Mε το Δημήτρη Μεντζέλο γνωρίζομαι μία αιωνιότητα. Ήταν Μάιος του 2001 όταν συναντηθήκαμε για πρώτη φορά στα γυρίσματα του “Πάμε όλοι μαζί σε μια παραλία” πάνω σε ένα σκάφος και εκεί γυρίσαμε το video clip του μεγαλύτερου καλοκαιρινού ελληνικού χιτ. 21 χρόνια μετά, τον ξανασυνάντησα στο ξενοδοχείο μικρών ζώων, “Cats and Dogs” στο οποίο εργάζεται τον τελευταίο ένα χρόνο που η πανδημία άφησε όλους τους καλλιτέχνες χωρίς δουλειά και ο καθένας απ αυτούς προσπάθησε να βρει την άκρη μόνος του. Ο Μεντζέλος είναι ένα τεράστιο κεφάλαιο στο ελληνικό hip hop. Ένα κεφάλαιο που άνοιξε πριν από πολλά χρόνια και δεν έχει κλείσει ακόμα. Αντιθέτως συνεχίζει να γράφει την ιστορία του με τους δικούς του ρυθμούς προσαρμόζοντας την ζωή του στις απαιτήσεις του στο τώρα και χωρίς καν να θυμάται με ακρίβεια τους έξι πλατινένιους δίσκους που έχει κρεμασμένους στον τοίχο του σπιτιού του.  Eίναι ο mc που όλοι σέβονται, παραδέχονται και συμπαθούν. Και είναι ο πιο σεμνός απ’όλους εκεί έξω. Κάποιος άλλος θα μπορούσε και δικαιολογημένα να την έχει ακούσει άγρια, όχι τώρα, προ πολλού. Όχι όμως ο Δημήτρης. Ο Δημήτρης είναι πάντα χαλαρός, συνεσταλμένος, κρατάει ζωντανή τη φάση και χαμηλό προφίλ. Και για όλα αυτά έχει το απέραντο respect μας.

– Πως προέκυψε στη ζωή σου μια δουλειά η οποία δεν έχει καμια σχέση με τη μουσική; 

Είμαστε στο Cats and Dogs, ένα kennel μέσα στη φύση, ανάμέσα στα σκυλιά και τα γατιά, δηλαδή μέσα στην αγάπη. Συνεργαζόμαστε με τα παιδιά εδώ και ένα χρόνο σε διάφορες μορφές και η ατμόσφαιρα είναι καταπληκτική. Αν κάθε μέρα βρίσκεσαι ανάμεσα σε σκύλους και γάτες εισπράττεις ανιδιοτελή αγάπη. Τα παιδιά είναι και μουσικοί και έχουμε δέσει και σε αυτό το κομμάτι. Μετά από τα δυο χρόνια κορονοϊού και μετά από το ενδιαφέρον που έδειξε η Κυβέρνηση για τους καλλιτέχνες (εδώ γελάμε) έμειναν χωρίς δουλειά πάρα πολλοί άνθρωποι, με αποτέλεσμα κι εγώ να ψάξω να βρω κάτι άλλο να ασχοληθώ και είχα την τύχη να βρω αυτούς τους υπέροχους ανθρώπους οι οποίοι με αγκάλιασαν και βρίσκομαι στην “οικογένειά” τους εδώ και ένα χρόνο.Είναι η πρώτη φορά που αναγκάστηκα να κάνω κάτι εκτός μουσικής και είμαι πολύ χαρούμενος. Όταν βρέθηκα εδώ, τα παιδιά μου είπαν σε περίπτωση που σε ενδιαφέρει, πάνω από το μαγαζί έχουμε και ένα πλήρως εξοπλισμένο στούντιο γράφουμε και παίζουμε μουσική. Και κάπως έτσι,η συνεργασία μας επεκτάθηκε και στο μουσικό κομμάτι. Κυκλοφορήσαμε ήδη ένα κομμάτι μαζί με την μπάντα Cats and Dogs, το “Γιαρούμπι” που στα μικρασιάτικα σημαίνει “ρουμπίνι μου” ενώ έχουμε στα σκαριά και ακόμη άλλα δυο. Το κομμάτι έχει επιρροές μέταλ, παραδοσιακές μικρασιατικές και φυσικά ραπ. Ακόμα μια φορά, ο Δημήτρης Μεντζέλος έκανε αυτό που ξέρει καλά: πάντρεψε επιτυχημένα στοιχεία από πολλές διαφορετικές κουλτούρες.

