Ο τρόπος με τον οποίο ο Ντόναλντ Τραμπ επέλεξε να ανακοινώσει ότι μεγάλη αμερικανική ναυτική δύναμη κατευθύνεται προς το Ιράν δεν αφήνει πολλά περιθώρια παρερμηνείας. Δεν πρόκειται απλώς για μια γεωπολιτική εξέλιξη ή μια στρατιωτική μετακίνηση στο πλαίσιο της διεθνούς ασφάλειας. Πρόκειται για μια επικοινωνιακή πράξη υψηλής έντασης, σχεδιασμένη να παράγει φόβο, εικόνα ισχύος και πολιτικό αποτέλεσμα, περισσότερο παρά σταθερότητα. Η ίδια η γλώσσα που χρησιμοποιείται, με όρους όπως «αρμάδα», «αποφασιστικότητα», «ο χρόνος τελειώνει», δεν στοχεύει στη διπλωματία αλλά στην ψυχολογική πίεση, τόσο προς το Ιράν όσο και προς τη διεθνή κοινότητα.

Η επανάληψη της απειλής ότι «η επόμενη επίθεση θα είναι πολύ χειρότερη» δεν λειτουργεί ως αποτρεπτικός μηχανισμός με την κλασική έννοια. Αντίθετα, καλλιεργεί ένα κλίμα μόνιμης έντασης, όπου η στρατιωτική σύγκρουση παρουσιάζεται σχεδόν ως αναπόφευκτη. Ο Τραμπ δεν μιλά ως ηγέτης που επιδιώκει να αποτρέψει τον πόλεμο, αλλά ως πολιτικός που επενδύει στη δραματοποίηση της κρίσης. Και αυτή η δραματοποίηση δεν είναι τυχαία. Είναι γνώριμη, δοκιμασμένη, σχεδόν υπογραφή του πολιτικού του ύφους.

Η αναφορά στο αεροπλανοφόρο USS Abraham Lincoln και στη σύγκριση με προηγούμενες αποστολές, όπως εκείνη προς τη Βενεζουέλα, ενισχύει το αφήγημα της επίδειξης ισχύος. Δεν είναι απλή ενημέρωση. Είναι μήνυμα. Ένα μήνυμα που λέει ότι οι ΗΠΑ δεν διαπραγματεύονται επί ίσοις όροις, αλλά από θέση απόλυτης υπεροχής. Κι εδώ ακριβώς εντοπίζεται το βασικό πρόβλημα. Η διπλωματία της απειλής σπάνια οδηγεί σε βιώσιμες συμφωνίες. Συνήθως οδηγεί σε προσωρινές υποχωρήσεις, σε βαθύτερη καχυποψία και σε έναν κύκλο έντασης που δύσκολα σπάει.

Όταν ο Τραμπ μιλά για μια «δίκαιη και ισορροπημένη συμφωνία», η διατύπωση μοιάζει σχεδόν ειρωνική, αν τη δει κανείς δίπλα στην ταυτόχρονη κινητοποίηση στρατιωτικής ισχύος. Πόσο δίκαιη μπορεί να θεωρηθεί μια συμφωνία που προκύπτει υπό την απειλή μιας αρμάδας; Πόσο ισορροπημένη είναι μια διαπραγμάτευση όπου η μία πλευρά υπενθυμίζει διαρκώς ότι διαθέτει τη δυνατότητα να καταστρέψει την άλλη; Το μήνυμα που περνά δεν είναι συνεργασία, αλλά υποταγή μέσω φόβου.

Ιδιαίτερη σημασία έχει και η αναφορά σε προηγούμενες στρατιωτικές επιχειρήσεις, όπως η λεγόμενη «Επιχείρηση Midnight Hammer». Η επίκληση του παρελθόντος δεν λειτουργεί εδώ ως ιστορικό πλαίσιο, αλλά ως προειδοποίηση. Είναι μια υπενθύμιση ότι η στρατιωτική βία δεν είναι θεωρητικό ενδεχόμενο, αλλά κάτι που έχει ήδη συμβεί και μπορεί να επαναληφθεί. Αυτή η τακτική, όμως, δεν ενισχύει τη διεθνή ασφάλεια. Αντίθετα, νομιμοποιεί την ιδέα ότι η ισχύς προηγείται του διαλόγου.

