Καταλαβαίνω ότι η εποχή μας και ο διαδικτυακός μας «πολιτισμός», μέσα σε έναν ορυμαγδό ειδήσεων στα όρια της «ράδιο αρβύλας», απαιτεί, εσχάτως από όλους μας να λαμβάνουμε «πλευρές» -και αυτό είναι και καλό, εννοείται, να μην είμαστε «ισαποστάκηδες».

Π.χ. στο ζήτημα της σύρραξης Ισραήλ-Παλαιστίνης, πόσες «ίσες αποστάσεις» και ψυχραιμία μπορεί να διατηρήσει κανείς;

Εννοείται ότι όλοι μας είμαστε με την πλευρά του Ισραήλ (αυτό ήταν αστείο, για να μην παρεξηγηθώ).

Οπότε, στο εν λόγω θέμα ταχθήκαμε εξαρχής αναφανδόν με το κόκκινο, το μαύρο, το λευκό και το πράσινο χρώμα της παλαιστινιακής σημαίας και προχωράμε τις ζωές μας πάντα, ωστόσο, με την παραδοχή ότι σε κάποια ζητήματα ούτε μπορούμε, αλλά ούτε και πρέπει ή επιβάλλεται να πάρουμε ξεκάθαρη θέση – γι’ αυτό και υπάρχουν και οι επονομαζόμενες γκρίζες ζώνες.

Εκείνο το περιβόητο no man’s land, όπου αμφότερες οι πλευρές μπορούν, κάλλιστα, να διεκδικήσουν το δίκιο τους -αλλά την ίδια στιγμή να είναι προτοιμασμένες ότι ενδεχομένως μπορεί και να χάσουν το ίδιο αυτό δίκιο των όποιων αιτιάσεών τους.

Που αμφότερες οι πλευρές έχουν λίγο δίκιο και λίγο άδικο, την ίδια στιγμή.

Κάτι που αποδεικνύεται και από την προ ωρών περίπτωση με την «σάτιρα» (δικά μου τα εισαγωγικά, θα εξηγήσω παρακάτω το γιατί) που επεφύλαξαν, σε ένα βίντεό τους, οι «Ράδιο Αρβύλα» απέναντι στον θεσσαλονικιό ποιητή και μεταφραστή Γιώργο Αλισάνογλου, ιδρυτή και ιδιοκτήτη του βιβλιοπωλείου και τον εκδοτικού οίκου «Σαιξπηρικόν».

Δείτε το (δήθεν) χιουμοριστικό στιγμιότυπο που κάνει τον γύρο του διαδικτύου εδώ και μερικές ώρες:

Η συνέχεια, αμέσως μετά την προβολή του επεισοδίου των «Ράδιο Αρβύλα», ήταν κάπου μεταξύ της εύλογης αντίδρασης και του θεάτρου του παραλόγου: εκατοντάδες άνθρωποι πήραν το μέρος του Αλισάνογλου (και καλά έκαναν, αν το εννοούσαν), ενώ την ίδια στιγμή και το ίδιο το «θύμα» της (φτωχής απόπειρας) σάτιρας έκανε ένα σχόλιο μέσω των προσωπικών του social media.

Ο ποιητής δεν έκρυψε την δυσαρέσκειά του για το ειρωνικό σχόλιο που έκαναν οι Ράδιο Αρβύλα για το ποίημα «Σκούπισμα», χαρακτηρίζοντας το βίντεο που προβλήθηκε στην εκπομπή ως «διαπομπευτικό» [που είναι μια πολύ βαριά λέξη για κάτι τόσο ελαφρύ όπως το περιεχόμενο του «Ράδιο Αρβύλα»].

Στην απάντησή του, ο ποιητής μίλησε για «καθεστώς που κάνει μεγάλο πόλεμο στον πολιτισμό», υπογραμμίζοντας ότι «το να κοροϊδεύεις και να χλευάζεις την ποίηση, είναι να παίζεις το παιχνίδι τους».

Αναλυτικά η ανάρτησή του στο Facebook:

«Μέιλ-απάντηση μου στο κωμικό-σκωπτικό-σαρκαστικό και αρκούντως διαπομπευτικό βίντεο που προβλήθηκε στην χθεσινή εκπομπή των “Ράδιο Αρβύλα” ως μέρος της καθημερινής ξεπερασμένης πια και ανίατης “νουμερολογίας” τους”.

