Σαν σήμερα, πριν από ακριβώς 14 χρόνια, έμαθα ότι είμαι υιοθετημένος.

Ήταν 12 Ιανουαρίου του 2009 όταν η μητέρα μου κατέβηκε στο σπίτι που διέμενα τότε, στο κέντρο της Αθήνας και μού το είπε αδυνατώντας σχεδόν να με κοιτάξει απευθείας στα μάτια, λεγοντάς μου το.

Ήμουν 30 ετών και στην χειρότερη δυνατή κατάσταση της ζωής μου, τόσο από σωματικώς, όσο και από ψυχολογικής απόψεως.

Παρ’ όλα αυτά, η μητέρα μου θεώρησε ότι τα 30 μου χρόνια ήταν η κατάλληλη ηλικία να μού το ανακοινώσει.

Οπότε, αυτό που θα διαβάσετε παρακάτω, είναι ένα άρθρο που θα μπορούσε κάλλιστα να λέγεται «Dr. Strangelove: Πώς έμαθα να πάψω να ανησυχώ και να αγαπήσω την υιοθεσία μου*». Γιατί όντως είναι μια «περίεργη αγάπη» αυτή που δημιουργείται ανάμεσα σε έναν θετό γονιό και ένα θετό παιδί.

«Γιατί δεν μού το είπατε νωρίτερα, εκεί στα 8, 10, άντε βία στα 12 μου χρόνια;» (που θεωρείται από τους απανταχού παιδοψυχολόγους ότι είναι το σωστό και το πρέπον να πεις ένα τέτοιο, κομβικής σημασίας, γεγονός σε ένα παιδί), ήταν η πρώτη, μοναδική και απολύτως εύλογη ερώτησή μου.

Η δικαιολογία «είχες μια άγρια εφηβεία», η οποία μού παρουσιάστηκε επισήμως, δεν ευσταθούσε: δεν είχα απολύτως καμία άγρια εφηβεία, ένας φλώρος από τα Βόρεια Προάστια ήμουν.

Απλώς, οι γονείς μου πιθανώς να τρόμαξαν όταν απλά τους ανακοίνωσα ένα μεσημέρι στο τραπέζι ότι «είμαι άθεος και δεν πρόκειται να με σέρνετε στην εκκλησία μαζί σας από εδώ και στο εξής». «Μάνα, αν αυτό θεωρείται για εσάς “άγρια εφηβεία”, εγώ δεν υιοθετώ» (τής έκανα και πλακίτσα, ο άθλιος, ακόμη δεν μου είχε πει τα νέα).

Αλλά τέτοιος ήμουν πάντα: κανιβάλιζα τα πάντα, από τα πιο αστεία, μέχρι τα πιο σοβαρά, κοίταγα να βγάλω το γέλιο και την ιλαρότητα ακόμη και από την πιο ψυχολογικά δύσβατη κατάσταση. Γαμημένες ψυχολογικές άμυνες.

Αυτό που πραγματικά με προβλημάτισε αρχικά στην όλη κατάσταση δεν είναι ότι μού ανακοινώθηκε κάτι τέτοιο μετά από (μετρημένες) 10.948 ημέρες ζωής πάνω σε αυτόν τον πλανήτη.

Δεν με πείραξε τόσο το ότι είχαν 10.948 ευκαιρίες να μου το πουν και επέλεξαν να το κάνουν με πατημένα τα 30 μου χρόνια. Αυτό που με πείραξε ήταν η απουσία, από την συγκεκριμένη περίσταση, του πατέρα μου, ο οποίος δεν κατέβηκε εκείνη την ημέρα να μου το πει, μαζί με την μητέρα μου.

Να ανακοινώνεις με τέτοια καθυστέρηση στο παιδί σου ότι είναι υιοθετημένο και ταυτόχρονα να λείπεις από ένα τέτοιο γεγονός;

Αυτό, τότε, για μένα ήταν ανεπίτρεπτο. Ήταν σαν, κάποιος, να βάζει ένα θέμα κάτω από ένα χαλάκι και να μην καταδέχεται καν να μιλήσει ανοικτά γι’ αυτό.

