Η Ελένη Τοπαλίδου έχει διανύσει μια σημαντική πορεία ως  χορεύτρια  της ομάδας ΟΚΤΑΝΑ του Κωνσταντίνου Ρήγου. Κάποια στιγμή , πριν από περίπου 17 χρόνια,  έκλεισε αυτό το κεφάλαιο και στράφηκε στη διδασκαλία χορού και στην υποκριτική, αφήνοντας και στα δυο το πολύ ιδιαίτερο προσωπικό της στίγμα.

Σύντομα  θα πρωταγωνιστήσει στην παράσταση «Ο Παγοπώλης Έρχεται» στο Θέατρο Προσκήνιο  και θα ενσαρκώσει έναν ανδρικό ρόλο.

Στα «Μαγνητικά Πεδία» υποδύθηκε –κατά ένα μεγάλο μέρος– τον ίδιο της τον εαυτό. Το ομολογεί η ίδια αλλά και δίχως τη δική της ομολογία θα ήταν περισσότερο από προφανές για όσους την γνωρίζουν.

Μοιάζει με αερικό που πιστεύει στα θαύματα και αιωρείται έχοντας σφηνωμένο στο νου ένα παραμύθι. Συναντηθήκαμε» γύρω από ένα τραπέζι και μιλήσαμε για τους αυτοπεριορισμούς, για την απελευθέρωση που μπορεί να προκαλέσει ένας θάνατος, για τη σχέση μας με το σώμα και την τροφή, για τις φαντασιώσεις γύρω από τα Όσκαρ…Ήταν προχωρημένο απόγευμα και βάλαμε κρασί και ουίσκι. Δεν ήμασταν μόνες. Η φωτογράφος Άσπα Κουλύρα μας φιλοξένησε στο στούντιο της για τη συνέντευξη και τη φωτογράφιση. Έτσι η συζήτηση μετεξελίχθηκε σε μια κουβέντα ενδόμυχων σκέψεων των τριών μας χωρίς σαφή αρχή, μέση και τέλος.

Ευτυχώς είχα προλάβει να πατήσω το rec.

– Τώρα που σε γνωρίζω από κοντά και ταυτόχρονα σε σκέφτομαι ως Έλενα στα «Μαγνητικά Πεδία», θέλω να σε ρωτήσω τι ήταν αυτό που δεν έβαλες τελικά από τον εαυτό σου σε αυτή την ταινία;
Δεν νομίζω πως υπάρχει κάτι που δεν έβαλα από μένα. Νομίζω πως από μένα τα έδωσα όλα. Αλλά έδωσα και κάτι που δεν είμαι εγώ. Έβαλα κάτι πιο παιχνιδιάρικο και αυτιστικό, κάτι που δεν γειώνεται ποτέ. Όχι ότι εγώ γειώνομαι αλλά έχω και πιο βαριές νότες.

– Παρά τις όποιες βαριές σου νότες, έφτασες στο σημείο να φαντάζεσαι τον εαυτό σου στα Όσκαρ;
Ήμασταν  όλοι τόσο χαρούμενοι στην ιδέα πως θα πάμε στα Όσκαρ. Είχα φανταστεί διάφορα πως θα πηγαίναμε σε πάρτι και πως θα διασκεδάζαμε εμείς οι 4-5 φίλοι. Είχα φανταστεί πως θα φορούσα φουστάνι. Με είχε πάρει και ο Άγγελος Μπράτης και μου είχε πει θα σου φτιάξω φόρεμα.  Όλο το είχα φανταστεί. Και γιατί να μην το φανταστώ; Ποιος με εμποδίζει; Ξέραμε πως δεν ήταν ταινία για αυτό το θεσμό. Αλλά γιατί να μη γινόταν; Τόσα έχουν γίνει.

– Κάνεις όνειρα για άλλα φεστιβάλ;
Με έχουν καλέσει στο Παρίσι και δεν μπορώ να πάω γιατί θα παίζω τον Παγοπώλη και έχω στενοχωρηθεί

– Έχεις απωθημένα;
Είμαι πολύ χαρούμενη με τη ζωή μου. Δεν έχω κάτι τρομερά ανεκπλήρωτο μέσα μου. Είμαι πολύ καλά.  Στενοχωρήθηκα λίγο που δεν πήγα στο Λος Άντζελες (για τα Όσκαρ) αλλά περνούσα ωραία στη «Βαλίτσα της Ουρανίας Σελέστ».