Καλημέρα, μια γνωστοποίηση για την αποκατάσταση της αλήθειας και της τηλεοπτικής μαρκετίστικης νοοτροπίας που προτείνετε ως εκπομπή που δυστυχώς μέσω του “εναλλακτικού” προσώπου που πλασάρετε στον μέσο τηλεθεατή έχετε την τάση να σαρώνετε και να διαπομπεύετε -μεταξύ άλλων-, ένα από τα σημαντικότερα πολιτιστικά αγαθά που μας έχουν απομείνει, την ίδια την λειτουργία της ποίησης.

Το ποίημα “Σκούπισμα” που διακωμωδείτε στο πρόσωπο μου είναι του σημαντικού ποιητή Ρον Πάτζετ από τη σκηνή της Νέας Υόρκης, φίλο των Τζον Άσμπερι, Κένεθ, Κόκ, Τζιμ Τζάρμους, Πάτι Σμίθ, κλπ. Συμπεριλαμβάνεται στο βιβλίο ΠΕΡΑΣΑ ΩΡΑΙΑ ΜΑΖΙ ΣΟΥ ΠΑΛΙ, σε μετάφραση Βασίλη Παπαγεωργίου, εκδόσεις Σαιξπηρικόν 2020, το οποίο περιλαμβάνει τα ποιήματα που ακούγονται στην ταινία “Paterson” (2016) του Τζάρμους.

Σε μια εποχή που το καθεστώς κάνει μεγάλο πόλεμο στον πολιτισμό το να κοροϊδεύεις και να χλευάζεις την ποίηση, είναι να παίζεις το παιχνίδι τους. Η ποίηση, αντίδοτο σε κάθε μορφή “ιού”», απαντά ο Γιώργος Αλισάνογλου προσθέτοντας ότι «Θεωρώ επιτακτική ανάγκη, οι φίλοι συνάδελφοι ποιητές, μεταφραστές εκδότες, αναγνώστες κλπ. να πάρουν θέση στο ζήτημα αυτό που αφορά όλους μας».

Έντονη ήταν η αντίδραση και της βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ και τομεάρχη Πολιτισμού του κόμματος, Κυριακής Μάλαμα, η οποία είναι αδελφή του τραγουδιστή Σωκράτη Μάλαμα.

«Το σατιρικό υποτίθεται βίντεο των Ράδιο Αρβύλα που στοχοποιεί τον ποιητή κι εκδότη Γιώργο Αλισάνογλου και χλευάζει τον Ρον Πάτζετ και την ποίηση συνολικότερα πρέπει να καταδικαστεί από όλους και να απασχολήσει, σίγουρα, και το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης. Δεν είναι η πρώτη φορά που η συγκεκριμένη εκπομπή παράγει προϊόντα κατηγορίας trash tv, όμως αυτή τη φορά ο χονδροειδής χαβαλές θίγει τον πολιτισμό συνολικότερα. Καλό θα ήταν η συγκεκριμένη εκπομπή να αναθεωρήσει άμεσα την οπτική της, να ζητήσει μια μεγάλη συγγνώμη από τον Γιώργο Αλισάνογλου, από τους ανθρώπους που εκφράζονται μέσα από την ποίηση, από τους ανθρώπους του πολιτισμού κι από την κοινωνία συνολικότερα», ήταν το σχόλιο της Κυριακής Μάλαμα.

Τι δεν αγγίζει το χιούμορ

Πολλοί λοιπόν βγαίνουν και κάνουν λόγο ότι «η σάτιρα δεν μπορεί και δεν πρέπει να αγγίζει τα προϊόντα του πολιτισμού» – είναι κάτι που διάβασα σε πολλές αναρτήσεις σε Twitter και Facebook.

«Σε μια εποχή που το καθεστώς κάνει μεγάλο πόλεμο στον πολιτισμό το να κοροϊδεύεις και να χλευάζεις την ποίηση, είναι να παίζεις το παιχνίδι τους», θυμίζουμε ότι γράφει ο Αλισάνογλου, με άλλους να τον υπερασπίζονται με δήθεν αξιωματικές ρήσεις του στυλ «είναι δύσκολες οι εποχές προκειμένου να χλευάζουμε την λογοτεχνία και την ποίηση».