Οπότε, πέραν του όποιου κοκομπλόκου έπαθα με την επισημοποίηση της είδησης (και λέω «επισημοποίηση» γιατί τα σημάδια ότι δεν ήμουν το βιολογικό παιδί των γονιών μου, ήταν εκεί, μπροστά μου, από την πρώτη σχεδόν ημέρα της γέννησής μου: α. δεν είχα απολύτως καμία εμφανισιακή ομοιότητα με αυτούς και β. είχα μια μεγάλη διαφορά ηλικίας, ειδικά με τον πατέρα μου, ο οποίος επειδή μεγαλόφερνε κιόλας, κάθε φορά που με πήγαινε στα παιδικά πάρτι, ντρεπόμουν για λογαριασμό του, γιατί ένας συμμαθητής μου με είχε ρωτήσει κάποια στιγμή «γιατί σε φέρνει ο παππούς σου; Μπαμπά δεν έχεις;»), είχα να διαχειριστώ και την πατρική απουσία από ένα τέτοιας ζωτικής σημασίας γεγονός.

Γενικά, με το που έφυγε η μάνα μου από το σπίτι μου μέσα σε ένα πολύ αμήχανο κλίμα και σε μια άβολη ατμόσφαιρα γεμάτη κλισεδιές του στυλ «εσείς είστε οι γονείς μου και θα είστε για πάντα» μπλα μπλα, προσπάθησα να «εξερευνήσω την κατάσταση με την αποστασιοποίηση ενός αναλυτή», που τραγουδάνε και οι Of Montreal στο «The Past Is A Grotesque Animal», το οποίο είναι ένα μεγάλο και σπουδαίο τραγούδι επειδή δεν μιλάει απαραίτητα για το ερωτικό παρελθόν του καθενός μας, αλλά για το οιασδήποτε φύσης παρελθόν του καθενός μας, με το οποίο πρέπει να μάθουμε να συμφιλιωνόμαστε –αργά ή γρήγορα. Ανώδυνα ή επώδυνα. Λάου-λάου ή ακόμη και με τη βία, αν χρειαστεί.

Τα αρχικά συναισθήματα ήταν, ασφαλώς, οργή, θυμός και απογοήτευση. Απολύτως λογικά συναισθήματα τα οποία κρύφτηκαν κάτω από το αντίστοιχο χαλάκι των δικών μου, διαφόρων εξαρτήσεων, που τα εξαφάνιζαν για λίγο από το μυαλό μου, μουδιάζοντάς το και κρατώντας το σε μια κατάσταση «inertia creeps», που λένε και οι Massive Attack.

Μετά, προϊόντος του χρόνου, την θέση τους πήραν άλλα συναισθήματα: αυτά του «ω ρε πούστη μου, δεν ξέρω από πού κρατάει η σκούφια μου. Πού σκατά είναι το αίμα μου;» Δεδομένου ότι είμαι μοναχοπαίδι, οι γονείς μου ήταν ηλικιωμένοι και, επιπλέον, δεν είχα απολύτως καμία σχέση με ξαδέλφια και ξαδέλφους (δεν με συμπαθούνε πολύ και τα αισθήματα είναι αμοιβαία), ένιωθα λίγο έωλος, σε γενετικό επίπεδο.

Αλλά πάλι έβρισκα ένα τρόπο να το κανιβαλίζω, λέγοντας μέσα μου «εντάξει μωρέ, ένα μπάσταρδο είσαι, σιγά το θέμα». Μετά πήγα και χτύπησα και ένα τατουάζ που μου θυμίζει ότι είμαι «άγνωστη γη» –άγνωστος κυρίως απέναντι στον ίδιο μου τον εαυτό – και το θέμα κάπως θεωρήθηκε λήξαν μέσα μου.

