Υπάρχει μια νέα, σχεδόν δημοκρατική μορφή εξάντλησης. Δεν κάνει διακρίσεις. Δεν χρειάζεται υπερωρίες, παιδιά, τρία μεταπτυχιακά ή διπλές βάρδιες. Είναι εκεί, παρούσα, ακόμη κι όταν το ημερολόγιο μοιάζει άδειο και το to-do list περιέχει μόνο πράγματα του τύπου «πλύνε τα πιάτα» ή «απάντησε σε δύο email». Κι όμως, στο τέλος της ημέρας, πέφτουμε στον καναπέ σαν να γυρίσαμε από ορειβασία στο Θιβέτ. Γιατί;
Γιατί ζούμε σε μια εποχή όπου η κούραση δεν προέρχεται πια από το σώμα, αλλά από το μυαλό. Και το μυαλό μας μας δεν σταματά ποτέ. Ακόμη κι όταν “δεν κάνουμε πολλά”, κάνουμε κάτι αδιάκοπα: επεξεργαζόμαστε. Σκεφτόμαστε τι δεν κάναμε, τι έπρεπε να κάνουμε, τι θα έπρεπε να θέλουμε να κάνουμε, και –το πιο ύπουλο απ’ όλα– τι κάνουν οι άλλοι.
Η κούραση σήμερα είναι ψηφιακή. Είναι τα ανοιχτά tabs στον εγκέφαλο. Είναι το scroll που δεν τελειώνει ποτέ. Είναι η μόνιμη αίσθηση ότι κάπου αλλού συμβαίνει κάτι πιο σημαντικό, πιο επιτυχημένο, πιο ενδιαφέρον από αυτό που ζούμε εμείς οι ίδιοι την παρούσα στιγμή. Δεν σηκώνουμε βάρη, σηκώνουμε συγκρίσεις. Και αυτές είναι ασήκωτες.
Μας έχουν πείσει ότι αν δεν είμαστε συνεχώς απασχολημένοι, κάτι δεν πάει καλά. Ότι η ξεκούραση που είναι τόσο σημαντική, είναι πολυτέλεια που πρέπει να δικαιολογείται. Έτσι, ακόμη κι όταν βρίσκουμε τον χρόνο να κάτσουμε, δεν ξεκουραζόμαστε πραγματικά. Απλώς αλλάζουμε είδος κόπωσης. Από τη δουλειά περνάμε στην αυτοβελτίωση, από την αυτοβελτίωση στην ενοχή, κι από την ενοχή στην ανάγκη να αποδείξουμε –σε ποιον άραγε;– ότι δεν είμαστε τεμπέληδες.
Η φράση «δεν έκανα και πολλά σήμερα» δεν σημαίνει πια «ξεκουράστηκα». Σημαίνει «δεν ήμουν αρκετά παραγωγικός για να αξίζω την κούρασή μου». Κι όμως, είμαστε κουρασμένοι. Κουρασμένοι από την υπερανάλυση, από τη συνεχή εγρήγορση, από την αόρατη πίεση να είμαστε πάντα κάτι: καλύτεροι, πιο fit, πιο ήρεμοι, πιο επιτυχημένοι, πιο “σωστοί”.
Ζούμε μέσα σε έναν μόνιμο θόρυβο. Ειδοποιήσεις, ειδήσεις, κρίσεις, τάσεις, οδηγίες για το πώς να ζήσεις σωστά τη ζωή σου. Δεν υπάρχει παύση. Δεν υπάρχει σιωπή. Κι όταν υπάρχει, μας τρομάζει. Γιατί στη σιωπή έρχονται όλα αυτά που αποφεύγουμε όσο τρέχουμε: οι αμφιβολίες, οι φόβοι, η αίσθηση ότι είμαστε κουρασμένοι χωρίς να μπορούμε να δείξουμε με το δάχτυλο τον λόγο.
Και φυσικά, υπάρχει η ενοχή. Αν είσαι κουρασμένος, πρέπει να έχεις λόγο. Αν δεν έχεις, τότε μάλλον είσαι αχάριστος. Γιατί «άλλοι έχουν σοβαρά προβλήματα». Έτσι μαθαίνουμε να ακυρώνουμε τη δική μας εξάντληση, να τη βάζουμε σε εισαγωγικά, να τη μειώνουμε. Κι όμως, το σώμα και το μυαλό δεν λειτουργούν με επιχειρήματα. Λειτουργούν με αντοχές. Και αυτές έχουν όριο.
