Θα ξεκινήσω με αυτό που πιστεύω. Όχι, η Αθήνα δεν διασκεδάζει, αφού οι Αθηναίοι αναλώνονται σε ένα ατέρμονο socializing. Σαφώς και υπάρχει ο αντίλογος, πως στις περισσότερες περιοχές μπορείς να βρεις ανοιχτά μπαρ και στις 3 τα ξημερώματα ακόμη κι αν είναι Τρίτη, πως η πόλη έχει καλά ποτά, cozy χώρους, πολλούς djs και ούτω καθεξής, αλλά αυτά τα στοιχεία – που ισχύουν – δεν δημιουργούν απαραίτητα ένα κλίμα διασκέδασης.

Διασκέδαση: είναι η δραστηριότητα που δίνει τον μηχανισμό στους ανθρώπους να απαλύνονται από τις στρεσογόνες καταστάσεις της καθημερινότητας και να χαλαρώνουν [Wikipedia]

Με την γενικότερη έννοια της λέξης, ναι, φυσικά και η Αθήνα είναι μία πόλη που διασκεδάζει. Αλλά δεν μιλάμε για μία απλή διέξοδο από την ρουτίνα. Αναφέρομαι σε εκείνα τα βράδια που (θα) τα κουβαλάς μαζί σου σαν φυλακτό, ορόσημο μιας περιόδου της ζωής σου. Πόσες τέτοιες καταστάσεις μπορεί να προσφέρει η πόλη; Ελάχιστες.

Το socializing

Πετράλωνα, Σάββατο 19 Νοεμβρίου, περίπου 10 μ.μ. Ένα από τα πιο φημισμένα μπαρ του κέντρου έχει ξεκινήσει να υποδέχεται πλήθος κόσμου. Όχι τρεις – τέσσερες παρέες και μερικά ζευγάρια. Συρροή κόσμου που θυμίζει μετακίνηση οπαδών σε γήπεδο. Τα τραπέζια έξω πιασμένα, ο εσωτερικός χώρος του μαγαζιού μισογεμάτος – δεν υπάρχει το «μισοάδειο» όταν μιλάμε για νύχτα, η μουσική να πνίγεται από την οχλαγωγία, το πεζοδρόμιο ασφυκτικά κατειλημμένο και στον δρόμο εικόνες από σκόρπια διαδήλωση.

Την Δευτέρα στο γραφείο του Olafaq, τους περιέγραφα την κατάσταση – που «δεν είναι και τόσο ασυνήθιστη», όπως τόνισε η Χριστιάνα – σχολιάζοντας πως «αν ο dj είχε βάλει Κοντολάζο μετά από James Brown, κανείς δεν θα είχε πάρει χαμπάρι» – κάτι που επικροτήθηκε από τον Κωνσταντίνο.

Έτσι κι αλλιώς, οι περισσότεροι djs στα αθηναϊκά μπαρ λειτουργούν πλέον ως “selector” επιλέγοντας την κατάλληλη μουσική για την κάθε στιγμή, παρά παίζουν μουσική για να χορέψει η Αθήνα. Όμως, γι’ αυτό δεν ευθύνονται οι djs, αλλά ο κόσμος.

Χορευτική μουσική συνεχίζει να κυκλοφορεί, αλλά οι Αθηναίοι δεν έχουν  διάθεση για χορό. Φαίνεται να προτιμούν να κοινωνικοποιηθούν, να παίξουν με το «εγώ» τους εξιστορώντας καταστάσεις που έζησαν τις προηγούμενες μέρες, να προβάλουν τα επαγγελματικά τους επιτεύγματα (ή και τα ναυάγια), να διευρύνουν τον κύκλο τους, να σχολιάσουν, να κρίνουν, να γίνουν κομμάτι μιας «φάσης», να νιώσουν πως ήταν «εκεί», παρόντες, ακόμη και αν προτιμούσαν να παραμείνουν στον καναπέ τους παρακολουθώντας Netflix.