Να υπενθυμίσουμε εδώ ότι σε εποχές απείρως πιο δύσκολες από τις δικές μας, στην αρχή του Εκατονταετούς Πολέμου μεταξύ Αγγλίας και Γαλλίας και της επιδημίας της Μαύρης Πανώλης που αποδεκάτισε τους πληθυσμούς της Ευρώπης τον 14ο αιώνα, γεννήθηκε η κωμική χρονικογραφία του σπουδαίου Τζέφρυ Τσώσερ (Geoffrey Chaucer).

«Οι Ιστορίες του Κάντερμπερυ» (The Canterbury Tales) βγήκαν ακριβώς σε εκείνη την δύσκολη στιγμή, την ταραγμένη περίοδο της Ιστορίας, ως απαιτούμενη ψυχολογική ανακούφιση απέναντι στα όποια δεινά.

Φυσικά και μπορούμε να αγγίζουμε, με σατιρικό τρόπο, την ποίηση – το μόνο που δεν αγγίζουμε είναι παιδιά και ζώα.

Το χιούμορ, αν είναι επιτυχημένο, μπορεί να αγγίζει τα πάντα: από αρρώστιες μέχρι επιδημίες όπως το ΑIDS -δείτε π.χ. το φοβερό σκετς του South Park.

Το ανωτέρω σκετς είναι επιτυχημένο γιατί κάνει ένα ευφυές λογοπαίγνιο ανάμεσα στο AIDS (την αρρώστια) και την λέξη «aides», που σημαίνει «βοηθός, βοηθοί».

Αν λοιπόν μπορούμε να διακωμωδήσουμε μέχρι και αρρώστιες, δεν μπορούμε να κάνουμε το ίδιο με την ποίηση και τους ποιητές;

Εννοείται πως μπορούμε. Βαράτε τους αλύπητα με καλό χιούμορ, θα έλεγα εγώ.

Οι ποιητές και η ποίηση έχουν στοχοποιηθεί από σχεδόν τις απαρχές του πολιτισμού -και δικαίως, γιατί δίπλα στην πραγματική, την σπουδαία ποίηση, υπάρχουν και οι φανφαρόνοι, αυτοί που θεωρούν ότι το να βάλουν 10-12 λέξεις σε μια άναρχη σειρά, επιτελούν και λειτούργημα απέναντι στον πολιτισμό.

Χαρακτήρες που έχουν μείνει θρυλικοί (επειδή είναι διαχρονικοί ή μάλλον αχρονικοί), όπως ο ποιητής Φανφάρας στην κωμωδία «Ξύπνα Βασίλη» του Δημήτρη Ψαθά.

Ο Τιμολέωντας Φανφάρας είναι η καρικατούρα ενός πραγματικού, υπαρκτού Έλληνα ποιητή* που μιλάει ασυνάρτητα, χαρακτηρίζεται από έναν αστείο ελιτισμό και απαγγέλλει στίχους δήθεν βαθείς και με νόημα, αλλά βασικά δυσνόητους, δίχως αρχή, μέση και τέλος.

Ή ο Σωτήρης Μουστάκας.

Τους «ποιητές εκ του προχείρου» έχουν σατιρίσει απολύτως επιτυχημένα, εδώ και μισόν αιώνα, από τους αδελφούς Μαρξ στο σινεμά, από τον Τσαρλς Μπουκόφσκι στη λογοτεχνία, μέχρι τον κωμικό Τζορτζ Κάρλιν, τον Ρίκι Ζερβέ και πλείστους άλλους.

Η μη-σάτιρα των «Ράδιο Αρβύλα»

Επιστρέφω στην αρχική μου άποψη προκειμένου να καταλήξω στην γκρίζα ζώνη μου: Φυσικά και μπορούμε να αγγίζουμε, με σατιρικό τρόπο, την ποίηση – το μόνο που δεν αγγίζουμε είναι παιδιά και ζώα.

Μόνο που το «Ράδιο Αρβύλα» δεν κάνει κωμωδία.

Αν θυμάστε, η εκπομπή αρχικά ξεκινούσε με ένα ανέκδοτο από τον Στάθη Παναγιωτόπουλο που δεν θεωρούταν αστείο.

