Τα χρόνια έχουν περάσει, αλλά θυμάμαι ακόμη τα πρώτα πεζά της Άννας Δαμιανίδη , την εποχή κατά την οποία ξεκινούσαμε τη δημοσιογραφική μας πορεία: τη νουβέλα της «Ξυπόλυτες» (1981), τη συλλογή διηγημάτων «Σκεύος ηδονής» (1984) και το μυθιστόρημα «Η τελευταία πριγκίπισσα» (1990).

Έκτοτε η Άννα έγραψε βιβλία για παιδιά, πλησιάζοντας έναν πιο αθώο κόσμο, τον κόσμο της μαγείας και του παραμυθιού, αλλά και αμέτρητα (επί σειρά πολλών ετών) χρονογραφήματα, που διακρίθηκαν, σε όλη τη διάρκεια του χρόνου, για την ακρίβεια του βλέμματος, για το μπρίο και για το σπιρτόζικο πνεύμα τους. Το μυθιστόρημά της «Δύο καλοκαίρια και μισό φθινόπωρο», που κυκλοφόρησε προ ολίγου καιρού από το Μεταίχμιο, σηματοδοτεί μια ιδιαιτέρως ευχάριστη επιστροφή στη λογοτεχνία: ευχάριστη όχι μόνο γιατί η ίδια συνεχίζει να μάχεται από τις επάλξεις της, αλλά και επειδή αποφάσισε να το κάνει με έναν διασκεδαστικό και ταυτοχρόνως εξαιρετικά σοβαρό τρόπο.

Άννας Δαμιανίδη

Η Δαμιανίδη ανήκει στην πολυθρύλητη γενιά του Πολυτεχνείου. Γενιά η οποία αφού πρώτα υμνολογήθηκε ποικιλοτρόπως και μυθολογήθηκε δεόντως, για τη συμμετοχή της στα γεγονότα του Νοεμβρίου του 1973, εν συνεχεία άρχισε να κατεβαίνει στα Τάρταρα με τις αλλεπάλληλες κατηγορίες για την πορεία της κατά τη μεταπολιτευτική περίοδο και για τη στάση της απέναντι σε φαινόμενα διαφοράς και ζητήματα πολιτικής εξουσίας. Ευτυχώς, σήμερα βρισκόμαστε μακριά τόσο από τον συναισθηματισμό της μυθολογίας όσο και από την αφέλεια, αν μη τι άλλο, και την εξαλλοσύνη του πολιτικού και του ηθικού ελέγχου, επειδή, όπως περίτρανα έχει στο μεταξύ αποδειχθεί, καμιά ιστορική γενιά δεν είναι δυνατόν να αποτιμηθεί επί τη βάσει είτε ενθουσιωδών πολιτικών εξάρσεων είτε αβαθών πολιτικών κρίσεων. Πόσο μάλλον που το μυθιστόρημα της Δαμιανίδη αναπλάθει την περίοδο της χούντας και της δικτατορίας από μια σαφώς χαμηλότονη και ανεπιτήδευτα καθημερινή σκοπιά και σε ένα πλαίσιο όπου η πολιτική για την πλειονότητα των νέων οι οποίοι δυσανασχετούσαν με το δικτατορικό καθεστώς δεν αποτελούσε ούτε οργανωμένο στόχο ούτε πρόγραμμα ζωής. Η νουβέλα «Η μπαλάντα των ανίδεων και καλών» του Γιάννη Ν. Μπασκόζου (Μεταίχμιο 2023), ο οποίος ανήκει στην ίδια γενιά με τη γενιά της Δαμιανίδη, έχει δείξει (τα δυο βιβλία κυκλοφόρησαν το ίδιο περίπου καιρό) πως οι αυτοβιογραφικές μυθοπλασίες μνήμης και ενηλικίωσης είναι σε θέση να προκαλέσουν και να πολλαπλασιάσουν το συγκινησιακό αποτέλεσμα της ανάγνωσης όταν στέκουν μακριά από την πολιτική πόζα, καθώς και από οιοδήποτε συναισθηματικό παραφούσκωμα.

