Τον Ιούνιο του 1854, η Βοστώνη βρέθηκε υπό στρατιωτική κατοχή για έναν μόνο λόγο: να περάσει ένας άνθρωπος αλυσοδεμένος μέσα από την πόλη. Ονομάζονταν Anthony Burns, ήταν 20 ετών και το «έγκλημά» του ήταν ότι δραπέτευσε από τη δουλεία. Για να επιστρέψει ένας άνθρωπος στη σκλαβιά, κινητοποιήθηκαν κανόνια, χιλιάδες οπλισμένοι άνδρες και ένα κράτος που επέλεξε να επιβάλει τον νόμο του ενάντια στη συνείδηση μιας ολόκληρης πόλης. 1.500 πολιτοφύλακες σε παράταξη, ομοσπονδιακοί αξιωματούχοι σε θέση μάχης. Αν αυτό ακούγεται υπερβολικό, είναι επειδή όντως ήταν. Και ακριβώς εκεί βρίσκεται το νόημα. Το κράτος έκανε τον νόμο, θέαμα. Παρέλαση εξουσίας, με στολές, λόγχες και αίμα. Και όταν 50.000 άνθρωποι βγήκαν στους δρόμους για να φωνάξουν «ντροπή», το μήνυμα ήταν σαφές: δεν συμφωνούμε, αλλά θα σας δείξουμε ποιος κάνει κουμάντο.
Το Fugitive Slave Act του 1850 ήταν η επιτομή αυτής της λογικής. Ένας νόμος φτιαγμένος για να κυνηγήσει σώματα. Έδωσε στο ομοσπονδιακό κράτος πρωτοφανείς εξουσίες, υποχρέωσε πολίτες να συνεργάζονται, ποινικοποίησε τη συμπόνια και μετέτρεψε την «έλλειψη χαρτιών» σε αδίκημα. Αν ήσουν μαύρος και δεν μπορούσες να αποδείξεις επί τόπου ότι ανήκεις στον εαυτό σου, ήσουν διαθέσιμος προς σύλληψη. Απλό. Καθαρό. Και πάνω απ’ όλα, Αμερικανικό.
Το αστείο, αν μπορεί να γελάσει κανείς, είναι ότι όλη αυτή η επίδειξη δύναμης γύρισε μπούμερανγκ. Η Βοστώνη έγινε απαγορευμένη ζώνη για κυνηγούς σκλάβων. Δίκτυα αντίστασης ξεφύτρωσαν, τοπικοί νόμοι μπλόκαραν την ομοσπονδιακή εφαρμογή, και μέσα σε λίγο καιρό κανένας «φυγάς» δεν συλλαμβανόταν πια στη Μασαχουσέτη. Η νομιμότητα έχασε από τη συνείδηση. Και το κράτος, αντί να ισχυροποιηθεί, εκτέθηκε.
Fast forward στο σήμερα. Η Αμερική είναι ξανά διχασμένη, ξανά φοβισμένη, ξανά με στρατιωτικοποιημένες δυνάμεις στους δρόμους. ICE, Border Patrol, συλλήψεις «για έλεγχο», άνθρωποι που εξαφανίζονται για μέρες επειδή «έμοιαζαν ύποπτοι». Και πάλι ακούμε το ίδιο επιχείρημα: ασφάλεια, νόμος, τάξη. Όπως τότε. Πάντα, όπως τότε. Και δεν χρειάζεται να ψάξουμε αναλογίες στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η Αμερική δεν χρειάζεται εξωτερικά φαντάσματα. Έχει τη δική της ιστορία. Όχι, ο ICE δεν είναι η Γκεστάπο. Είναι ο σύγχρονος κυνηγός σκλάβων. Και η λογική παραμένει ίδια: αν δεν έχεις τα σωστά χαρτιά, αν μιλάς λάθος γλώσσα, αν έχεις λάθος χρώμα, το κράτος θεωρεί ότι μπορεί να σε σταματήσει, να σε ελέγξει, να σε κρατήσει. Προσωρινά, φυσικά. Πάντα προσωρινά.
