. Με ό,τι και αν συνεπάγεται ή σημαίνει αυτό.

«Τώρα πρόσφατα και λόγω του θανάτου του Γκοντάρ, διάβασα μια παλιά ρήση του, που έλεγε ότι “σε νέα ερωτήματα, θα πρέπει να βρούμε και νέες απαντήσεις”. Δεν ξέρω τι συμβαίνει με την ελληνική Αριστερά, γιατί δεν ξέρω καν τι συμβαίνει με την παγκόσμια Αριστερά. Η πτώση της ΕΣΣΔ παρέσυρε και τον ευρω-κομμουνισμό και όλα κατέρρευσαν κατόπιν γιατί, όπως και να το κάνουμε, η παγκόσμια μήτρα της Αριστεράς ήταν η Σοβιετική Ένωση. Είτε ήσουν ευρω-κομμουνιστής, είτε κινεζόφιλος, είτε σοσιαλοδημοκράτης, πάντα η μήτρα ήταν η ΕΣΣΔ. Η νέα Αριστερά χτίζεται αυτή την στιγμή αλλά δεν ξέρω που θα οδηγήσει όλο αυτό. Αλλά να βάλεις Αριστερά με ολίγη Οικολογία ή κάτι άλλο, αυτή είναι μια Αριστερά με παλιά υλικά. Η νέα γενιά πρέπει να δημιουργήσει την δική της νέα Αριστερά. Ξέρουμε όλοι τι σημαίνει Αριστερά: σημαίνει καινοτομία, σημαίνει πρόοδος, σημαίνει ανοικτό μυαλό, σημαίνει ριζοσπαστισμός», μού λέει και κατεβάζει ξανά το βλέμμα του.

Σκέφτεται για λίγο. Σαν να απεργάζεται το σχέδιο του ή να μελετά τον επόμενο ρόλο του. Σηκώνει το βλέμμα του ξανά και μού συνεχίζει με νόημα: «Το “να βγούμε στους δρόμους όλοι”, είναι ωραίο να το λέμε, αλλά πώς θα γίνει ακριβώς; Θα βγάλουμε σκηνές στους δρόμους, να μένουμε εκεί; Δεν γίνεται αυτό. Θέλει μια οργάνωση όλο αυτό, έναν σύλλογο, μια συλλογικότητα; Εδώ στη γειτονιά, έχουμε έναν σύλλογο που κινείται προς την κατεύθυνση του να μην μας ιδιωτικοποιήσουν το λόφο του Φιλιπάππου, ας πούμε. Άναρχα να βγούμε στους δρόμους δεν γίνεται και είναι κάτι που μόνο κακό μπορεί να κάνει. Δεν ζούμε στην εποχή της Οκτωβριανής Επανάστασης του 1917. Ό,τι είναι να γίνει στο μέλλον, και με όποιο τρόπο και αν επιλέξουμε να αντιδράσουμε, πρέπει να γίνει οργανωμένα και συντεταγμένα».

Φωτ.: Άσπα Κουλύρα / Olafaq

 

❈ Το «Σπιρτόκουτο» θα προβληθεί στο σινεμά «Τριανόν» την Τρίτη 20 Σεπτεμβρίου στις 20:30, παρουσία του Γιάννη Οικονομίδη. Θα ακολουθήσει Q&A με τους πρωταγωνιστές του, Ερρίκο Λίτση, Κώστα Ξυκομηνό, Γιάννη Βουλγαράκη, Σταύρο Γιαγκούλη, Αγγελική Παπούλια, Ελένη Κοκκίδου και Σεραφίτα Γρηγοριάδου. 

Φωτ.: Άσπα Κουλύρα / Olafaq