Με αυτά τα πράγματα, όμως, δεν «παίζεις». Γιατί, όπως λέει κάποιος και στην ταινία «Magnolia», «εσύ μπορεί να τελείωσες με το παρελθόν, αλλά το παρελθόν (σου) δεν έχει τελειώσει ακόμη μαζί σου». Γιατί αργά ή γρήγορα, τα πράγματα αυτά θα βρουν τον τρόπο να βγουν στην επιφάνεια. Έτσι, όταν μετά από μερικά χρόνια παντρεύτηκα, με την πρώην γυναίκα μου είχαμε αρχικά συμφωνήσει ότι, αμφότεροι δεν θέλουμε να κάνουμε παιδί.

Δεν είναι όλοι οι άνθρωποι προορισμένοι να βιώσουν την γονεϊκότητα (πατρότητα ή μητρότητα) και όποιος αποφασίσει να MHN τεκνοποιήσει, έχει την αμέριστη συμπαράστασή μου.

Ωστόσο, όταν στην πρώην γυναίκα μου άρχισε να τής χτυπάει το βιολογικό της ρολόι, άρχισε ταυτόχρονα σε μένα να χτυπάει και το δικό μου εγωιστικό ρολόι, το, κατά Ρίτσαρντ Ντόκινς, «εγωιστικό γονίδιο»: εκείνη ήθελε παιδί για τον σωστό λόγο, εγώ ήθελα παιδί και για τον σωστό, αλλά και για τον λάθος λόγο: ότι ήθελα να φέρω στον κόσμο ένα πλάσμα που τουλάχιστον να ξέρω ότι αυτό έχει το αίμα μου. Το γαμημένο dna μου. Δεν ήθελα απαραιτήτως να αποκτήσω απογόνους, αλλά ήθελα να έχω ένα παιδί, ώστε να το κοιτάω μελλοντικά στα μάτια και να μπορώ να λέω από μέσα μου «child is a father to a man» [και πιθανώς να με γηροκομήσει, κατά την γνωστή μου πεποίθηση ότι «μόνοι μας γεννιόμαστε και μόνοι μας πεθαίνουμε σε αυτή τη γαμωζωή»].

Μαζί με την έλευση του παιδιού, άρχισα και την ψυχοθεραπεία για τα ζητήματα αυτά. Η ψυχοθεραπεία μου πήγε τέλεια, ο γάμος μου όχι και τόσο.

Και ένα απόγευμα, μετά το ιατρείο της ψυχολόγου, πέρασα από τον δικηγόρο μου, για να βγει το διαζύγιο με την πρώην γυναίκα μου. Μιλάμε για μια εντελώς fucked up περίοδο στην ζωή μου. Οι μόνες δυο παρηγοριές μου ήταν να βλέπω το παιδί μου να μεγαλώνει και να συνεχίζω την ψυχοθεραπεία σε σόλο επίπεδο, γράφοντας ταυτόχρονα το μυθιστόρημά μου, την «Ντοπαμίνη».

Και τότε διαπίστωσα ότι μαζί με την προσωπική ψυχολογική «σκατίλα» που βγήκε στις σελίδες της, βγήκαν και άλλα πράγματα: κατανόηση, ενσυναίσθηση, συγχώρεση και ευγνωμοσύνη απέναντι στους «θύτες» μου.

Κατανόηση για το ότι κώλωσαν, όταν ήμουν παιδάκι, να μου το πούνε –δεν το έκαναν από κακία, ούτε ήταν μαλάκες. Απλώς, δεν ήξεραν πώς να το διαχειριστούν γιατί ήταν άλλες εποχές, ήταν τα ‘80s, δεν υπήρχαν παιδοψυχολόγοι τότε και αν υπήρχαν, ήταν λίγοι και δυσεύρετοι. Δεν παίζαμε σε ταινία του Γούντι Αλεν, διάολε, στην ΠΑΣΟΚική Ελλάδα ζούσαμε.

Ενσυναίσθηση γιατί, βάζοντας τον εαυτό μου, εξ αποστάσεως, στην όλη εξίσωση, πιθανώς να έκανα το ίδιο.