:

– Ας μιλήσουμε για το comeback σου στα μουσικά πράγματα…

H επιστροφή μου στα μουσικά δρώμενα έγινε στο VOX όπου μαζί με τον Φοίβο Δεληβοριά και τη Νεφέλη Φασούλη δώσαμε οκτώ παραστάσεις.Κάθε Παρασκευή γεμίζαμε το VOX και περνούσαμε ωραία. Καθόμασταν στο καμαρίνι με το Φοίβο,μιλούσαμε για τα κοινά μας, τα κόμιξ, τα βιβλία, τη μουσική και μετά βγαίναμε στη σκηνή και κάναμε τον κόσμο να περνάει καλά. Δώσαμε αυτό που θα ζητούσε ένας θεατής: Nα κλάψει, να γελάσει μέχρι δακρύων και μετά να χορέψει. Του τα δώσαμε όλα. Ήταν η πρώτη φορά που συνεργαστήκαμε με το Φοίβο και ελπίζω να επαναληφθεί. Τον Ιούνιο με το ίδιο σχήμα θα γυρίσουμε όλη την Ελλάδα και την Κύπρο. Εγώ κάνω παράλληλα και διάφορα άλλα πράγματα οπως τα DJλίκια μου: Είμαι στάνταρ στη Λιβαδειά στο Prestige εδώ και τρία χρόνια όπου παίζω κάθε Πέμπτη και πηγαίνω επίσης στη Θεσσαλονίκη ενώ φέτος το καλοκαίρι θα κατέβω και Κρήτη. Παρόλο που περάσανε τα χρόνια, εγώ δεν κουράστηκα, συνεχίζω να γυρίζω. Ο μουσικός δεν παίρνει σύνταξη. Καμια φορά ακούω μερικούς που μου λένε μεγάλωσες τράβα σπίτι σου, όμως δεν με αγγίζουν αυτά τα σχόλια, εγώ θα τους αποδείξω ότι ακόμα και με το ‘πι’ στα βαθιά μου γεράματα θα ανεβαίνω πάνω στη σκηνή και θα τα σπάω. Είμαι στην καλύτερη φάση της ζωής μου.

Φωτ.: Κική Παπαδοπούλου / Olafaq

Δεν μου αρέσουν οι άνθρωποι που σου κουνάνε το δάχτυλο. Δεν το έκανα ποτέ και δεν μου αρέσει να μου το κάνουν. Το μόνο που έχω να πω σε κάποιον που ζητάει τη συμβουλή μου είναι “Φίλε εκεί υπάρχει μια λακούβα, πρόσεξε γιατί προχθές έπεσα μέσα και έφαγα τα μούτρα μου.”

– Θέλω να γυρίσουμε πάρα πολλά χρόνια πίσω σ εκείνα τα χρόνια που χέρι με χέρι ανταλλάσαμε κασσέτες των “Βρωμύλων”: 

Θα ήθελα να το αφήσω ασχολίαστο. Είναι μια φάση της ζωής μου για την οποία δεν είμαι περήφανος. Ας πούμε ότι ήταν μια στιγμή παραφροσύνης η οποία συνέβη και μάλιστα άρεσε σε κάποιους. Οι κασσέτες ήταν καθαρά σεξουαλικού περιεχομένου και το concept δεν θα μπορούσε να σταθεί σήμερα, στο τότε όμως έπαιξε το ρόλο του. Αυτό που θέλω να τονίσω είναι ότι δεν είμαι μισογύνης. Βρέθηκα σε αυτό χωρίς καν να το θέλω.

