Η παρουσία του Ντόναλντ Τραμπ στο Νταβός και η παρουσίαση του Συμβουλίου Ειρήνης συγκέντρωσαν διεθνή προσοχή, καθώς 19 χώρες υπέγραψαν το ιδρυτικό καταστατικό του νέου σχήματος. Ωστόσο, η περιορισμένη συμμετοχή των ευρωπαϊκών χωρών, με μόλις Ουγγαρία και Βουλγαρία να εκπροσωπούν την ΕΕ, εγείρει ερωτήματα για τη νομιμοποίηση και την επιρροή του Συμβουλίου. Παρά τις λαμπερές δημόσιες δηλώσεις και τις φωτογραφίες από την τελετή υπογραφής, η πραγματική ικανότητα του νέου οργανισμού να επηρεάσει τη διεθνή πολιτική σκηνή παραμένει ασαφής και αμφισβητήσιμη.

Η δημόσια εικόνα του Συμβουλίου δίνει έμφαση στην ισχύ και την παγκόσμια προβολή των ΗΠΑ. Ο ίδιος ο Τραμπ χαρακτήρισε το Συμβούλιο ως «κάτι πραγματικά μοναδικό για τον κόσμο» και ανέφερε ότι θα μπορούσε να συνεργαστεί με τα Ηνωμένα Έθνη για την επίλυση πολέμων, χωρίς όμως να διευκρινιστεί με σαφήνεια πώς θα λειτουργεί η συνεργασία, ποιος θα έχει τον τελικό λόγο και ποιες θα είναι οι αρμοδιότητες των μελών. Η ασάφεια αυτή αποτελεί κρίσιμο ζήτημα, καθώς η διεθνής διπλωματία βασίζεται σε συμφωνίες, ξεκάθαρους ρόλους και διαφανή πρωτόκολλα. Χωρίς αυτά, η αξιοπιστία του Συμβουλίου κινδυνεύει να υπονομευθεί, ενώ μπορεί να προκύψουν διπλωματικές τριβές με υπάρχοντες διεθνείς οργανισμούς.

Η γεωγραφική σύνθεση των συμμετεχόντων ενισχύει τις ανησυχίες για περιορισμένη αντιπροσωπευτικότητα. Η πλειονότητα των συμμετεχόντων προέρχεται από περιοχές με ιστορική αστάθεια ή περιορισμένη συμμετοχή σε διεθνή fora, ενώ οι παραδοσιακοί ευρωπαϊκοί σύμμαχοι, εκτός από Ουγγαρία και Βουλγαρία, απουσίασαν. Η ανισορροπία αυτή εγείρει ερωτήματα για τη νομιμοποίηση των αποφάσεων και για το αν το Συμβούλιο θα μπορεί να έχει πραγματική επιρροή στην παγκόσμια σκηνή.

Η τελετή στο Νταβός αποκάλυψε ότι η επικοινωνιακή διάσταση υπερτερεί της ουσίας. Η δημόσια υπογραφή του ιδρυτικού καταστατικού από τον Τραμπ και τους επιλεγμένους συμμετέχοντες επισκίασε την έλλειψη σαφών διαδικασιών και κανόνων. Οι δηλώσεις περί «τερματισμού πολέμων», «διευθέτησης οκτώ συγκρούσεων» και «ισχυρότερου στρατού στον κόσμο» λειτουργούν κυρίως ως θεατρικό στοιχείο, ενώ η αναφορά σε στρατιωτικές επιχειρήσεις στη Βενεζουέλα και την Καραϊβική υπογραμμίζει τον πολιτικό και επικοινωνιακό χαρακτήρα του Συμβουλίου.

Από διπλωματική και ψυχολογική σκοπιά, η πρωτοβουλία μπορεί να θεωρηθεί ως προσπάθεια δημιουργίας ενός ανταγωνιστικού φόρουμ, που τοποθετεί τις ΗΠΑ στο κέντρο της διεθνούς σκηνής, προσελκύοντας κράτη που επιθυμούν στρατηγικές συμμαχίες χωρίς να δεσμεύονται πλήρως στον ΟΗΕ. Η έλλειψη σαφούς πλαισίου αρμοδιοτήτων αφήνει ανοικτό το ενδεχόμενο διπλωματικής σύγκρουσης με υπάρχοντες διεθνείς οργανισμούς και δημιουργεί κενά στην εφαρμογή των αποφάσεων.

Η αποτελεσματικότητα του Συμβουλίου θα κριθεί όχι από τις εντυπωσιακές δηλώσεις, αλλά από την ικανότητά του να συντονίζει δράσεις, να προωθεί διαπραγματεύσεις και να επιλύει συγκρούσεις με διαφανείς και συμφωνημένους κανόνες. Χωρίς αυτά, το εγχείρημα κινδυνεύει να παραμείνει μια θεατρική φιγούρα, ενισχύοντας την προσωπική εικόνα των ΗΠΑ χωρίς ουσιαστική συμβολή στην παγκόσμια ειρήνη.

Η ασάφεια γύρω από τη συνεργασία με τον ΟΗΕ αποτελεί επίσης σημαντικό ζήτημα. Οι γενικές αναφορές του Τραμπ σε πιθανή συνεργασία αφήνουν αναπάντητα ερωτήματα για το ποιος θα έχει τον τελικό λόγο, πώς θα συντονίζονται οι δράσεις και ποιοι θα είναι οι κανόνες λογοδοσίας. Σε έναν κόσμο που βασίζεται σε διεθνείς συμφωνίες και ξεκάθαρους ρόλους, η αμφισημία αυτή μπορεί να υπονομεύσει την αξιοπιστία του Συμβουλίου και να δημιουργήσει τριβές με υπάρχοντες θεσμούς.

