Για δεκαετίες ο αμερικανικός καπιταλισμός στηριζόταν σε μια απλή υπόσχεση: το κράτος κρατά απόσταση, η αγορά αποφασίζει. Η κυβέρνηση έθετε τους κανόνες, αλλά δεν έπαιζε στο ταμπλό. Δεν είχε μετοχές, δε ψήφιζε σε διοικητικά συμβούλια, δεν έκρινε ποια εταιρεία αξίζει να σωθεί και ποια όχι. Αυτή η αφήγηση έδινε ένα είδος ταυτότητας. Το 2025 αυτή η ταυτότητα άρχισε να αλλάζει πρόσωπο.
Η δεύτερη θητεία του Donald Trump επιτάχυνε μια διαδικασία που σιγόβραζε εδώ και χρόνια. Το αμερικανικό κράτος δεν περιορίστηκε πια σε δασμούς, επιδοτήσεις ή φορολογικά κίνητρα. Άρχισε να αγοράζει μερίδια σε εταιρείες. Να αποκτά “χρυσές μετοχές”. Να κρατά δικαιώματα που μοιάζουν περισσότερο με εξουσία παρά με απλή επένδυση. Ο καπιταλισμός δεν καταργήθηκε, αλλά έπαψε να είναι ουδέτερος.
Η πιο εμβληματική κίνηση ήταν η συμμετοχή του κράτους στην Intel. Το επιχείρημα ήταν η εθνική ασφάλεια. Οι ημιαγωγοί δεν είναι απλώς προϊόντα, αλλά η βάση της τεχνολογίας, της άμυνας, της οικονομίας του αύριο. Η Αμερική δεν ήθελε να εξαρτάται από εργοστάσια εκτός συνόρων. Το κράτος μπήκε ως μέτοχος όχι για να κερδίσει, αλλά για να διασφαλίσει ότι η εταιρεία θα παραμείνει “εκεί που πρέπει”.
Αυτό από μόνο του αλλάζει τους κανόνες. Όταν το κράτος γίνεται μέτοχος, ακόμη κι αν δηλώνει παθητικός, το μήνυμα είναι σαφές: υπάρχουν επιχειρήσεις στρατηγικές και επιχειρήσεις αναλώσιμες. Η αγορά δεν αποφασίζει μόνη της. Κάποιος κρατά το τιμόνι σε κρίσιμες στροφές κι αυτό δημιουργεί μια νέα, αμήχανη πραγματικότητα.
Η ειρωνεία είναι ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες πέρασαν δεκαετίες επικρίνοντας ακριβώς αυτή την πρακτική σε άλλες χώρες. Κρατικός καπιταλισμός, βιομηχανική πολιτική, κρατικές συμμετοχές: όλα αυτά θεωρούνταν στρεβλώσεις. Τώρα εμφανίζονται ως αναγκαίο κακό, επειδή άλλαξε ο κόσμος.
Η παγκοσμιοποίηση έδειξε τα όριά της. Η πανδημία αποκάλυψε πόσο εύθραυστες είναι οι εφοδιαστικές αλυσίδες. Ο ανταγωνισμός με την Κίνα έπαψε να είναι θεωρητικός. Η τεχνολογία, η ενέργεια, οι πρώτες ύλες έγιναν γεωπολιτικά όπλα. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον η αμερικανική πολιτική ηγεσία κατέληξε σε ένα συμπέρασμα: η αγορά από μόνη της δεν επαρκεί.
Όμως το πρόβλημα δεν είναι η διαπίστωση. Είναι ο τρόπος εφαρμογής. Το νέο μοντέλο δεν συνοδεύεται από καθαρούς κανόνες. Δεν είναι σαφές γιατί επιλέγεται μια συγκεκριμένη εταιρεία και όχι μια άλλη. Δεν υπάρχει διαφανές πλαίσιο. Η παρέμβαση μοιάζει συχνά αποσπασματική, προσαρμοσμένη στη συγκυρία και στην πολιτική βούληση της στιγμής.
Όταν το κράτος επιλέγει νικητές, η επιχειρηματικότητα αλλάζει προσανατολισμό. Οι εταιρείες δεν ανταγωνίζονται μόνο στην καινοτομία ή στην ποιότητα, αλλά και στην πρόσβαση στην εξουσία. Η επιτυχία μετριέται όχι μόνο σε μερίδια αγοράς, αλλά και σε πολιτική εύνοια. Ακόμη κι αν αυτό δεν συμβεί μαζικά, η υποψία αρκεί για να αλλοιώσει το παιχνίδι. Αυτή η στροφή βρίσκει κοινωνική αποδοχή. Για πολλούς Αμερικανούς, ο παλιός καπιταλισμός δε λειτουργεί. Παρήγαγε ανισότητες, αποβιομηχάνιση, επισφάλεια. Η ιδέα ότι το κράτος θα πάρει πιο ενεργό ρόλο μοιάζει σε κάποιους με αποκατάσταση ισορροπίας.
Ο νέος αμερικανικός καπιταλισμός δεν είναι σοσιαλισμός, ούτε κινεζικό μοντέλο. Είναι ένα υβρίδιο. Ένας καπιταλισμός με κρατικό ένστικτο παρέμβασης. Ευέλικτος, αλλά και επικίνδυνα ασαφής. Δεν υπόσχεται δικαιοσύνη, παρά μόνο ασφάλεια και αυτό από μόνο του είναι μια μεγάλη αλλαγή προτεραιοτήτων. Το πιο καθοριστικό στοιχείο είναι ότι αυτή η μετάλλαξη δύσκολα θα αντιστραφεί. Τα εργαλεία που εισήχθησαν θα μείνουν. Κάθε επόμενη κυβέρνηση, ανεξαρτήτως χρώματος θα δελεαστεί να τα χρησιμοποιήσει. Όταν το κράτος μάθει να παίζει ρόλο μετόχου σπάνια επιστρέφει απλώς στον ρόλο του διαιτητή.
Ο αμερικανικός καπιταλισμός μετασχηματίζεται και το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν θα επιβιώσει, αλλά ποιον τελικά θα υπηρετεί: την αγορά, το κράτος ή τη λεπτή, ασταθή ισορροπία ανάμεσα στα δύο.
*Mε στοιχεία από το Business Insider
➪ Ακολουθήστε το OLAFAQ στο Facebook, Bluesky και Instagram.





