Τα σύννεφα πολέμου πυκνώνουν ξανά πάνω από το Ιράν και αυτή τη φορά δεν πρόκειται απλώς για μια ακόμη διπλωματική ένταση. Οι αναφορές του Ντόναλντ Τραμπ στην αμερικανική αρμάδα που θα μπορούσε να χτυπήσει την Τεχεράνη επαναφέρουν ένα εφιαλτικό σενάριο που η διεθνής κοινότητα γνωρίζει καλά αλλά επιλέγει συχνά να υποτιμά. Ο πόλεμος με το Ιράν δεν θα ήταν ένα ελεγχόμενο επεισόδιο, αλλά ένα γεγονός με παγκόσμιες συνέπειες, χωρίς σαφές τέλος και με κόστος που κανείς δεν είναι πραγματικά έτοιμος να αναλάβει.
Η συζήτηση για μια πιθανή αμερικανική επίθεση επιστρέφει με ανησυχητική ευκολία, σαν να πρόκειται για γνώριμο μοτίβο. Κι όμως, κάθε φορά που επανέρχεται, αποκαλύπτει μια βαθιά παθογένεια της διεθνούς πολιτικής. Η βία εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται ως εργαλείο αξιοπιστίας και όχι ως ύστατη αποτυχία της διπλωματίας. Το BBC καταγράφει επτά σενάρια, όμως πίσω από τη φαινομενική ψυχραιμία της ανάλυσης κρύβεται ένας κοινός παρονομαστής. Κανένα σενάριο δεν εγγυάται έλεγχο των εξελίξεων.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η εκτίμηση ότι ο μεγαλύτερος κίνδυνος δεν είναι κάποια στρατηγική αναγκαιότητα, αλλά η πολιτική ψυχολογία. Ένας πρόεδρος που έχει συγκεντρώσει ισχυρή στρατιωτική δύναμη κοντά στα σύνορα του Ιράν μπορεί να αισθανθεί υποχρεωμένος να τη χρησιμοποιήσει για να μη φανεί αδύναμος. Η ιστορία έχει δείξει επανειλημμένα πού οδηγεί αυτή η λογική. Σε πολέμους χωρίς σαφή έξοδο και με επιπτώσεις που ξεπερνούν κατά πολύ τους αρχικούς σχεδιασμούς.
Το πρώτο και πιο αισιόδοξο σενάριο, αυτό των στοχευμένων επιθέσεων και της μετάβασης στη δημοκρατία, μοιάζει περισσότερο με πολιτική φαντασίωση. Η εμπειρία του Ιράκ και της Λιβύης καταρρίπτει κάθε αφήγημα περί ομαλής μετάβασης μετά από βομβαρδισμούς. Αντί για σταθερότητα, ακολούθησαν χρόνια χάους, ένοπλων συγκρούσεων και διαλυμένων κρατικών δομών. Η ιδέα ότι το Ιράν θα αποτελούσε εξαίρεση αγνοεί τόσο την ιστορία όσο και την κοινωνική του πραγματικότητα.
Το δεύτερο σενάριο, όπου το καθεστώς επιβιώνει αλλά προσαρμόζει τις πολιτικές του, αποκαλύπτει μια βαθύτερη αυταπάτη. Η Ισλαμική Δημοκρατία έχει αποδείξει ότι μπορεί να αντέχει πιέσεις, κυρώσεις και απειλές για δεκαετίες. Η προσδοκία ότι θα αλλάξει πορεία επειδή το απαιτεί η Ουάσινγκτον δεν στηρίζεται σε πραγματικά δεδομένα. Αντίθετα, τέτοιες πιέσεις συχνά ενισχύουν τα πιο σκληρά στοιχεία στο εσωτερικό της εξουσίας.
Το τρίτο σενάριο, της στρατιωτικής διακυβέρνησης από τους Φρουρούς της Επανάστασης, είναι ίσως το πιο κυνικό. Δεν οδηγεί σε εκδημοκρατισμό, αλλά σε μια πιο συμπαγή και επιθετική μορφή εξουσίας. Ένα τέτοιο Ιράν θα ήταν πιθανότατα πιο απρόβλεπτο και πιο επικίνδυνο για την ευρύτερη περιοχή, όχι λιγότερο.
Τα σενάρια των αντιποίνων φωτίζουν την πραγματική διάσταση του κινδύνου. Το Ιράν διαθέτει τα μέσα να πλήξει αμερικανικές βάσεις και συμμάχους των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή. Από βαλλιστικούς πυραύλους και drones μέχρι επιθέσεις σε κρίσιμες ενεργειακές υποδομές, η Τεχεράνη έχει ήδη δείξει τις δυνατότητές της. Μια τέτοια κλιμάκωση θα μπορούσε εύκολα να ξεφύγει από κάθε έλεγχο.
Ιδιαίτερα κρίσιμη είναι η απειλή για το στενό του Ορμούζ. Πρόκειται για έναν από τους σημαντικότερους ενεργειακούς διαύλους του πλανήτη. Η παραμικρή διαταραχή θα μπορούσε να εκτοξεύσει τις τιμές της ενέργειας, να προκαλέσει παγκόσμια οικονομική αναστάτωση και να επιβαρύνει κοινωνίες ήδη στα όριά τους.
Το σενάριο της επίθεσης σμήνους και της πιθανής βύθισης αμερικανικού πολεμικού πλοίου, όσο απίθανο κι αν θεωρείται, κρύβει έναν τεράστιο συμβολισμό. Η εικόνα απωλειών ή αιχμαλώτων θα λειτουργούσε ως καταλύτης ανεξέλεγκτης κλιμάκωσης. Σε τέτοιες συνθήκες, η λογική της αποκλιμάκωσης συνήθως εξαφανίζεται.
Το έβδομο και πιο σκοτεινό σενάριο είναι αυτό του χάους. Ένα Ιράν με 93 εκατομμύρια κατοίκους να βυθίζεται σε εμφύλια σύγκρουση θα αποτελούσε ανθρωπιστική καταστροφή άνευ προηγουμένου. Οι προσφυγικές ροές και η περιφερειακή αποσταθεροποίηση θα ξεπερνούσαν κάθε προηγούμενο στη Μέση Ανατολή.
Τελικά, το πιο ανησυχητικό στοιχείο δεν είναι τα ίδια τα σενάρια. Είναι το γεγονός ότι κανένα δεν προσφέρει πραγματική διέξοδο. Όλα οδηγούν σε απώλειες, αστάθεια και παγκόσμιες συνέπειες. Κι όμως, η ιδέα του πολέμου παραμένει στο τραπέζι. Όχι ως έσχατη λύση, αλλά ως επιλογή. Και αυτό από μόνο του είναι ίσως το πιο επικίνδυνο σημάδι της εποχής.