Παράλληλα, η επικοινωνιακή διάσταση της παρουσίασης στο Νταβός δείχνει την στρατηγική που ακολουθεί ο Τραμπ: η προβολή των ΗΠΑ ως κεντρικού παράγοντα παγκόσμιας ισχύος, η ανάδειξη στρατιωτικών επιτυχιών και η διαμόρφωση εικόνας ισχυρού ηγέτη. Η ένταση στο λόγο του, οι επιτηδευμένες φωτογραφίες και οι υπερβολικές δηλώσεις για την επίλυση πολέμων δημιουργούν μια εντυπωσιακή εικόνα, αλλά χωρίς στέρεες διαδικασίες και δεσμευτικά μέτρα, παραμένουν κυρίως θεατρικό στοιχείο.

Η στρατηγική αξία του Συμβουλίου τίθεται επίσης υπό αμφισβήτηση λόγω της γεωγραφικής συγκέντρωσης των συμμετεχόντων. Η πλειονότητα προέρχεται από περιοχές με ιστορική αστάθεια, όπως η Μέση Ανατολή, η Κεντρική Ασία και η Λατινική Αμερική, ενώ οι παραδοσιακοί δυτικοευρωπαϊκοί σύμμαχοι δεν συμμετείχαν. Αυτό δημιουργεί την αίσθηση μονομερούς οργάνου, το οποίο, αν και φαινομενικά διεθνές, εξυπηρετεί κυρίως αμερικανικά στρατηγικά συμφέροντα.

Αναλυτικά, η συμμετοχή κρατών όπως η Σαουδική Αραβία, το Κατάρ, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, η Αργεντινή, η Παραγουάη, η Βενεζουέλα, η Ινδονησία και η Μογγολία δείχνει την προσπάθεια των ΗΠΑ να εξασφαλίσουν γεωστρατηγικές συμμαχίες, ωστόσο η απουσία άλλων σημαντικών κρατών θέτει υπό αμφισβήτηση τη συνολική επιρροή του Συμβουλίου.

Η ψυχολογική διάσταση είναι εξίσου σημαντική: η δημιουργία ενός νέου διεθνούς φόρουμ τοποθετεί τις ΗΠΑ ως κεντρικό διαμεσολαβητή, ενώ ταυτόχρονα ενισχύει την εικόνα του Τραμπ ως ηγέτη που διαμορφώνει παγκόσμιες ισορροπίες. Ωστόσο, η απουσία ξεκάθαρων κανόνων, η ασάφεια συνεργασίας με τον ΟΗΕ και η γεωγραφική ανισορροπία μπορεί να οδηγήσουν σε διπλωματική σύγχυση, με πιθανούς ανταγωνισμούς και συγκρούσεις ανάμεσα στο Συμβούλιο και άλλους διεθνείς οργανισμούς.

Σε στρατηγικό επίπεδο, η αποτελεσματικότητα του Συμβουλίου θα μετρηθεί με το αν θα μπορεί να επιλύει πραγματικές συγκρούσεις, να συντονίζει δράσεις και να προωθεί διαπραγματεύσεις με διαφανείς κανόνες. Χωρίς αυτά, το Συμβούλιο κινδυνεύει να μείνει μια θεατρική φιγούρα, που θα ενισχύει κυρίως την προσωπική εικόνα των ΗΠΑ και την προβολή του Τραμπ, χωρίς να προσφέρει ουσιαστική συνεισφορά στην παγκόσμια ειρήνη.

Συμπερασματικά, η παρουσίαση του Συμβουλίου Ειρήνης αναδεικνύει την έντονη αντίθεση ανάμεσα στην επικοινωνιακή προβολή και την ουσιαστική λειτουργία. Η διεθνής κοινότητα παρακολουθεί προσεκτικά, περιμένοντας απτά αποτελέσματα, διαφανείς διαδικασίες και αξιόπιστη συνεργασία. Η διαφορά ανάμεσα στο θέαμα και την ουσία θα καθορίσει αν το Συμβούλιο θα γίνει ένα εργαλείο ειρήνης ή απλώς μια θεατρική κίνηση πολιτικής επικοινωνίας.

Η αμφισημία γύρω από τις αρμοδιότητες, η γεωγραφική ανισορροπία και η έλλειψη σαφών διαδικασιών υπογραμμίζουν την ανάγκη για πραγματική στρατηγική και διεθνή νομιμοποίηση, αλλιώς το Συμβούλιο κινδυνεύει να παραμείνει ένα επικοινωνιακό εργαλείο, που εξυπηρετεί περισσότερο πολιτικές και στρατηγικές φιλοδοξίες παρά την ουσιαστική προώθηση της ειρήνης.

Η επόμενη περίοδος θα δείξει αν το Συμβούλιο Ειρήνης μπορεί να υπερβεί την επικοινωνιακή διάσταση και να αναδειχθεί σε έναν σημαντικό διεθνή παράγοντα, με σαφείς κανόνες, διεθνή συμμετοχή και ικανότητα να επιλύει συγκρούσεις. Μέχρι τότε, η διεθνής κοινότητα παραμένει σε στάση αναμονής, αξιολογώντας κάθε βήμα και κάθε δήλωση, αναζητώντας την πραγματική αξία πίσω από τις εντυπωσιακές φωτογραφίες και τις λαμπερές δηλώσεις.

 Ακολουθήστε το OLAFAQ στο Facebook, Bluesky και Instagram.