Ο Τζέρι Λι Λιούις, ένας πρωτοπόρος του rock n’ roll με επιτυχίες όπως το “Great Balls of Fire”, πέθανε σε ηλικία 87 ετών, δήλωσε σήμερα ο υπεύθυνος δημοσίων σχέσεων του. Ο Λιούις πέθανε στο σπίτι του στην κομητεία Ντεσότο του Μισισιπή, έχοντας στο πλευρό του τη σύζυγό του, Τζούντιθ, σύμφωνα με ανακοίνωση του εκπροσώπου του.

Ο Τζέρι Λι Λιούις γεννήθηκε στο Φέρριντει της πολιτείας Λουιζιάνα, μία φτωχή κωμόπολη. Μεγάλωσε σε συνθήκες ανέχειας, ενώ από μικρή ηλικία άρχισε να παίζει πιάνο. Οι γονείς του έβαλαν σε υποθήκη τη φάρμα τους προκειμένου να του αγοράσουν ένα πιάνο. Ο Λιούις άρχισε από το 1949, σε ηλικία 14 ετών να εκτελεί δημόσιες παραστάσεις, παίζοντας πιάνο.

Το 1956 ο Λιούις έκανε τις πρώτες ηχογραφήσεις του στην εταιρεία Sun Records στο Μέμφις του Τενεσί. Το τραγούδι του “Crazy Arms” πούλησε 300.000 αντίτυπα, ενώ το 1957 η επιτυχία του “Whole Lotta Shakin’ Goin’ On” έκανε τον Λιούις παγκοσμίως γνωστό, καθιερώνοντας τον στη Ροκ εντ ρολ σκηνή εκείνης της εποχής. Ακολούθησαν οι επίσης μεγάλες επιτυχίες “Great Balls of Fire”, “Breathless” και “High School Confidential”. Συμμετείχε επίσης από το 1956 στο διάσημο “Million Dollar Quartet”, μαζί με τους Έλβις Πρίσλεϊ, Τζόνι Κας και Καρλ Πέρκινς, μία σπουδαία στιγμή στην ιστορία του Ροκ εντ ρολ. Ο Λιούις έγινε γνωστός και για τη μεγάλη ενεργητικότητα που επεδείκνυε στη σκηνή, κάνοντας έντονες κινήσεις επί σκηνής.

Το 1958, η καριέρα του Λιούις υπέστη μεγάλο πλήγμα, όταν αποκαλύφθηκε στο κοινό ότι είχε παντρευτεί την μόλις 13 ετών ξαδέλφη του. Το γεγονός αυτό προκάλεσε μεγάλη ζημιά στη φήμη του, με αποτέλεσμα η παρουσία του στη ροκ εντ ρολ μουσική σκηνή να μειωθεί. Στις αρχές της δεκαετίας του 1960, ο Λιούις δεν είχε σημαντικές επιτυχίες. Το 1964 ωστόσο, το άλμπουμ του “Live at the Star Club” παρουσίασε μεγάλη επιτυχία και θεωρήθηκε από τους κριτικούς ως ένα από τα καλύτερα στην ιστορία της ροκ μουσικής. Στο άλμπουμ αυτό ο Λιούις είχε μία από τις πιο εκρηκτικές σκηνικές παρουσίες.

Το 1968, ο Λιούις έκανε στροφή στην Κάντρι μουσική, όπου είχε επιτυχίες όπως με το τραγούδι “Another Place, Another Time”. Η στροφή αυτή έδωσε νέα ώθηση στην καριέρα του στα τέλη της δεκαετίας του 1960 και στη δεκαετία του 1970, με τον Λιούις να βρίσκεται συνεχώς στην κορυφή των τσαρτς της Κάντρι μουσικής. Οι μεγαλύτερες επιτυχίες του ήταν τα τραγούδια “To Make Love Sweeter for You” το 1968, “There Must Be More to Love Than This” το 1970, “Would You Take Another Chance on Me” και “Me and Bobby McGee” το 1971, που έφτασαν το νούμερο 1. Στα επόμενα χρόνια, ο Λιούις συνέχισε να διεξάγει συναυλίες στις ΗΠΑ, αλλά και σε χώρες του εξωτερικού. Το 1986, ο Λιούις εντάχθηκε στο Rock and Roll Hall of Fame.

To 2006 κυκλοφόρησε το άλμπουμ του Λιούις “Last Man Standing”, που πούλησε πάνω από ένα εκατομμύριο αντίτυπα, αποτελώντας το πιο επιτυχημένο του άλμπουμ και το 2010 το άλμπουμ “Mean Old Man”,που ήταν επίσης επιτυχημένο. Στη δεκαετία του 2010 συνέχισε τις μουσικές εμφανίσεις του, αν και το 2019 υπέστη ένα εγκεφαλικό επεισόδιο, που τον ανάγκασε να περιορίσει τις δραστηριότητές του.

Ο Λιούις κέρδισε πολλά βραβεία στη Ροκ και Κάντρι μουσική. Κατατάχθηκε 24ος στη λίστα των 100 Σπουδαιότερων Καλλιτεχνών Όλων των Εποχών από το περιοδικό Rolling Stone. Ήταν ένας από τους τελευταίους εν ζωή καλλιτέχνες της πρώτης περιόδου γέννησης της Ροκ μουσικής.