– Kαι φτάνουμε στα Ημισκούμπρια: τι ήταν τελικά αυτό που σας χώρισε μετά από τόσα χρόνια κοινής και επιτυχημένης πορείας; 

Tα Ημισκούμπρια κάνανε τα 20 χρόνια τους και μετά αποφάσισαν να κάνει ο καθένας το σόλο του. Έτσι οι δρόμοι μας χώρισαν και ο κάθε ένας από εμάς έκανε αυτό που είχε στο κεφάλι του. Αυτό και μόνο έγινε.Ήρθε απλά η ώρα. Συνέβαλε φυσικά και η οικονομική κρίση, όμως γενικά πιστεύω ότι κάτι πρέπει να το σταματάς όταν είναι στα πάνω του και να μην το αφήνεις να παρακμάσει. Έτσι άνθρωποι της δικής σου ηλικίας που όταν εμείς ξεκινήσαμε ήταν πολύ μικροί και τώρα είναι στα πράγματα να σε αντιμετωπίζουν ως έναν καθιερωμένο καλλιτέχνη, αγαπημένο τους, από τα παλιά κάτι το οποίο το βρίσκω πολύ όμορφο. Ξέραμε απλώς πότε να αποσυρθούμε. Κάποτε ο Μυθριδάτης μου είχε πει “Είμαι ο τρελός που κάνει ακόμα μουσική μόνος του”. Αυτό είμαστε όλοι. Δεν μας ενδιαφέρει η επιτυχία, ότι κάνουμε, το κάνουμε για εμάς και όπως το ξέραμε. Δεν έχουμε μπει καν στη διαδικασία να αλλάξουμε αυτό που έχουμε μάθει για να προσαρμοστούμε στα νέα δεδομένα. Αν προσπαθούσαμε να κάνουμε κάτι άλλο απλώς θα κοροϊδεύαμε τον κόσμο.

Φωτ.: Κική Παπαδοπούλου / Olafaq

Έχω σαπίσει όλες τις ταινίες της Marvel.

– Ποια είναι η γνώμη σου για την trap μουσική; 

Δεν θα έκανα ποτέ trap γιατί δεν μπορώ να την καταλάβω. Μουσικά οι παραγωγές είναι πολύ ωραίες, στιχουργικά  όμως και η εισαγόμενη και η τοπική μουσική με αφήνει άναυδο. Όταν ήμουν “Βρωμύλος” ίσως βρισκόμουν πιο κοντά στο νόημά της αλλά και τότε ακόμα καλύτερα έγραφα. Υπάρχουν και κάποιοι σήμερα που κάνουν καλή μουσική αλλά οι πιο προβεβλημένοι δεν με ενθουσιάζουν. Αντιθέτως μου κάνει μεγάλη εντύπωση που τους ακούνε τόσα νέα παιδιά και ειδικά κορίτσια. Δεν θέλω να είμαι μπάρμπας και να κουνάω το δάχτυλο σε κανέναν, ας κάνουν τη φάση τους κι όποιος έχει το ταλέντο να το πάει παραπέρα και να το εξελίξει ας το κάνει. Όλα τα υπόλοιπα είναι θέμα αισθητικής. Και βοήθειά τους. 

Η σύζυγός μου είναι καλλιτέχνις και τελειώνει την Σχολή Καλών Τεχνών κάνει δικές της εκθέσεις και υπογράφει τα έργα της ως Σουλτάνα Τρεπεκλή. Ο γιος μου ακολουθεί τα βήματά της. Ζούμε σε ένα σπίτι γεμάτο τέχνη.

