Το «ωμό» είναι η άρνηση της λογοκρισίας, της επεξεργασμένης εικόνας, της ζωής σε Instagram φίλτρα. Είναι εκεί που δεν έχουμε κανένα φτιασίδι να μας κρύβει, καμιά στημένη πόζα, εκεί που συναντάμε τον εαυτό μας, όπως ένας καθρέφτης χωρίς την ασημένια επένδυση. Βέβαια, αν η αλήθεια είναι το πιο δύσκολο πράγμα για να καταπιείς (και να χωνέψεις) σήμερα, η ωμότητα είναι το σημείο όπου δεν μπορείς να την αποφύγεις. Δεν είναι όμορφη, δεν είναι άσχημη, είναι αυτό που είναι. Ο Μπέκετ το ήξερε όταν έγραφε για το “τίποτα” και το “ξαναπροσπαθώ”. Κι ο Αρονόφσκι το έδειξε όταν έριξε τους ήρωές του στο μαθηματικό σπιράλ μιας εξάρτησης, χωρίς καν λυτρωτική μουσική υπόκρουση.

Στην εποχή μας, όπου όλα μοιάζουν “curated”, προσεκτικά στημένα για να πείθουν και να πουλάνε, το ωμό ίσως να γίνεται αυθαίρετα επαναστατικό. Είναι σαν τον πανκ ήρωα που σπάει το μπάσο του και το βάζει εξώφυλλο στο δίσκο του ενώ γελάει στο πρόσωπο του «καθωσπρεπισμού». Σαν μια φωνή που μπορεί να τρέμει, αλλά δεν σταματά να λέει αλήθειες, δεν σιωπά. Η ωμότητα είναι η στιγμή που σταματάς να εξηγείς και απλώς είσαι. Χωρίς δικαιολογίες, χωρίς φίλτρα, χωρίς μεσολαβητές. Είναι το ίδιο σου το σώμα που ιδρώνει, το μυαλό σου που θολώνει, η καρδιά σου που μπορεί να σπάει, όλα στη φόρα, χωρίς φόβο, αλλά ούτε πάθος.

Και ίσως εκεί, ακριβώς σε αυτήν τη γυμνή ένταση, να βρίσκεται και η μόνη αλήθεια που μας ανήκει. Παρατηρώ, ότι σε κανέναν δρόμο της πόλης δεν υπάρχει το γκλαμ του Instagram. Όχι, δεν υπάρχει γυαλισμένο γκλαμ στις λεωφόρους της Αθήνας. Υπάρχει σκόνη, ιδρώτας, κλεισμένα στόματα στα ΜΜΜ με φοβισμένα βλέμματα, μισές αλήθειες στα φασέϊκα καφενεία, ξενύχτια με φθηνή μπίρα και πεθαμένες γόπες στα πεζοδρόμια.

Αλλά, εδώ θα πω το καθιερωμένο κλισέ: έτσι ήταν πάντα. Αυτή η πόλη ποτέ δεν μας χάιδεψε. Αντίθετα μας έτριψε με γυαλόχαρτο και μας πέταξε σε κορναρίσματα, σε φωνές, στα νερά της Ομόνοιας που βρωμάνε χλωρίνη (δεν την αντέχω την μυρωδιά της χλωρίνης). Κι όμως, εκεί είναι η αλήθεια: στο άξεστο, στο τραχύ, στο άθικτο, σε αυτό που δεν μπορεί να αντέχεις. Και η ωμή Αθήνα είναι η αλήθεια μας. Το καμένο λάδι της γειτόνισσας, το graffiti που δεν ζητάει έγκριση, οι έρωτες που κρατάνε όσο μια στάση λεωφορείου, οι χαλασμένες ταμπέλες στις αθάνατες στοές και κάποια beats που ξεφεύγουν από υπόγεια clubs.

Έχετε δει πουθενά κούκλες, μανεκέν, showroom dummies που έλεγαν και οι Kraftwerk, σε κάποια βιτρίνα της σημερινής Αθήνας; Εάν, ναι, να μου πείτε να πάω να τις βγάλω μερικές φωτογραφίες και να τις βάλω στο άλμπουμ “Ζωντανά πλάσματα που με κοίταξαν πιο ανθρώπινα από τους ανθρώπους”. Γιατί κακά τα ψέματα, οι κούκλες με το γυάλινο βλέμμα τους έχουν περισσότερη παρουσία από τους επιβάτες του μετρό που μιλάνε μόνο στις οθόνες τους. Τουλάχιστον αυτές στέκονται ακίνητες με κάποια αξιοπρέπεια, δεν παριστάνουν πως έχουν ψυχή στο TikTok. Αλλά, κάπου εκεί έχουμε φτάσει, οι βιτρίνες να δείχνουν πιο άψυχες από τους δρόμους, χωρίς καν κούκλες. Κι αν κάποιες από αυτές έχουν ξεμείνει σε παλιομοδίτικα μαγαζιά μιας γειτονιάς, μοιάζουν μεθυσμένες από ελευθερία σε σύγκριση με τα σώματα που κουβαλούν τις μέρες τους σαν σακούλες σκουπιδιών. Ναι, μανεκέν από fiberglass με περισσότερη αίσθηση αφής από εμάς που δεν αγγίζουμε πια ούτε ο ένας τον άλλον. Τουλάχιστον, σκέφτομαι, οι κούκλες δεν παθαίνουν “burnout”. Στέκονται εκεί, κενές αλλά σταθερές. Ενώ εμείς; Κινούμενες βιτρίνες παγιδευμένες σε οθόνες, γεμάτες lifestyle, πλήρεις απόψεων, αλλά άδειες από ζωή.