Κι αν ο Μπασκόζος αναδεικνύει μέσα από σπασμένες εικόνες της δικτατορίας τις μουσικές ανησυχίες και τα μουσικά συγκροτήματα των τέκνων της, η Δαμιανίδη σπεύδει να φέρει στην επιφάνεια τα κρίσιμα μαθητικά τους χρόνια, καταφεύγοντας σε ασυνεχείς επίσης εικόνες και ανακινώντας αισθήματα. Τέσσερις φίλες και συμμαθήτριες, η Αλίκη, η Δάφνη, η Λύδια και η Μαργαρίτα, που ετοιμάζονται να αποφοιτήσουν από ιδιωτικό σχολείο και να δώσουν εισαγωγικές εξετάσεις, μιλούν, η καθεμιά μέσα από τον δικό της εκτεταμένο μονόλογο, για τη δύσκολη περίοδο των δύο τελευταίων σχολικών τάξεων. Κι εδώ η Δαμιανίδη καταφέρνει πολλά, χάρη στην ανάλαφρη και παιγνιώδη αφήγησή της, που κρύβει κάτω από την αμεσότητα και τις συγκεχυμένες εντυπώσεις της εφηβικής γλώσσας πλήθος μικρά δράματα της κοριτσίστικης σχολικής καθημερινότητας, ιδίως σε ό,τι έχει να κάνει με το μείζον δράμα, το οποίο δεν είναι άλλο από τον ανηλεή αγώνα για την είσοδο στο πανεπιστήμιο. Και είναι επίσης ευφυές πως τα τέσσερα κορίτσια δεν καλούνται να μιλήσουν όπως μιλούσαν όταν αποφοιτούσαν, αλλά ούτε και από την οπτική γωνία της σημερινής τους ωριμότητας. Όσο ξεδιπλώνονται οι διαδοχικοί τους μονόλογοι, καταλαβαίνουμε πως η έκφραση και οι σκέψεις τους επιζητούν να προσεγγίσουν αναμνηστικά την έκφραση της εφηβείας και δια μέσου αυτής να ανατρέξουν στα πάντα: στο πώς βόλευαν τη μικροαστική ή (το πολύ) μεσοαστική καταγωγή τους σε ένα σχολείο με παιδιά από οικογένειες κατά πολύ υψηλότερων εισοδημάτων, για το πώς λειτουργούσαν οι ακανθώδεις οικογενειακές σχέσεις με γονείς χωρισμένους ή υπό χωρισμό, με αυταρχικές μαμάδες και με μετριοπαθείς μπαμπάδες ή με διακεκριμένους στο σχολείο μεγαλύτερους αδελφούς.

Και βεβαίως δεν πρόκειται μόνο για τα οικογενειακά. Τα κορίτσια τρέχουν από τη μια μεριά να επιβιώσουν στο σχολείο αλλά εκείνο που κυρίως τα νοιάζει από την άλλη είναι να διώξουν μακριά τη ζώνη της απόλυτης καταπίεσης, την πικρά διασωζόμενη παρθενιά τους. Ακόμα κι αν οι συνευρέσεις με τα αγόρια εξακολουθούν τότε να μην αποτελούν αυτονόητο ζήτημα, ακόμα κι αν οι γονείς δεν έχουν πάψει σε καμία περίπτωση να είναι οπισθοδρομικοί και αντιδραστικοί, η γενιά του Πολυτεχνείου είναι η πρώτη μεταπολεμική γενιά στην Ελλάδα που επιδιώκει εντελώς συνειδητά να απαλλαγεί από τα σεξουαλικά ταμπού και να βιώσει μια ζωή χωρίς φόβο και περιορισμούς (το έιτζ είναι πολύ μακριά ακόμη). Και αν το θέμα των σπουδών μοιάζει αφημένο περίπου στην τύχη του, όπως θα προκύψει από την πιθανή κατάταξη στις σχολές, η πολιτική μαζί τον έρωτα θα εγκατασταθούν πολύ γρήγορα, είτε τους αρέσει είτε όχι, στον καθημερινό βίο των κοριτσιών. Δεν είναι πιτσιρίκια και ο προπαγανδιστικός λόγος της δικτατορίας, εγκατεσπαρμένος παντού τριγύρω τους, τις ενοχλεί όλο και συχνότερα, χωρίς, μολοντούτο, να περνά ποτέ στο κέντρο της σκηνής, ακόμα κι όταν θα νιώσουν πως κινδυνεύουν από τις πολιτικές επιλογές των αγοριών. Γιατί η ηλικία τους δεν θα σταματήσει, μέχρι και την τελευταία σελίδα του βιβλίου (και από κάθε και προς πάσα κατεύθυνση) να στέλνει το μοναδικό της ύψιστο μήνυμα – πριν και πάνω απ’ όλα η ελευθερία. Η πολιτική ελευθερία, βεβαίως, μα πρωτίστως η ατομική ελευθερία, που θα έρθει με τον ανεμπόδιστο έρωτα και την ανεξάρτητα ατομική ζωή που ευνοεί η ένταξη στον φοιτητικό κόσμο.

Ένα καλογραμμένο, κεφάτο και πολύ ζωντανό μυθιστόρημα για μια όψη της γενιάς του Πολυτεχνείου που τείνουμε να παραμερίσουμε, αν δεν την έχουμε κιόλας ξεχάσει ή και διαγράψει.

Πηγή:ΑΠΕ-ΜΠΕ