– Τι συμβαίνει με τη δισκογραφία σήμερα Δημήτρη;

Eμεις κάναμε ολοκληρωμένες δισκογραφικές δουλειές, τη ζήσαμε αυτή την εποχή. Πλέον δεν υπάρχει αυτό. Τα κομμάτια βγαίνουν μεμονωμένα και ανεβαίνουν στο You Tube ή στις διάφορες μουσικές πλατφόρμες όπως το Spotify. To CD πλέον είναι ένα άχρηστο αντικείμενο μουσικά το οποίο μπορείς να το χρησιμοποιήσεις μονάχα για να διώξεις τα περιστέρια και η μεγάλη επιστροφή είναι αυτή του βινυλίου. Κατά τη γνώμη μου ένας καλλιτέχνης πρέπει να επενδύσει στο βινύλιο. Πρέπει να κάνει συναυλίες, να μαζέψει τα χρήματα, να κόψει 300 κομμάτια και να τα διαθέσει αριθμημένα στους fans. Kαι αυτός είναι και ο τρόπος που θέλω να το χειριστώ από δω και πέρα. Εγώ πλέον δεν ανήκω σε κάποια δισκογραφική και δεν θα ήθελα κιόλας να σου πω την αλήθεια, οπότε αν αποφασίσω να κάνω κάτι τέτοιο θα πρέπει να το κάνω μόνος μου. Πάντα μου άρεσαν τα χρωματιστά βινύλια. Ο πρώτος στην Ελλάδα που είχε κάνει κάτι τέτοιο, ήταν ο Χάρυ Κλυν που είχε βγάλει το ‘Μαλακά πιο Μαλακά’ όταν σατύριζε το ΠΑΣΟΚ σε πράσινο χρώμα. Τότε επίσης, είχε βγάλει και κασέτα, την οποία έβαλε μέσα σε ένα κουτί από τσιγάρα και όταν το άνοιγες έβγαζες από μέσα η κασέτα σε κόκκινο χρώμα. Ήταν πολύ μπροστά ο δάσκαλος.

– Τι έχεις να θυμάσαι από τις χρυσές εποχές των Ημισκουμπρίων;

Eμείς τότε κάναμε φοβερές παραγωγές κάναμε βιντεοκλίπ με κότερα, οικόπεδα, ελικόπτερα τι να μας πουν και οι τράπερς ( γέλια ), κάναμε χρυσούς και πλατινένιους δίσκους, γνωρίζαμε κόσμο, φέρναμε στο hip hop μεγάλους καλλιτέχνες που τους ακούγαμε χρόνια και τότε μας αντιμετώπιζαν ως ίσους, τον Λουκιανό Κηλαηδόνη, την Ελπίδα, το Φοίβο, το Γιάννη Σαββιδάκη, τον Κώστα Τουρνά και ήταν όλοι καταπληκτικοί άνθρωποι. Toυς φέραμε στο hip hop αφού εμείς δεν μπορούσαμε να πάμε στα δικά τους είδη. Γνωρίσαμε πολλά μέρη της Ελλάδας στα οποία δεν είχαμε πατήσει ποτέ το πόδι μας, ήταν ωραία χρόνια συναυλιακά και στουντιακά. Είδαμε πως ζούνε σε ένα μικρό χωριό ή μια επαρχιακή πόλη, τη Θεσσαλονίκη τη λατρέψαμε και μας λάτρεψε. Εμείς κάναμε σατυρικό στίχο, αποφασίσαμε να γίνουμε συνεχιστές μεγάλων προσωπικοτήτων της σάτυρας όπως ο Τζιμάκος ο Πανούσης και τα καταφέραμε. Σήμερα, δεν υπάρχει σατυρικός στίχος, η μουσική διέπεται από μια σοβαροφάνεια. Αυτοί που έχουν απομείνει να κάνουν σάτυρα είναι οι stand up comedians οι οποίοι μου αρέσουν και πάρα πολύ. Εμείς βέβαια δεν κάναμε προσβλητική σάτυρα. Όλα αυτά τα πράγματα που σήμερα έχουν γίνει big deals και δεν πρέπει πολύ σωστά να τα κοροϊδεύει κάποιος, εμείς τα θεωρούσαμε αυτονόητα. Αυτή ήταν η νοοτροπία μας: Δεν θεωρούσαμε κατώτερη τη γυναίκα, δεν πιστεύαμε ότι οι gay πρέπει να βρίσκεται στο περιθώριο, δεν χλευάζαμε το σώμα των ανθρώπων. Αντιθέτως, κοροϊδεύαμε αυτό το χιούμορ που βασίζεται στο να σχολιάσεις αρνητικά τον άλλον. Δεν κάναμε ποτέ προσβλητικό στίχο και είμαστε πολύ εντάξει με τους εαυτούς μας.