Η πραγματικότητα πίσω από την εξάντληση
Η πραγματικότητα είναι απλή και ενοχλητική: δεν είμαστε κουρασμένοι επειδή ζούμε δύσκολα, αλλά επειδή ζούμε αφύσικα. Χωρίς παύσεις, χωρίς κενά, χωρίς πραγματικό τέλος στην ημέρα. Δεν υπάρχει «σχόλασα». Υπάρχει μόνο «απλώς άλλαξα οθόνη». Και κάπως έτσι, εξαντλούμαστε χωρίς να το καταλαβαίνουμε. Όχι από αυτά που κάνουμε, αλλά από αυτά που δεν σταματάμε ποτέ να κουβαλάμε. Τις προσδοκίες, τις συγκρίσεις, την ανάγκη να είμαστε συνεχώς κάτι. Κάτι χρήσιμοι. Κάτι εξελισσόμενοι. Κάτι αξιοποιήσιμοι.
Ίσως τελικά η μεγαλύτερη πράξη αντίστασης σήμερα δεν είναι να κάνεις λιγότερα, αλλά να μην εξηγείς την κούρασή σου. Να μη ζητάς άδεια για να είσαι εξαντλημένος. Να παραδέχεσαι ότι ναι, είσαι κουρασμένος, ακόμη κι αν “δεν έκανες και πολλά”. Γιατί σε έναν κόσμο που δεν σταματά ποτέ, το να αντέχεις απλώς να υπάρχεις είναι ήδη υπερωρία.
Και κάπως έτσι, εξαντλούμαστε χωρίς εμφανή αιτία. Δεν είναι ότι “δεν κάνουμε πολλά”. Είναι ότι δεν κάνουμε τίποτα χωρίς να το μετράμε, να το κρίνουμε, να το συγκρίνουμε. Δεν αφήνουμε τίποτα να είναι απλώς αυτό που είναι. Ούτε καν την ξεκούραση.
Ίσως η πραγματική επανάσταση σήμερα δεν είναι να κάνουμε λιγότερα, αλλά να σκεφτόμαστε λιγότερο γι’ αυτά. Να επιτρέψουμε στον εαυτό μας να είναι κουρασμένος χωρίς ενοχή. Να είναι αργός χωρίς απολογία. Να μην έχει πάντα έναν στόχο, ένα πλάνο, ένα νόημα έτοιμο προς κατανάλωση.
Γιατί η κούραση της εποχής μας δεν θέλει καφέ. Θέλει όρια. Θέλει σιωπή. Θέλει την άδεια να μην είμαστε συνεχώς “κάτι”. Και ίσως τότε, μια μέρα που “δεν θα κάνουμε πολλά”, να μην είμαστε τελικά τόσο κουρασμένοι.
➪Ακολουθήστε το OLAFAQ στο Facebook, Bluesky και Instagram.
Υπάρχει μια νέα, σχεδόν δημοκρατική μορφή εξάντλησης. Δεν κάνει διακρίσεις. Δεν χρειάζεται υπερωρίες, παιδιά, τρία μεταπτυχιακά ή διπλές βάρδιες. Είναι εκεί, παρούσα, ακόμη κι όταν το ημερολόγιο μοιάζει άδειο και το to-do list περιέχει μόνο πράγματα του τύπου «πλύνε τα πιάτα» ή «απάντησε σε δύο email». Κι όμως, στο τέλος της ημέρας, πέφτουμε στον καναπέ σαν να γυρίσαμε από ορειβασία στο Θιβέτ. Γιατί;
Γιατί ζούμε σε μια εποχή όπου η κούραση δεν προέρχεται πια από το σώμα, αλλά από το μυαλό. Και το μυαλό μας μας δεν σταματά ποτέ. Ακόμη κι όταν “δεν κάνουμε πολλά”, κάνουμε κάτι αδιάκοπα: επεξεργαζόμαστε. Σκεφτόμαστε τι δεν κάναμε, τι έπρεπε να κάνουμε, τι θα έπρεπε να θέλουμε να κάνουμε, και –το πιο ύπουλο απ’ όλα– τι κάνουν οι άλλοι.
Η κούραση σήμερα είναι ψηφιακή. Είναι τα ανοιχτά tabs στον εγκέφαλο. Είναι το scroll που δεν τελειώνει ποτέ. Είναι η μόνιμη αίσθηση ότι κάπου αλλού συμβαίνει κάτι πιο σημαντικό, πιο επιτυχημένο, πιο ενδιαφέρον από αυτό που ζούμε εμείς οι ίδιοι την παρούσα στιγμή. Δεν σηκώνουμε βάρη, σηκώνουμε συγκρίσεις. Και αυτές είναι ασήκωτες.
Μας έχουν πείσει ότι αν δεν είμαστε συνεχώς απασχολημένοι, κάτι δεν πάει καλά. Ότι η ξεκούραση που είναι τόσο σημαντική, είναι πολυτέλεια που πρέπει να δικαιολογείται. Έτσι, ακόμη κι όταν βρίσκουμε τον χρόνο να κάτσουμε, δεν ξεκουραζόμαστε πραγματικά. Απλώς αλλάζουμε είδος κόπωσης. Από τη δουλειά περνάμε στην αυτοβελτίωση, από την αυτοβελτίωση στην ενοχή, κι από την ενοχή στην ανάγκη να αποδείξουμε –σε ποιον άραγε;– ότι δεν είμαστε τεμπέληδες.