Συγχώρεση, γιατί έτσι πρέπει. Γιατί έτσι επιβάλλεται. Γιατί δεν μπορείς να περάσεις το υπόλοιπο της ζωής σου τσαντισμένος με όλους και όλα γύρω σου, που λέει και ο Εντουαρντ Φέρλονγκ στην ταινία «American History X».

Και, φυσικά, ευγνωμοσύνη: γιατί, με όσα λάθη και αν έκαναν (και ήταν πολλά), η ουσία είναι ότι δυο άνθρωποι που για τον άλφα ή βήτα λόγο δεν κατάφεραν να αποκτήσουν το δικό τους παιδί, τραβήχτηκαν μέχρι το Ίδρυμα Υιοθεσιών «Μητέρα» στα Λιόσια και μπήκαν σε μια τεράστια και ψυχολογικά επίπονη γραφειοκρατική διαδικασία αρκετών ετών, προκειμένου να σώσουν (γιατί περί σωτηρίας πρόκειται, αν το καλοσκεφτείτε) ένα μωράκι δυο μηνών (σε τέτοια ηλικία με υιοθέτησαν) από ποιος ξέρει πόσα καλά ή κακά θα συναντούσα στο δρόμο μου μεγαλώνοντας.

Με μεγάλωσαν κάνοντας μεγάλα λάθη και τραγικές παραλείψεις (και, παράλληλα, προσφέροντάς μου και μια σχετικά καλή ζωή), αλλά πάντα με γνώμονα την πραγματική και άδολη αγάπη. Αυτό πλέον το αναγνωρίζω αυτό μέσα μου.

Και το αναγνώρισα ακόμη περισσότερο, όταν η μητέρα μου μού έδωσε τον φάκελο της υιοθεσίας μου. Μέσα σε αυτόν αναγράφεται, κατά το νόμο, μόνο το όνομα της βιολογικής μητέρας μου και όχι του βιολογικού πατέρα μου.

Έκανα μια πρόχειρη ψακτική στα social media μήπως και την βρω – με έκανε στα 18 της χρόνια, οπότε οι πιθανότητες να ζει, είναι πολλές, μιλάμε για μια γυναίκα λίγο πάνω από τα 60 της χρόνια – αλλά δεν την βρήκα πουθενά.

Στο «Πάμε Πακέτο» δεν πρόκειται να πάω, οπότε έχω συμφιλιωθεί μέσα μου ότι εκεί έξω υπάρχει μεν κάπου η βιολογική μου μάνα (και, πιθανώς, και κάποια ετεροθαλή αδέλφια), αλλά δεν έχω καμία απολύτως διάθεση να τους αναζητήσω. Εδώ δεν αντέχω τα θετά μου ξαδέλφια, που λέει ο λόγος, πού να μπλέκεις τώρα.

Είμαι σε απόλυτη ειρήνη, at peace, που λένε και οι Αγγλοι με το όλο θέμα. Οι (προ 15ετίας ταραχώδεις) σχέσεις με τους γονείς μου έχουν αποκατασταθεί πλήρως, παρόλο που συχνά πυκνά αναγκάζομαι, λόγω της υιοθεσίας μου, και έρχομαι σε αντιπαράθεση με γνωστούς και φίλους ως προς το ζήτημα των εκτρώσεων. Βλέπετε, κάποιοι θεωρούν ότι, άπαξ και είσαι υιοθετημένος, πρέπει σώνει και ντε να υποστηρίζεις την απαγόρευση των εκτρώσεων.

Σε μια πρόσφατη κουβέντα με μια παρέα φίλων και όταν τέθηκε το ζήτημα των αμβλώσεων, όταν εγώ απλά ανέφερα ότι υποστηρίζω το «my body, my choice» της κάθε γυναίκας εκεί έξω, έπεσαν όλοι να με φάνε:

«Μιλάς και εσύ γι’ αυτό, όταν δεν θα υπήρχες καν αν η μητέρα σου δεν είχε αποφασίσει να σε φέρει στον κόσμο; Μπράβο της που αποφάσισε να μην κάνει έκτρωση και να σε γεννήσει».