Μόνο που η τακτική αυτή δεν ήταν τίποτα άλλο από μια αυτοεκπληρούμενη προφητεία: το «Ράδιο Αρβύλα» ΔΕΝ είναι χιουμοριστική εκπομπή.

Θέλει και επιθυμεί διακαώς να είναι, αλλά η αίσθηση του χιούμορ των παρουσιαστών και συντελεστών της, δεν βοηθούν προς αυτήν την κατεύθυνση.

Για να το πω και πιο λαϊκά, «αυτή η στάνη αυτό το γάλα βγάζει».

Τόσο μπορούνε, τόσο κάνουνε οι «Ράδιο Αρβύλα». Το χιούμορ και η χιουμοριστική αισθητική και αντίληψή τους δεν μπορεί και ούτε ποτέ θα πάει παραπάνω από ένα συγκεκριμένο όριο.

Οπότε δεν ξέρω τι ακριβώς περιμέναμε από την δήθεν σάτιρά τους, που δεν είναι επιπέδου Τζορτζ Κάρλιν ή Ρίκι Ζερβέ -εδώ καλά καλά δεν είναι καν επιπέδου Σεφερλή.

Ή, για να το θέσω καλύτερα, οι «Ράδιο Αρβύλα» είναι «οι Σεφερλήδες του ψαγμένου τηλεορασάκια».

Μια εκπομπή που μπορείς να δεις και να ακούσεις το χιούμορ της χωρίς να θεωρηθείς, αυτοστιγμεί, κιτς ή λούμπεν επειδή σου αρέσει ο Σεφερλής [κατά το γνωστό, Πανουσικό, «μ’ αρέσει στα κρυφά και ο Μητροπάνος»].

Ας μην γελιόμαστε, ωστόσο: το χιούμορ αμφότερων είναι παρόμοιο, πανομοιότυπο και σχεδόν τάλε-κουάλε.

Αυτό φυσικά – για να μπούμε επιτέλους σε αυτή την περιβόητη γκρίζα ζώνη ανάμεσα στη σάτιρα της ποίησης και το «Ράδιο Αρβύλα» – δεν σημαίνει ότι το «Ράδιο Αρβύλα» ΔΕΝ ΕΧΕΙ δικαίωμα να σατιρίζει τον κάθε Αλισάνογλου ή τον κάθε Τσάβαλο ή τον κάθε Παπαϊωάννου, επειδή θα πρέπει να φοβάται ότι, όπως είπε ο θεσσαλονικιώτης ποιητής, θα χαρακτηριστεί ως «διαπομπευτικό».

Ο καθένας από εμάς μπορεί να κάνει την σάτιρά του απέναντι στον οποιονδήποτε – και θα κριθεί και αυτός, φυσικά, όπως όλοι μας για το επίπεδο του χιούμπορ του.

Όπως αντίστοιχα, θα κριθεί και ο ίδιος ο Αλισάνογλου για την αντίδρασή του απέναντι σε μια (επαναλαμβάνω, πολύ κακή) απόπειρα χιούμορ εναντίον του ίδιου ή της ίδιας της ποίησης.

Και το ίδιο το κοινό θα κρίνει μετά το κατά πόσο ο κάθε Αλισάνογλου μπορεί να αφήσει το όποιο αστείο να τον αγγίξει, να τον προσπεράσε ή να τον κάνει να μοιάζει με μια σύγχρονη εκδοχή του Τιμολέοντα Φανφάρα.

*Όπως είχε παραδεχτεί προ πολλών ετών η κόρη του Δημήτρη Ψαθά, η κα Μαρία Ψαθά [η οποία πέθανε τον περασμένο Αύγουστο], οι περισσότεροι χαρακτήρες στα έργα του γνωστού κωμωδιογράφου προέρχονταν από πραγματικά πρόσωπα. Ο Φανφάρας λοιπόν βασίστηκε, κατά ένα πολύ μεγάλο μέρος του, στην λογοτεχνική περσόνα του Οδυσσέα Ελύτη.

Αν λοιπόν μπορεί να παρωδηθεί (επιτυχημένα) ο Ελύτης από τον Ψαθά, μπορεί κάλλιστα να παρωδηθεί (έστω και εντελώς αποτυχημένα, επαναλαμβάνω ξανά για να μην παρεξηγηθούμε) ο Αλισάνογλου από τους απολύτως φαιδρούς συντελεστές του «Ράδιο Αρβύλα».