Η φράση «δεν έκανα και πολλά σήμερα» δεν σημαίνει πια «ξεκουράστηκα». Σημαίνει «δεν ήμουν αρκετά παραγωγικός για να αξίζω την κούρασή μου». Κι όμως, είμαστε κουρασμένοι. Κουρασμένοι από την υπερανάλυση, από τη συνεχή εγρήγορση, από την αόρατη πίεση να είμαστε πάντα κάτι: καλύτεροι, πιο fit, πιο ήρεμοι, πιο επιτυχημένοι, πιο “σωστοί”.
Ζούμε μέσα σε έναν μόνιμο θόρυβο. Ειδοποιήσεις, ειδήσεις, κρίσεις, τάσεις, οδηγίες για το πώς να ζήσεις σωστά τη ζωή σου. Δεν υπάρχει παύση. Δεν υπάρχει σιωπή. Κι όταν υπάρχει, μας τρομάζει. Γιατί στη σιωπή έρχονται όλα αυτά που αποφεύγουμε όσο τρέχουμε: οι αμφιβολίες, οι φόβοι, η αίσθηση ότι είμαστε κουρασμένοι χωρίς να μπορούμε να δείξουμε με το δάχτυλο τον λόγο.
Και φυσικά, υπάρχει η ενοχή. Αν είσαι κουρασμένος, πρέπει να έχεις λόγο. Αν δεν έχεις, τότε μάλλον είσαι αχάριστος. Γιατί «άλλοι έχουν σοβαρά προβλήματα». Έτσι μαθαίνουμε να ακυρώνουμε τη δική μας εξάντληση, να τη βάζουμε σε εισαγωγικά, να τη μειώνουμε. Κι όμως, το σώμα και το μυαλό δεν λειτουργούν με επιχειρήματα. Λειτουργούν με αντοχές. Και αυτές έχουν όριο.
Η πραγματικότητα πίσω από την εξάντληση
Η πραγματικότητα είναι απλή και ενοχλητική: δεν είμαστε κουρασμένοι επειδή ζούμε δύσκολα, αλλά επειδή ζούμε αφύσικα. Χωρίς παύσεις, χωρίς κενά, χωρίς πραγματικό τέλος στην ημέρα. Δεν υπάρχει «σχόλασα». Υπάρχει μόνο «απλώς άλλαξα οθόνη». Και κάπως έτσι, εξαντλούμαστε χωρίς να το καταλαβαίνουμε. Όχι από αυτά που κάνουμε, αλλά από αυτά που δεν σταματάμε ποτέ να κουβαλάμε. Τις προσδοκίες, τις συγκρίσεις, την ανάγκη να είμαστε συνεχώς κάτι. Κάτι χρήσιμοι. Κάτι εξελισσόμενοι. Κάτι αξιοποιήσιμοι.
Ίσως τελικά η μεγαλύτερη πράξη αντίστασης σήμερα δεν είναι να κάνεις λιγότερα, αλλά να μην εξηγείς την κούρασή σου. Να μη ζητάς άδεια για να είσαι εξαντλημένος. Να παραδέχεσαι ότι ναι, είσαι κουρασμένος, ακόμη κι αν “δεν έκανες και πολλά”. Γιατί σε έναν κόσμο που δεν σταματά ποτέ, το να αντέχεις απλώς να υπάρχεις είναι ήδη υπερωρία.
Και κάπως έτσι, εξαντλούμαστε χωρίς εμφανή αιτία. Δεν είναι ότι “δεν κάνουμε πολλά”. Είναι ότι δεν κάνουμε τίποτα χωρίς να το μετράμε, να το κρίνουμε, να το συγκρίνουμε. Δεν αφήνουμε τίποτα να είναι απλώς αυτό που είναι. Ούτε καν την ξεκούραση.
Ίσως η πραγματική επανάσταση σήμερα δεν είναι να κάνουμε λιγότερα, αλλά να σκεφτόμαστε λιγότερο γι’ αυτά. Να επιτρέψουμε στον εαυτό μας να είναι κουρασμένος χωρίς ενοχή. Να είναι αργός χωρίς απολογία. Να μην έχει πάντα έναν στόχο, ένα πλάνο, ένα νόημα έτοιμο προς κατανάλωση.
Γιατί η κούραση της εποχής μας δεν θέλει καφέ. Θέλει όρια. Θέλει σιωπή. Θέλει την άδεια να μην είμαστε συνεχώς “κάτι”. Και ίσως τότε, μια μέρα που “δεν θα κάνουμε πολλά”, να μην είμαστε τελικά τόσο κουρασμένοι.
➪Ακολουθήστε το OLAFAQ στο Facebook, Bluesky και Instagram.




