Ο θάνατος είναι το μόνο βέβαιο γεγονός της ανθρώπινης ύπαρξης και ταυτόχρονα το πιο παρεξηγημένο. Τον φοβόμαστε, τον αποφεύγουμε στη συζήτηση, τον εξορίζουμε από την καθημερινότητα σαν να είναι κακή είδηση που αν δεν ειπωθεί, δε θα συμβεί κι όμως σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα της YouGov στο Ηνωμένο Βασίλειο περίπου το 41% των ενηλίκων δηλώνει ότι φοβάται τον δικό του θάνατο. Σχεδόν τρεις στους δέκα από αυτούς ομολογούν ότι ο φόβος αυτός επηρεάζει την απόλαυση της ζωής τους.
Ίσως, λοιπόν, το πρόβλημα να μην είναι ο θάνατος καθαυτός, αλλά οι μύθοι που έχουμε χτίσει γύρω του.
Όσοι έχουν βρεθεί κοντά στο τέλος, προσωπικά ή επαγγελματικά, όπως οι γιατροί παρηγορητικής φροντίδας γνωρίζουν κάτι που σπάνια προβάλλεται: ο θάνατος δεν είναι συνήθως θορυβώδης. Η ποπ κουλτούρα μας έχει μάθει να τον φανταζόμαστε δραματικό. Σειρές τύπου Grey’s Anatomy γεμίζουν την οθόνη με αγωνιώδεις αναπνοές, απότομες ανατροπές, κορυφώσεις την τελευταία στιγμή. Ο κινηματογράφος αγαπά τον θάνατο ως σκηνή κορύφωσης, όμως η πραγματικότητα είναι πιο ήσυχη.
Καθώς μια ανίατη ασθένεια προχωρά, ο άνθρωπος συχνά στρέφεται προς τα μέσα. Η συνείδηση “μαλακώνει”, η αναπνοή γίνεται πιο αργή, το σώμα αποσύρεται. Με την παρουσία της παρηγορητικής φροντίδας, η μετάβαση αυτή είναι ακόμη πιο γαλήνια. Το τέλος δεν είναι απαραίτητα μια μάχη.
Αυτό από μόνο του ανατρέπει έναν θεμελιώδη φόβο: ότι ο θάνατος θα είναι βίαιος, τραυματικός, αβάσταχτος. Μπορεί να υπάρξουν στιγμές δυσφορίας, αλλά είναι συνήθως σύντομες και διαχειρίσιμες. Η σύγχρονη ιατρική, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του hospice έχει εξελιχθεί εντυπωσιακά στη διαχείριση του πόνου και της δύσπνοιας. Φαρμακευτικές αγωγές, σωστή παρακολούθηση, υποστηρικτικές παρεμβάσεις μπορούν να εξασφαλίσουν αξιοπρέπεια και άνεση.
Η σύγχρονη φροντίδα στο τέλος της ζωής περιλαμβάνει και το ψυχικό, το υπαρξιακό. Κοινωνικοί λειτουργοί, ψυχολόγοι, ιερείς συνοδεύουν τον άνθρωπο στην αναδρομή της ζωής του. Δε λύνονται όλα τα προβλήματα της τελικής φάσης της ζωής, ούτε σβήνονται δεκαετίες συγκρούσεων. Δημιουργείται χώρος για απολογισμό, για συγχώρεση, για αποδοχή. Το αίσθημα πάσης φύσης ειρήνης εκείνες τις μέρες είναι συχνά βαθύ. Ο πραγματικός παρατεταμένος πόνος δεν ανήκει πάντα σε αυτόν που φεύγει, αλλά σε αυτούς που μένουν.
Ο θάνατος κλείνει τον κύκλο για αυτόν που φεύγει, για τους υπόλοιπους ανοίγει έναν μακρύ κύκλο πένθους. Οι ενοχές (“κάναμε αρκετά;”, “δώσαμε σωστά τα φάρμακα;”, “έπρεπε να δοκιμάσουμε άλλη θεραπεία;”) μπορεί να βαραίνουν για χρόνια. Η εμπειρία όσων εργάζονται κοντά στο τέλος δείχνει ότι οι οικογένειες συχνά βασανίζονται σε υποθετικά σενάρια. Σαν να υπήρχε ένας τρόπος να ανασταλεί το αναπόφευκτο. Καμία απόφαση, καμία υπερπροσπάθεια δεν μπορεί να αναιρέσει αυτό το θεμελιώδες γεγονός.
Ίσως η κατανόηση αυτής της φυσικότητας να είναι το κλειδί για να μειωθεί ο φόβος. Ο θάνατος γίνεται μέρος του κύκλου κι όταν απογυμνωθεί από τις υπερβολές της φαντασίας, αποδεικνύεται συχνά λιγότερο τρομακτικός από όσο νομίζαμε. Το παράδοξο είναι ότι ο φόβος του θανάτου μπορεί να μας στερήσει τη ζωή πριν ακόμη έρθει το τέλος. Αν τέσσερις στους δέκα δηλώνουν ότι φοβούνται τον θάνατό τους και ένα σημαντικό ποσοστό παραδέχεται ότι αυτό μειώνει την απόλαυση της ζωής, τότε το ζήτημα δεν είναι θεωρητικό, αλλά υπαρξιακό. Ζούμε λιγότερο, επειδή φοβόμαστε αυτό που δεν έχουμε ακόμη βιώσει.
Προσπάθησε να ζήσεις με σχέσεις που αξίζουν πένθος, να αφήσεις πίσω σου μνήμες που δεν θα συνοδεύονται μόνο από ενοχές, αλλά από ευγνωμοσύνη. Να επενδύσεις σε έργο, σε καλοσύνη, σε συνειδητές επιλογές. Ο θάνατος μπορεί να είναι αναπόφευκτος και ενίοτε απλός. Η ζωή είναι το πεδίο της πολυπλοκότητας. Κανείς δεν βγαίνει αλώβητος από τη συνθήκη της θνητότητας. Αν ζήσεις αρκετά, θα χάσεις ανθρώπους που αγαπάς κι αν αγαπηθείς αρκετά, κάποτε θα σε χάσουν κι εσένα. Αυτή είναι η κοινή μας μοίρα. Αν κατανοήσουμε την πραγματικότητα του τέλους θα έρθουμε πιο κοντά στη γαλήνη κι αν ο θάνατος είναι ήσυχος, ίσως η ζωή να είναι ο χώρος όπου πρέπει να υψώσουμε τον τόνο με την καλή έννοια.
*Mε στοιχεία από το Psychology Today





