Α, το ιερό άχθος του να είσαι ζωντανός. Α, η σκληρή πραγματικότητα, μπoυνιά στη μούρη με βαριά δαχτυλίδια, γεύση αίματος μεταλλική κι ύστερα πάλι απ’ την αρχή. Α, η κόλαση η εγκόσμια, η αναπνευστική, η άνευ θανάτου και η άνευ πριν-μετά. Η εδώ και τώρα, λέμε, ρε.

Να ξυπνάς πρωί άστεγος, κακοκοιμισμένος. Να σου λείπει η δόση σου. Να σου λείπει η μάνα σου και τον πατέρα σου να μην τον έχεις γνωρίσει ποτέ. Να ξυπνάς πρωί ένστεγος. Για να πας σχολείο και να πεις (πάλι εσύ, όλο εσύ) την προσευχή. Έχοντας πιει, βαρίδι στο στομάχι, μια κούπα ζεστό γάλα που έκαψε λιγάκι η γιαγιά σου πάνω στην πρωινή της βιάση. Να σου λείπει η ξεγνοιασιά σου. Σιχαίνεσαι τα ρούχα σου, το σχολείο, τους συμμαθητές σου (εκτός από μία), τους δασκάλους. Τον ουρανό έτσι όπως αποκομμένος από το όλον του αποκαλύπτεται, λειψός, σα να σε δουλεύει μες στη μούρη, από το φρικτό τζάμι της σχολικής τάξης.

Να κολλάς στην κίνηση. Να είσαι άφραγκος. Να μην σου σηκώνεται. Να σε κατηγορούν για σεξιστή, χωρίς να είσαι. Να μη γελάει κανείς με τ’ αστεία σου. Να σε αποφεύγουν οι φίλοι σου. Να γαμιέσαι στην δουλειά. Να βαριέσαι στο σπίτι. Να θες να κάνεις πράγματα που δεν μπορείς. Να παχαίνεις συνεχώς. Να προτιμάς να πεθάνεις από το να πας γυμναστήριο. Ένα σώμα που όλο απαιτεί: φαγητό, ύπνο, πλύσιμο, άσκηση, σεξ, χάδια. Ένα αδηφάγο τέρας, το σώμα σου, που χάσκει και παρακαλά εσένα να το φροντίσεις. Ένα σπίτι επίσης επαίτης και ληστής των ελεύθερων ωρών σου: τα πιάτα λερώνονται ξανά και ξανά, οι σακούλες σκουπιδιών ξεχειλίζουν πάντοτε, πώς μαζεύεται τέτοιο σκουπιδαριό, η άμμος της γάτας τίγκα, σκόνη, σκόνη παντού, τα ρούχα δεν λένε να συμμορφωθούν καμιά φορά και ν’ αρχίσουν να πλένονται, να στεγνώνουν και να τακτοποιούνται στα συρτάρια από μόνα τους.

Αρχίζεις να κατέχεις καλά την τέχνη της μελαγχολίας, φίλε μου, τόσο που ίσως βρίσκεσαι και στην θέση (ευχάριστη; δυσάρεστη;) που δύνασαι και την διδάξεις, να την μεταλαμπαδεύσεις στις επόμενες γενιές τρεχάτων κυνηγών ευτυχίας μέσα στα μάταια κλουβιά των ανά τον κόσμο πόλεων. Και κλείνεσαι, πουλάκι μου, στον εαυτό σου-πάλι δεν σου αρκεί. Ποτέ δεν αρκεί για πολύ να μένεις μόνος. Αν αγαπάς την ζωή, σου λείπει η ζωή, λαχταράς την ζωή και ζωή είναι η επαφή, το μαζί, τα συναισθήματα. Γι’ αυτό και μόνοι μας όταν καθόμαστε, βάζουμε ταινίες, podcast, μουσικές. Πλυντήριο, στην χειρότερη. Κάτι να παίζει. Έστω, αυτή η ρημάδα η τηλεόραση, κι ας είναι στο mute, παρηγορητικά παρούσα στην ζωή μας από όταν είμαστε παιδιά, όπως τόσο ωραία, τόσο υποδειγματικά το παρουσίασε πρόσφατα σε κείμενό της η Βάνα η Κράβαρη.

Αρχίζεις να νοσταλγείς, να λογοκρίνεις τις αναμνήσεις σου, να βολεύεσαι πίσω από το γενικό σύνθημα «ΖΩΗ ΓΑΜΙΕΣΑΙ», να πενθείς επ’ αόριστον κάτι που ξέχασες πότε σου πρωτοπέθανε, πότε το πρωταπώλεσες. Φρέσκια η σάρκα της σήψης, σου φράζει τα ρουθούνια, σου παύει τον βηματισμό. Τα πράγματα δεν είναι απλά: άσε που μπορεί και να μη γουστάρεις να γλιτώσεις απ’ αυτό το πράγμα. Αλλά αν, λέμε αν γουστάρεις να γλιτώσεις, δεν χρειάζεται να φοβάσαι μην παρασυρθείς στη δίνη της χαζοχαρουμενίασης. Δεν είναι λάθος να λέμε, όσο κι αν το έχουν καπηλευθεί οι πιο λάθος-μ’ έναν τρόπο- άνθρωποι, ότι επανάσταση και αντίσταση αυτή τη στιγμή αποτελεί η αγάπη, το μοίρασμά της, η φιλότιμη προσπάθεια να σταθούμε στο ύψος μας σε αυτή τη ζωή, πρώτα πρώτα για εμάς τους ίδιους, με συνέπεια απέναντι στις αξίες που ματώσαμε για να διαμορφώσουμε κάποιοι και απέναντι στους ανθρώπους που περιμένουν από εμάς και βασίζονται σε εμάς.

Να μην φοβάσαι να’ σαι μόνος, αλλά να’ σαι μόνος επειδή το χρειάζεσαι κι όχι επειδή κωλώνεις να σε δώσεις. Να μας δίνουμε είναι ό, τι μας απομένει. Όλοι, όλα μάς διδάσκουν να ζητάμε, να διεκδικούμε, να παίρνουμε, να κατακτούμε. Εμείς, ας αποφασίζουμε, κάποιες φορές, να δίνουμε, να παραχωρούμε, να προσφέρουμε. Το κάθαρμα η πραγματικότητα λυσσάει όταν την αγνοούμε μετατρέποντάς την σε ποίηση και σε σινεμά. Χάνει κεφάλια. Όσο της προσφέρουμε βορά τους εαυτούς μας, τόσο της πέφτουν τα δόντια. Όσο, πάλι, της αντιστεκόμαστε και θέλουμε να απομυζήσουμε τα πάντα από αυτήν, τόσο αγριεύουν τα σαγόνια της. Ας επιλέξουμε. Πριν την μεγάλη πτώση στις ράγες κάποιου τρένου, υπάρχει πάντα η επιλογή ενός επόμενου βαγονιού, ανεπίσκεπτου κι εμείς μέσα σε αυτό με πάτημα συνειδητά καινούργιο.

 

*φράση από το κείμενο «Πρωτοχρονιά» του Lester Bags σε μετάφραση Αλέξη Καλοφωλιά