Τότε, όπως και τώρα, το κράτος ορκιζόταν ότι στοχεύει «τους επικίνδυνους». Τότε, όπως και τώρα, οι περισσότεροι που πλήρωσαν το τίμημα δεν είχαν διαπράξει κανένα έγκλημα. Η μόνη τους ενοχή ήταν η ύπαρξη σε λάθος σώμα, λάθος μέρος, λάθος στιγμή. Η ιστορία του Anthony Burns, φυσικά, δεν είναι κάποιο μάθημα ηρωισμού. Είναι ένα μεγάλο μάθημα αποτυχίας εξουσίας. Δείχνει τι συμβαίνει όταν ένα κράτος μπερδεύει τη νομιμότητα με τη βία και τη δικαιοσύνη με την επιβολή. Και δείχνει επίσης κάτι άλλο, πιο ενοχλητικό: ότι οι νόμοι που σήμερα παρουσιάζονται ως «αναγκαίοι» είναι συχνά αυτοί που αύριο θα ντρεπόμαστε να υπερασπιστούμε.
Η Αμερική τότε έσπασε στα δύο. Η Αμερική σήμερα είναι ήδη σπασμένη στα δύο. Το ερώτημα δεν είναι αν η ιστορία επαναλαμβάνεται. Το ερώτημα είναι αν, αυτή τη φορά, θα αναγνωρίσουμε το μοτίβο πριν χρειαστούν ξανά κανόνια για να περάσει ένας άνθρωπος από τον δρόμο.
Και κάπως έτσι, η σύγχρονη Αμερική του Τραμπ βαδίζει με αυτοπεποίθηση προς το μέλλον, κοιτώντας διαρκώς πίσω. Με drones αντί για κανόνια, με tablets αντί για αλυσίδες, με «προσωρινές κρατήσεις» αντί για σκλαβοπάζαρα. Πρόοδος. Ο νόμος παρουσιάζεται εκ νέου ως ουδέτερος και αναγκαίος, οι συλλήψεις ως τεχνική λεπτομέρεια, και η απανθρωπιά ως επίσης αναγκαίο κακό για το «γενικό καλό», ένα γενικό καλό που κανένας από τους Αμερικανούς δεν μπορεί ακριβώς να ορίσει με λίγες λέξεις, μόνο όσοι καλούνται να υπακούν. Ταυτόχρονα, η χώρα που διακήρυξε την ελευθερία ως θεμέλιο συνεχίζει να την αντιμετωπίζει σαν διοικητικό ζήτημα: κάτι που εγκρίνεται, αναστέλλεται ή ανακαλείται ανάλογα με το πολιτικό κλίμα. Αν διαμαρτύρεσαι, είσαι απειλή. Αν σωπάσεις, είσαι συνετός. Ένα σύστημα τόσο καλοκουρδισμένο που δεν χρειάζεται καμία συναίνεση παρά μόνο συμμόρφωση.
Και φυσικά, όλα αυτά γίνονται στο όνομα της ενότητας του κάθε τόσο τονίζει ο Τραμπ. Γιατί τίποτα δεν ενώνει μια κοινωνία όσο το να της υπενθυμίζεις καθημερινά ποιος κινδυνεύει να συλληφθεί, ποιος παρακολουθείται και ποιος απλώς «μοιάζει λάθος» στο σύγχρονο αμερικανικό τοπίο. Η ιστορία μάς διαβεβαιώνει ότι αυτή η συνταγή λειτουργεί πάντα. Μέχρι να μην λειτουργήσει καθόλου.
Οπότε ναι, η Αμερική προχωρά. Προς τα εμπρός. Με σταθερό βήμα. Απλώς σε έναν δρόμο που έχει περπατήσει ξανά στο παρελθόν. Και κάθε φορά που τον διέσχισε, το τέλος ήταν το ίδιο: μια κοινωνία που αναρωτιέται πώς έφτασε εδώ, κοιτώντας με απορία τις παλιές γκραβούρες των σκλαβοπάζαρων, και λέγοντας (με απόλυτη ειλικρίνεια) «εμείς δεν ξέραμε».
➪ Ακολουθήστε το OLAFAQ στο Facebook, Bluesky και Instagram