Εν τω μεταξύ, οι περισσότερες από αυτές τις εξόδους είναι ένα déjà vu στιγμών από τα social media. Όλοι θα βγουν σε κάποιο μπαρ και θα συζητήσουν γι’ αυτά που πόσταραν τις προηγούμενες μέρες. Έξοδοι ανασκόπησης, ένα top5 recap από δημοσιεύσεις και stories. Αυτό δεν είναι διασκέδαση. Είναι το Instagram στην φυσική του μορφή, στην Ηρακλειδών και στην Ασκληπιού.

Μπορεί η πανδημία και τα lockdown, οι περιορισμοί και οι τήρηση αποστάσεων, να έχουν δημιουργήσει μια βαθιά ανάγκη για επικοινωνία, αλλά η «φάση» αυτή δεν παρατηρείται μόνο στα χρόνια της covid-19. Η νύχτα στην Αθήνα, θεωρώ πως είχε βαλτώσει νωρίτερα. Θυμάμαι χαρακτηριστικά και παλαιότερες περιόδους να παίζω μουσική αποκλειστικά για ανθρώπους που κάθονται βιδωμένοι στα σκαμπό και στις καρέκλες τους, και ξαφνικά να εμφανίζονται ως «όαση» τουρίστες που εκτιμούν ένα groove μοτίβο αφήνοντας το σώμα τους να παρασυρθεί σε κάποια funky μπασογραμμή.

Οι «φασαίοι»

Είναι παντού και γεμίζουν μαγαζιά. Μετακινούνται συνεχώς, δημιουργούν επαφές και χτίζουν ένα «όνομα» στην «φάση». Ποια είναι αυτή η φάση; Κανείς δεν ξέρει.

Γιατί η «φάση» είναι κάτι πολύ γενικό, όπως και ο «φασαίος» – η «φασαία». Φυσικά η «φάση» δεν αφορά κάτι mainstream, δεν αναπτύσσεται σε σημεία και μαγαζιά του κέντρου που μπορείς να συναντήσεις «τυπικές» φάτσες. Έχει μια εναλλακτική αίσθηση, κάτι το underground ενίοτε. Αλλά ένας «φασαίος» με την ίδια ευκολία που κινείται ανάμεσα σε ντουμάνια reggae και hip-hop χώρων, μπορεί να βρεθεί στον αποστειρωμένο Κήπο του Μεγάρου το καλοκαίρι για να παρακολουθήσει κάτι ελληνόφωνο.

Η «φάση» δεν έχει όρια. Κάτι που είναι ριζοσπαστικό θα έλεγε κανείς, αν όμως συνδυαζόταν  με μια ανάλογη κοσμοθεωρία και αντίληψη στα πράγματα. Αντιθέτως, οι «φασαίοι» πάνε όπου το πάει το κύμα, όπου φυσάει ο άνεμος.

Negroni στον δρόμο

Έτσι, η Αθήνα καταλήγει να πίνει ποτό στον δρόμο, όχι σε κάποιο μπαρ. Ο κόσμος της πόλης δεν βγαίνει για να χορέψει, αλλά για να αράξει όρθιος στα πεζοδρόμια. Οι χώροι διασκέδασης λειτουργούν ως σημεία που υπάρχει διαθέσιμο ίντερνετ. Ηot spot ανθρώπων που μοιράζονται τα «εγώ» τους.

Φυσικά και υπάρχουν εξαιρέσεις. Δεν είναι όλοι έτσι, ούτε όλα τα μαγαζιά συντηρούνται από κόσμο που δεν δίνει την παραμικρή σημασία σε αυτά που προσφέρουν. Κυκλοφορώντας όμως στους δρόμους της Αθήνας έχω σχηματίσει αυτή την εντύπωση, η οποία θα αλλάξει όταν ένα πρωί στο γραφείο θα έρθει κάποιος και θα πει «Ρε σεις, πρέπει να βάλω μία παύση. Δεν αντέχω άλλες ξέφρενες νύχτες στην Αθήνα».