Το πιο ανησυχητικό στοιχείο της είδησης δεν είναι καν η ίδια η μετακίνηση του στόλου, αλλά ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζεται ως αναπόφευκτο επόμενο βήμα. Η φράση «ο χρόνος τελειώνει» επαναλαμβάνεται σχεδόν απειλητικά, δημιουργώντας ένα τεχνητό αίσθημα επείγοντος. Σαν να μην υπάρχει άλλος δρόμος, σαν να μην υπάρχει χώρος για αποκλιμάκωση. Αυτή η ρητορική στενεύει επικίνδυνα τα περιθώρια πολιτικής διαχείρισης και ενισχύει τη λογική του όλα ή τίποτα.

Σε επίπεδο διεθνούς εικόνας, η στάση αυτή ενισχύει την αίσθηση ότι οι ΗΠΑ λειτουργούν περισσότερο ως παγκόσμιος επιτηρητής με στρατιωτικά αντανακλαστικά, παρά ως δύναμη σταθερότητας. Η επιλογή της δημόσιας απειλής μέσω social media υποβαθμίζει ακόμη περισσότερο τη σοβαρότητα του ζητήματος. Θέματα πυρηνικών όπλων, περιφερειακής ασφάλειας και ενδεχόμενης σύγκρουσης δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως επικοινωνιακά πυροτεχνήματα.

Η είδηση, όπως παρουσιάζεται, αποκαλύπτει κάτι βαθύτερο. Ότι η γεωπολιτική μετατρέπεται σε θέαμα, όπου η εικόνα της ισχύος έχει μεγαλύτερη σημασία από το περιεχόμενο της στρατηγικής. Ότι η απειλή χρησιμοποιείται όχι μόνο για να πιέσει τον αντίπαλο, αλλά και για να συσπειρώσει ακροατήρια, να στείλει μηνύματα στο εσωτερικό, να διατηρηθεί η εικόνα του ηγέτη που δεν κάνει πίσω. Κι αυτό είναι επικίνδυνο, γιατί όταν η πολιτική βασίζεται στην εικόνα, οι πραγματικές συνέπειες έρχονται πάντα δεύτερες.

Σε αυτό το πλαίσιο, η ανακοίνωση Τραμπ δεν μπορεί να ιδωθεί απλώς ως μια ακόμα σκληρή δήλωση. Είναι σύμπτωμα μιας ευρύτερης αντίληψης, όπου η στρατιωτική ισχύς προβάλλεται ως βασικό εργαλείο διαπραγμάτευσης. Μιας αντίληψης που αγνοεί ότι η σταθερότητα στη Μέση Ανατολή είναι ήδη εύθραυστη και ότι κάθε επίδειξη δύναμης μπορεί να λειτουργήσει ως σπίθα. Το ερώτημα δεν είναι αν το Ιράν θα «έρθει στο τραπέζι», αλλά τι είδους τραπέζι στήνεται όταν γύρω του παρατάσσονται πολεμικά πλοία.

Αυτό που καυτηριάζει κανείς σε αυτή την είδηση δεν είναι μόνο η απειλή, αλλά η κανονικοποίησή της. Η ιδέα ότι τέτοιες ανακοινώσεις θεωρούνται αποδεκτές, σχεδόν αναμενόμενες. Και όσο η διεθνής κοινότητα συνηθίζει σε αυτό το ύφος, τόσο αυξάνεται ο κίνδυνος μια μέρα οι λέξεις να αντικατασταθούν από πράξεις. Και τότε, καμία ανάρτηση, καμία «έκκληση για συμφωνία», δεν θα μπορεί να αναστρέψει τις συνέπειες.

 Ακολουθήστε το OLAFAQ στο Facebook, Bluesky και Instagram.