 

– Αλήθεια τι είδους  μετατόπιση συνέβη εντός σου και άφησες το χορό για το θέατρο;;
Υπήρχε ένα φλερτ με το θέατρο, με πλάγια ματιά, χωρίς να το κοιτώ στα μάτια, προτού αφήσω το χορό Είχα παίξει σε παραστάσεις στο ΚΘΒΕ, όπου χόρευα στην ομάδα του Κωνσταντίνου Ρήγου. Με το χορό ήταν πολύ ισχυρό το διαζύγιο μέσα μου. Συνειδητοποίησα πως δεν μπορώ να συνεχίζω όπως ήμουν. Ήταν αφόρητη η καθημερινότητα μου. Ένιωθα πως το σώμα μου δεν είναι πια όργανο έκφρασης αλλά μια πολυλογία. Μου φαινόταν πολύ φλύαρο. Έπεσα πάνω σε ένα τοίχο. Ήμουν πολύ σκοτεινή. Δεν ήθελα καθόλου να είμαι αυτό που ήμουν. Έχασα τον ύπνο μου. Είναι λίγο πολύ η ιστορία των Μαγνητικών Πεδίων.

– Ως  παιδί τι θυμάσαι να θες περισσότερο;
Ως παιδί ήμουν περισσότερο θεατρίνα. Ήμουν τρομερά εκφραστική. Όταν συνάντησα το χορό, το μπαλέτο, το απόγειο τη τεχνικής και γοητεύτηκα πάρα πολύ από αυτή τη δυσκολία και αποφάσισα να κάνω ότι περισσότερο μπορώ για να καταλάβω τι είναι μπαλέτο. Οι γονείς μου επέτρεψαν και σε μένα και στην αδελφή μου να κάνουμε ότι θέλουμε. Εγώ τότε τελείωνα το πιάνο στο ωδείο και το άφησα. Είχα μπει και στο μαθηματικό γιατί ήμουν πολύ καλή σε αυτά τα πρακτικά. Είπα όμως πως θα ακολουθήσω το μπαλέτο. Έτσι κι έγινε. Συνάντησα το Ρήγο και όλοι έλεγαν πως ήμουν η μούσα του και ήταν όλα φωτεινά. Από την άλλη η καθημερινή αναμέτρηση μου είχε πάρει το μυαλό. Με βία και πειθαρχία. Παράλληλα ήμουν άνθρωπος που αναζητά την ευχαρίστηση. Έχω κάτι τρομερά διπολικό. Είμαι ένας ηδονιστής άνθρωπος, ζητιάνα της ευχαρίστησης. Γεννήθηκα ηδονίστρια. Ήμουν ένα παιδί που ήθελε να τα φάει όλα, να τα ζήσει όλα, να τα ερωτευτεί όλα. Και μετά ήρθε το μπαλέτο.

– Ήρθε το μπαλέτο και ο αυτοπεριορισμός;
Ναι, αυτοπεριορίστηκα και η σχέση μου με τη διατροφή διαταράχτηκε. Παρόλο που ήμουν ένα παιδί στρογγυλούτσικο, ευχαριστημένο, που του άρεσε το σώμα του, άρχισε να μην μου αρέσει ο εαυτός μου και τα κιλά μου .Και ξεκίνησε η ιστορία της διατροφικής διαταραχής. Ο χορός με τη διατροφική διαταραχή είναι ακόμα και σήμερα σε κόντρα. Θέλω να είμαι αδύνατη και εξακολουθώ να σμιλεύω το σώμα μου κάθε μέρα. Δύσκολα μπορώ να πάρω δυο κιλά και να νιώθω καλά.

– Μπήκες στη διαδικασία ψυχοθεραπείας;
Όχι, δεν μου πήγε αυτό. Προσπάθησα μόνη μου.Πήρα κάποια στιγμή αντικαταθλιπτικά όταν δεν μπορούσα να κοιμηθώ. Αλλά όταν μετά λάτρεψα τα όνειρα και το κοίμισμα μου, είναι όλα καλά. Παλιά νόμιζα πως το κρεβάτι έχει δόντια και θα με δαγκώσει.