«Χίλια μπράβο της», τους αντίτεινα και εγώ, «ωστόσο δεν καταλαβαίνω με ποιο τρόπο αυτά τα δυο συνδέονται. Δηλαδή, επειδή είμαι ένα παιδί που είχε την καλή τύχη να μην “το ρίξει” η βιολογική του μάνα, πρέπει η στάση μου απέναντι σε αυτό το θέμα να καθοδηγείται συλλήβδην από προσωπικά κίνητρα και λόγους;», πρόσθεσα, καταλήγοντας, σε μια προσπάθεια να ελαφρύνω το κλίμα ότι «δεν υιοθετώ τις απόψεις σας».

Κανείς δεν γέλασε. Γιατί τους ήταν ακόμη αδιανόητη η θέση μου απέναντι στο ζήτημα αυτό.

Δεν έχω μιλήσει δημοσίως για το ζήτημα της υιοθεσίας μου εδώ και 14 χρόνια. Φίλοι και κολλητοί γνωρίζουν ότι είμαι υιοθετημένος, αλλά παραέξω δεν το έχω πει.

Όχι επειδή ντρέπομαι ή νιώθω άσχημα γι’ αυτό, αλλά γιατί δεν το θεωρώ καθόλου μα καθόλου σημαντικό: χιλιάδες παιδιά ανά την υφήλιο υιοθετούνται αυτή την στιγμή, από μια πράξη «καλοσύνης των ξένων», όπως το έθεσε ορθά και ο (επίσης υιοθετημένος) συγγραφέας Πέτρος Τατσόπουλος στο ομώνυμο βιβλίο του.

Θα κλείσω με μια συζήτηση που είχα το περασμένο καλοκαίρι με τον 6χρονο γιο μου, όσο ήμασταν οι δυο μας διακοπές στο Ξυλόκαστρο.

– «Μπαμπά, μπορώ να παντρευτώ εσένα ή την μαμά;»
– «Όχι Φίλιππε, δεν μπορούμε να παντρευτούμε τους συγγενείς μας» (αυτομάτως, απεμπόλησα κάθε πιθανότητα να του κάνω δώρο στο μέλλον κάποιο βιβλίο σχετικά με τις συνήθειες παντρολογήματος των Ρωμαίων και Βυζαντινών αυτοκρατόρων).
– «Μπορώ όμως να παντρευτώ τον φίλο μου τον Χρήστο;»
– «Φυσικά και μπορείς. Αν τον αγαπάς».
– «Και πώς θα κάνουμε παιδί; Αφού μόνο τα κοριτσάκια μπορούνε να κάνουνε».
– «Θα κάνεις αυτό που έκανε η γιαγιά και ο παππούς σου με εμένα».
– «Μπορούμε να υιοθετήσουμε ένα παιδάκι δηλαδή;»
– «Φυσικά και μπορείτε. Αν αγαπιέστε μεταξύ σας και αν θέλετε παιδί, όλα γίνονται».

Ο γιος μου γνωρίζει από τα 4 του χρόνια ότι ο πατέρας του είναι υιοθετημένος. Γνωρίζει τι εστί ο όρος «υιοθεσία». Έκατσα ένα βράδυ και του το εξήγησα όσο πιο απλά μπορούσα.

Είναι ήδη, κατά μια έννοια, πολύ πιο ώριμος από εμένα ως προς το ζήτημα αυτό.

Και αν κάτι με χαροποιεί από την όλη κατάσταση, είναι ότι με τον γιο μου δεν πρόκειται να κάνω τα ίδια λάθη που έκανε μαζί μου ο δικός μου πατέρας (και η δική μου μάνα).

Θα κάνω μαζί του διαφορετικά λάθη, πιθανώς. Αλλά όχι τα ίδια.

*Παράφραση του τίτλου της ταινίας του Στάνλεϊ Κιούμπρικ «Dr. Strangelove or: How I Learned to Stop Worrying and Love the Bomb» [«Δρ. Strangelove ή πώς έμαθα να πάψω να ανησυχώ και να αγαπήσω τη βόμβα»].