Σε πολλά σημεία της αυτή η πόλη δεν κατοικείται, εκτίθεται. Την ίδια στιγμή, σε άλλους δρόμους της δεν περπατάνε άνθρωποι, περπατάνε avatars με τσάντες delivery, βλέμματα βυθισμένα σε 6 ιντσών οθόνες και χειρονομίες αυτόματου πιλότου. Όλ@ ξέρουν καλά το νέο manual:

• Μη μιλάς σε κανέναν. Στην Αθήνα το να πεις «καλημέρα» θεωρείται ύποπτο. Σαν να θέλεις να πουλήσεις κάτι και να ψάχνεις θύμα.
• Καλύτερα, να κοιτάς πάντα κάτω. Το βλέμμα προς τα πάνω (ουρανός, αρχιτεκτονική, σύννεφα) μπορεί να σε εκθέσει ως αφελή ρομαντικό.
• Ζήσε την πόλη σαν τη βιτρίνα σου. Ό,τι βλέπεις είναι σκηνικό, δεν είναι ζωή. Ό,τι ακούς είναι background noise, αλλά εσύ, είσαι εντάξει, γιατί φοράς noise cancelation ακουστικά.
• Αντικατέστησε την αφή με το swipe. Το δέρμα είναι πλέον άχρηστο όργανο παιδιά, όλα είναι πιο εύκολα και γίνονται με τον αντίχειρα.
• Μάθε να ζεις σαν τις κούκλες σε μια βιτρίνα. Ακίνητος, γυαλισμένος, αναλώσιμος. Τουλάχιστον θα μοιάζεις να ανήκεις κάπου, σωστά;

Σπάστε τις βιτρίνες και σώστε τις κούκλες

Η ωμότητα είναι το μόνο μας όπλο. Και η φθορά είναι η μόνη μας αλήθεια. Και, επίσης, η μόνη πραγματική ομορφιά είναι αυτή που δεν χωράει σε κανένα τζάμι. Ζήστε ωμά. Ξεσκίστε το ψεύτικο και το δήθεν. Έχει έρθει η στιγμή να κάψετε το ηλίθιο manual της δήθεν “έκθεσης”. Η Αθήνα δεν θέλει μανεκέν, φίλοι μου. Θέλει ανθρώπους.

Και όταν λέω ανθρώπους, δεν εννοώ τα άδεια βήματα που τσουλάνε σαν σκιές στις λεωφόρους, μιλάω για σώματα που ιδρώνουν, που χορεύουν, που μιλάνε δυνατά και σπάνε τη σιωπή. Για μάτια που κοιτάνε στα μάτια. Για φωνές που τραγουδούν στον δρόμο, έστω και φάλτσες.

Η Αθήνα μπορεί να ξαναγεννηθεί, όχι φυσικά έτσι όπως την μοστράρουν σαν βιτρίνα τουριστικού life-style , αλλά σαν ένας ζωντανός τόπος όπου η κάθε ρωγμή της πολυκατοικίας, το κάθε σβησμένο γκράφιτι, το κάθε σπασμένο πλακάκι μπορεί να έχει, ναι, τη δική του ιστορία. Εκεί κρύβεται η ελπίδα: όχι στο καλογυαλισμένο, αλλά στο σπασμένο που επιμένει να στέκει. Και αυτή τη στιγμή δεν πρέπει να γυαλίζουμε τίποτα ψεύτικο, απλώς να αφήσουμε την πόλη να αναπνεύσει, να ξαναβρούμε την αφή, την αλήθεια, την παρέα, την κοινότητα.

Γιατί η ωμότητα δεν είναι βία. Είναι ζωή. Είναι το θάρρος να πεις «είμαι εδώ, υπάρχω, είμαι μαζί σου». Και σε μια πόλη που μοιάζει καταδικασμένη στη σιωπή, το πιο όμορφο πράγμα που μπορούμε να κάνουμε είναι να ακουστούμε αληθινά, όχι με πόζες και δηθενιές.

Η Αθήνα, πουλάκια μου, δεν θέλει μανεκέν. Θέλει εμάς.

 

 

 Ακολουθήστε το OLAFAQ στο Facebook, Bluesky και Instagram.