– Σε τι θα συνόψιζε συνολικά το κόστος της πειθαρχίας του μπαλέτου στη ζωή σου;
Δεν το καταλάβαινα τότε. Θυμάμαι εκείνη την περίοδο να ξυπνάω για να καταφέρω να βγει η πιρουέτα, η πουέντ. Δεν θυμάμαι να έχω πιο μακρινό στόχο. Ως παιδί θεωρούσα πως το φαγητό είναι το ωραιότερο πράγμα στον κόσμο. Ως έφηβη θεώρησα πως πρέπει να το στερηθώ. Αυτό κράτησε πολλά χρόνια Δεν άντεχα την εικόνα μου. Μου φαινόταν εφιαλτική. Άρχισα να χτυπάω το σώμα μου μέρα νύχτα μέχρι να αλλάξει γιατί θεωρούσα πως δεν είναι ιδανικό για μπαλέτο. Ακόμα αυτό κάνω. Ξυπνάω κάθε μέρα στις πεντέμισι το πρωί και κάνω μπαλέτο στην κουζίνα. Είναι μια σχέση εντελώς συντροφική.

 

– Τι λες στους μαθητές σου στη Σχολή Χορού της Λυρικής;
Η μεγάλη μου μανία είναι να πείσω τα παιδιά να τους αρέσει ο εαυτός τους, το ότι αυτός είναι ο εαυτός τους και αυτό είναι υπέροχο. Τους λέω αυτό που θα ήθελα να μου είχαν πει και μένα. Να μου κάνουν το χορό πιο προσωπικό, να μη νιώθω πως κυνηγάω ένα σχήμα που είναι ήδη τέλειο.  Τους λέω να έχουν προσωπική σχέση με την έκφραση, να γίνει δικό τους θέμα. Να τους αφορά.

– Όταν εγκατέλειψες το μπαλέτο δεν το είχες βαρεθεί;
Δεν έχω ξεπεράσει τη συγκίνηση που μου προκαλούν οι μπαλαρίνες και χορευτές μπαλέτου. Δεν βαρέθηκα ποτέ το μπαλέτο Ο δάσκαλος του μπαλέτου μου έλεγε «η καρδιά σου είναι αγκινάρα αλλά το μπαλέτο δεν το προδίδεις». Βαριόμουν, δηλαδή, τα πάντα εκτός από το μπαλέτο

– Στην προσωπική σου ζωή τι είναι αυτό που δεν εξαντλείται;
Η σχέση μου με το Νίκο δεν εξαντλείται. Δεν διαπραγματεύομαι την ευχαρίστηση των αισθήσεων μου. Πρέπει να είμαι συνέχεια τρελά ερωτευμένη. Μπορεί να ερωτευτείς  βέβαια και κάτι που θα φανταστείς. Πιστεύω στη χημεία των σωμάτων, στη μυρωδιά, στην αφή. Αυτό δεν με το Νίκο δεν το έχω χορτάσει. Δεν το ξεπερνάω.

– Γιατί δεν συνεργάζεστε; Δεν σας έχουμε δει αν παίζετε μαζί ποτέ, πέρα από το «Bella»…
Θέλαμε κάποια στιγμή  αλλά τελικά δεν έγινε. Ο Νίκος είναι πολύ αναβλητικός. Εγώ όταν αποφασίζω κάτι το έχω κάνει χτες.  Τελεία και παύλα. Δεν έχω καμία αναβλητικότητα. Είχαμε λίγο άγχος λοιπό επειδή είμαστε διαφορετικοί. Σαν να φοβόμαστε. Η ζωή ξέρει πάντα. Το ότι δεν το έφερε ακόμα η συγκυρία, είναι σωστό.

– Υπάρχει κάτι από το οποίο ένιωσες να απελευθερώνεσαι όταν τελείωσε;;
Το ένιωσα όταν έφυγε ο μπαμπάς μου. Με το θάνατο του πατέρα μου ένιωσα πως αυτό που τόσο φοβόμουν έγινε με έναν τρόπο σχεδόν λυτρωτικό. Σαν να μου είπε η ζωή πως υπάρχουν θαύματα. Φοβόμουν τόσο πολύ το θάνατο προτού συμβεί που τώρα τον φοβάμαι λιγότερο.

– Από τι λυτρώθηκες;
Λυτρώθηκα από ενοχές και τύψεις. Νιώθω πως δεν έχω πια τύψεις και ενοχές για πράγματα που έχω κάνει ή θα κάνω.

