Το snooze είναι ίσως η πιο παρεξηγημένη χειρονομία της σύγχρονης καθημερινότητας. Ένα μικρό πάτημα κουμπιού, σχεδόν ασυνείδητο που όμως κουβαλά πάνω του ενοχές, αυτοκατηγορία και μια αίσθηση προσωπικής αποτυχίας. Σαν να λέμε: «δεν τα κατάφερα ούτε σήμερα να σηκωθώ σωστά».  

Σε ενεστώτα χρόνο που εξιδανικεύει την πρωινή πειθαρχία, την παραγωγικότητα από τις 6 π.μ. και το “wake up and grind”, το snooze μοιάζει με μικρή ανταρσία. Με μια άρνηση να υπακούσεις αμέσως κι ίσως γι’ αυτό έχει φορτωθεί τόση ηθική βαρύτητα. Δεν είναι απλώς θέμα ύπνου, είναι θέμα ταυτότητας. Είσαι άνθρωπος που σηκώνεται με το πρώτο ή από αυτούς που “παραδίδονται” για άλλα δέκα λεπτά; 

Η επιστήμη ευτυχώς είναι λιγότερο “τιμωρητική”. Τα δεδομένα δείχνουν ότι οι περισσότεροι άνθρωποι πατούν snooze πάνω από δύο φορές κατά μέσο όρο και οι άνθρωποι που το κάνουν συχνότερα δεν είναι τεμπέληδες, είναι συνήθως νυχτερινοί τύποι, άτομα που ξυπνούν δύσκολα ή που ο ύπνος τους είναι διακοπτόμενος. Με άλλα λόγια άνθρωποι που δεν έχουν τελειώσει ακόμη τον κύκλο τους όταν χτυπά το ξυπνητήρι. 

Εδώ αρχίζει η ουσία. Το snooze δεν είναι η αιτία του προβλήματος, είναι το σύμπτωμα. Είναι η στιγμή που το σώμα και το πρόγραμμα συγκρούονταιΤο σώμα λέει “δεν είμαι έτοιμο” και το ρολόι λέει “πρέπει”. Το snooze είναι το μεταίχμιο αυτής της σύγκρουσης. 

Οι επικριτές του snooze εστιάζουν κυρίως στον ύπνο REM. Σωστά επισημαίνουν ότι οι πρώτες πρωινές ώρες είναι πλούσιες σε αυτό το στάδιο του ύπνου που σχετίζεται με τη μνήμη, τη ρύθμιση συναισθημάτων και τη δημιουργικότητα. Το να διακόπτεις επανειλημμένα αυτή τη φάση μπορεί να μην είναι ιδανικό. Όμως το κρίσιμο σημείο είναι άλλο: δεν υπάρχουν σαφείς αποδείξεις ότι λίγα χαμένα λεπτά REM το πρωί καταστρέφουν τη μέρα σου ή τον εγκέφαλό σου.  

Το πραγματικό πρόβλημα εμφανίζεται όταν το snooze γίνεται μηχανισμός κάλυψης. Όταν λειτουργεί σαν πρόχειρη λύση σε χρόνια έλλειψη ύπνου, κακή ποιότητα ξεκούρασης ή διαταραχές που δεν αντιμετωπίζονται. Εκεί το snooze δεν σε βοηθά να ξυπνήσεις καλύτερα, απλώς παρατείνει το πρόβλημα για λίγα λεπτά ακόμη. Σαν να μετακινείς το ξυπνητήρι αντί να αλλάζεις τον λόγο που δε θες να σηκωθείς. 

Για κάποιους ανθρώπους, το snooze λειτουργεί σαν γέφυρα. Ένα πέρασμα από τον ύπνο στην εγρήγορση χωρίς απότομο σοκ. Οι έρευνες δείχνουν ότι σε άτομα που κατά τα άλλα κοιμούνται επαρκώς και έχουν σταθερό πρόγραμμα, το snooze μπορεί να μειώσει τη νωθρότητα των πρώτων λεπτών και να βελτιώσει τη γνωστική απόδοση αμέσως μετά το ξύπνημα, επειδή επιτρέπει στον εγκέφαλο να αποσυνδεθεί πιο ομαλά. 

Το ζήτημα λοιπόν δεν είναι αν πατάς snooze, αλλά πως και γιατί. Αν το snooze σου κοστίζει συνέπεια, αν σε κάνει να ξυπνάς κάθε μέρα σε διαφορετική ώρα, αν σε αφήνει μόνιμα εξαντλημένο, τότε είναι ένδειξη ότι κάτι βαθύτερο χρειάζεται προσοχή. Αν όμως το χρησιμοποιείς συνειδητά, με συγκεκριμένο όριο, μέσα σε ένα σταθερό πλαίσιο ύπνου, τότε δεν είναι εχθρός. 

Η εμμονή να δαιμονοποιούμε μικρές καθημερινές συμπεριφορές λέει περισσότερα για την κουλτούρα μας παρά για την υγεία μας. Όλα απαιτούν διαρκή αυτοβελτιστοποίηση και το snooze γίνεται ο εύκολος στόχος. Ένα κουμπί πάνω στο οποίο φορτώνουμε το άγχος μας για τον χρόνο, την παραγωγικότητα, την αίσθηση ότι πάντα αργούμε. Ο ύπνος δεν είναι τεχνική λεπτομέρεια, είναι θεμέλιο και το snooze, είτε μας αρέσει είτε όχι, είναι απλώς το μήνυμα ότι κάτι σε αυτό το θεμέλιο χρειάζεται προσοχή. 

*Mε στοιχεία από τους NYT 

 

 

 Ακολουθήστε το OLAFAQ στο Facebook, Bluesky και Instagram