Φωτ.: Κική Παπαδοπούλου / Olafaq

Τα Ημισκούμπρια δεν έκαναν ποτέ προσβλητική σάτυρα.

– Όταν τα Ημισκούμπρια βρίσκονταν στο peak της καριέρας του πως αντιμετωπίζατε τις γκρούπις; 

Προσωπικά από τη φύση μου είμαι πολύ ντροπαλός άνθρωπος και δεν το είχα πολύ με αυτά τα πράγματα. Έχω όμως να θυμάμαι ένα χαρακτηριστικό γεγονός εκείνης της εποχής. Κάποτε στα πολύ πάνω μας, πήγαμε στα βραβεία του Ποπ Κορν και καθίσαμε στη σειρά, εγώ, ο Μυθριδάτης και ο Πρύτανης που είναι πολύ ψηλός και κρύβει τον ήλιο. Τότε ακούσαμε τα κορίτσια να φωνάζουν από κάτω “Πρύτανηηηηηη!!!” και προς στιγμήν νομίζαμε πως ουρλιάζανε για μας. Στη συνέχεια όμως, τα κορίτσια ολοκλήρωσαν τη φράση τους η οποία ήταν “Πρύτανηηηηηηηη κάνε στην άκρη δε βλέπουμε το Σάκηηηηηηηη!” για τον Ρουβά που καθόταν από πίσω μας. (γέλια) Εμένα πάντως με πλησίαζαν περισσότερο ράπερς είτε για να κάνουμε μουσική, είτε για να γράψουμε στίχους, για να ανταλλάξουμε απόψεις και σε αυτούς έχω μείνει μέχρι και σήμερα.

Τι σου αρέσει στο 2022;

Moυ αρέσει το ότι έχει δοθεί φωνή στον απλό άνθρωπο,ειδικά μέσα από τα social media τα οποία δεν είναι μόνο κακά όπως θέλουν αρκετοί να τα παρουσιάσουν. Συζητιούνται πλέον πράγματα που παλαιότερα αποτελούσαν ταμπού και τα κρύβαμε κάτω από το χαλί. Η κοινωνία αλλάζει, τα άτομα κάνουν coming out και μπορούμε πλέον να συζητήσουμε δημόσια πράγματα τα οποία πριν αποσιωποιούσαμε. Βέβαια αυτό εμπεριέχει και τον κίνδυνο της λανθασμένης cancel culture, γι αυτό και πρέπει να είμαστε όλοι πολύ προσεκτικοί στο τι λέμε και για ποιόν. Το ότι όμως οι γυναίκες μιλούν για τη βία, τα παιδιά για το bullying, οι αδύναμοι για το ρατσισμό, που δέχονται, θεωρώ πως είναι στοιχεία προόδου και χαίρομαι που συμβαίνουν σήμερα. Αυτό που δεν με ενθουσιάζει σήμερα είναι η μουσική. Θεωρώ πως είναι μια εποχή που ο κόσμος εκφράζεται όπως θέλει, αλλά δεν την διέπει επαναστατικότητα. Τώρα δεν ξέρω τι ακριβώς συμβαίνει γύρω μας. Το μόνο που έχω να πω είναι ότι κατάφεραν να μας κλείσουν μέσα στο σπίτι μας. Να μας προσφέρουν όλα όσα βρίσκαμε παλιά έξω μέσα από το δικό μας χώρο και να μην αναζητάμε την έξοδο. Ακούμε παντού γύρω μας τη φράση ‘βαριέμαι να βγω’ κάτι το οποίο δεν υπήρχε παλαιότερα.

Ήταν ο Δημήτρης Μεντζέλος και εμείς ακόμα χειροκροτούμε για το encore…

Φωτ.: Κική Παπαδοπούλου / Olafaq