– Τι ήταν αυτό που σε έκανε να νιώθει ένοχη στα μάτια του πατέρα σου;
Το ότι δεν είμαι πολύ καλή μαμά, καλή δασκάλα, καλή νοικοκυρά, καλή σύντροφος, καλή ηθοποιός, δεν είμαι επαρκής για το γιο μου τον Πέτρο. Να φανταστείς πως η μέρα που ο μπαμπάς μου πέθανε με είχε πάρει τηλέφωνο στις επτά το πρωί και μου έλεγε «επιτέλους γύρνα, λείπεις τρεις μέρες από το σπίτι σου!». Ήμουν στην Κεφαλονιά για τα «Μαγνητικά Πεδία». Του είπα «μην ανησυχείς, θα σε πάρω μετά τις 11. Και πέθανε εννέα και τέταρτο.. Ο Νίκος μου έλεγε «γιατί του λες συνέχεια τι κάνεις;». Ένιωθα πως έπρεπε να του τα πω όλα, να του απολογηθώ.

Φωτ.: Άσπα Κουλύρα / Olafaq

– Υπήρχε καθημερινή αναφορά;
Ναι, υπήρχε αλλά από δική μου ανάγκη. Σαν να είμαι ένα παιδί που δεν έχει μεγαλώσει.

– Και τώρα το παιδί ενηλικιώθηκε;
Κάπως έτσι. Απολαμβάνω πολύ περισσότερο τη σχέση μου με τη μαμά μου. Έχει ηρεμήσει τρομερά. Η μαμά μου καταπιεζόταν γιατί ο μπαμπάς μου είχε σκληρύνει κάτι, που μας έφερνε θλίψη. Τώρα η ζωή μας άλλαξε προς το καλύτερο. Η σχέση μου με τη μαμά μου έγινε καλύτερη. Κάνουμε πράγματα που δεν μπορούσα να φανταστώ.

– Έχεις ταξίδια- εκκρεμότητες;
Κάναμε πολλά ταξίδια με την ομάδα τότε που χόρευα με τον Ρήγο. Δεν έχω κάποιο ταξίδι που θα ήθελα οπωσδήποτε να κάνω. Έχουμε πάει και στη Λατινική Αμερική, στη Ρωσία, στην Αίγυπτο, στην Ευρώπη. Αν με φίλους και  αγαπημένους πάω κάπου, ναι θα το ήθελα.  Γενικά είμαι σπιτόγατος. Θέλω να είμαι στο σπίτι μου και στη ασφάλεια μου. Από την άλλη μου αρέσουν τα ξενοδοχεία. Το διπολικό πάλι, βλέπεις; ( γελά)

– Ποια αίσθηση ή ποια ανάγκη ικανοποιείται στη διαμονή στα ξενοδοχεία;
Το ότι δεν ανήκω πουθενά. Το ότι είμαι κάπου στον κόσμο σκέψη. Μου αρέσει όσο και να με τρομάζει

– Υπάρχει κάποιος τόπος από όσους έχεις πάει που θα μπορούσε να σε είχε κρατήσει περισσότερο εκεί;
Ήταν συγκλονιστικά στο Μπρούκλιν όταν είχαμε πάει με τον Καραθάνο για τις Όρνιθες. Μείναμε είκοσι μέρες, είχε έρθει και  η αδελφή μου από το Σιατλ, η παράσταση πήγαινε πολύ καλά, πληρωνόμασταν κ και μπορούσαμε να ψωνίζουμε, να κάνουμε βόλτες. Περάσαμε φανταστικά.

– Ας κλείσουμε με τον Παγοπώλη που Έρχεται τον Φεβρουάριο στο Προσκήνιο.. 
Είναι ένα πολύ ιδιαίτερο έργο με μια παρέα μεθυσμένων ανθρώπων σε ένα μπαρ σπίτι. ΄Περιμένουν να έρθει ένας άνθρωπος- πλασιέ για να γίνει η κατάσταση ακόμα πιο εορταστική, ακόμα πιο κραιπάλη. Αυτός ο άνθρωπος, ο παγοπώλης  τους λέει κάποια στιγμή πως έκοψε το ποτό . Και τότε η κατάσταση γίνεται τραγωδία. Εγώ είμαι ο Παγοπώλης. Κάνουμε πρόβες με τον Ακύλλα Καραζήση.