Ο Πίτερ Χάντκε, γεννημένος το 1942 στο Γκρίφεν της Αυστρίας, έγινε γνωστός το 1966 με το ανατρεπτικό θεατρικό του έργο «Βρίζοντας το κοινό» (τέσσερις ηθοποιοί προκαλούσαν και προσέβαλλαν από σκηνής τους θεατές μέχρι που κατέληξαν στη φυλακή μαζί με τον συγγραφέα), συζητήθηκε πολύ το 1999 κατά τη διάρκεια των βομβαρδισμών της Σερβίας καθως αποσιώπησε τη σφαγή της Σρεμπρένιτσα, ενώ το 2019 απέσπασε το Νόμπελ Λογοτεχνίας, κερδίζοντας την καθολική αναγνώριση. Γράφοντας μια σειρά απρόσμενων και απολύτως αντισυμβατικών δοκιμίων, τα οποία μόνο δοκίμια δεν είναι, ο Χάντκε δημοσίευσε το 2013 το «Δοκίμιο για τον μανιταρομανή», που κυκλοφόρησε προ ολίγων ημερών στα ελληνικά, σε αριστοτεχνική μετάφραση του Σπύρου Μοσκόβου, από το Βιβλιοπωλείον της «Εστίας».

Το «Δοκίμιο για τον μανιταρομανή» έχει τη μορφή οργανωμένης έκφρασης μιας σειράς αφηρημένων σκέψεων και είναι γραμμένο σε πρώτο, σαφώς αποστασιοποιημένο από τα τεκταινόμενα της αφήγησης πρόσωπο (παρουσιάζεται δηλαδή όντως με το εξωτερικό τυπικό του δοκιμίου), επί της ουσίας, όμως, αποτελεί ένα είδος αλληγορίας ή μακράς και παρατεταμένης μεταφοράς για τη σχέση μας με τη φύση και με τον φυσικό κόσμο. Ο αγγλοσαξονικός Τύπος επισήμανε, υποδεχόμενος το βιβλίο, πως εκπροσωπεί ένα είδος λογοτεχνικού κριτικού ελέγχου με οικολογική εστίαση, και μέχρι ενός σημείου τουλάχιστον μοιάζει να μην έχει άδικο. Κεντρικός ήρωας είναι ένας φίλος του συγγραφέα από την εποχή των παιδικών τους χρόνων.

Ωστόσο, ενώ ο Χάντκε υποτίθεται πως αναλαμβάνει το έργο της εξιστόρησης της λατρείας του φίλου του για τα μανιτάρια, που ξεκινάει από τις περιπλανήσεις του στα δάση της εφηβικής και της νεανικής του ζωής, όσο προχωρεί η αφήγηση, η οποία σπεύδει προοδευτικά να απαλλαγεί από το ένδυμα του δοκιμίου, συγκεντρώνει την προσοχή της στις νοητικές διεργασίες και στον τρόπο λειτουργίας της συνείδησης του πρωταγωνιστή. Επιτυχημένος δικηγόρος κάποιου διεθνούς δικαστηρίου (σκοπίμως δεν μαθαίνουμε ακριβώς ποιου, εδώ όμως είναι πιθανόν να ανιχνεύεται κάποια μακρινή απήχηση της φιλοσερβικής στάσης του Χάντκε στην υπόθεση των βομβαρδισμών της Σερβίας από το ΝΑΤΟ), ο ήρωας παραδίδεται σιγά-σιγά σε μια συνήθεια έτοιμη να αγγίξει τα όρια της παράνοιας.

Όταν ο δικηγόρος ανακαλύπτει κατά τις ατέλειωτες εξορμήσεις του στην εξοχή ένα πριγκηπικό μανιτάρι (κάτι σαν βασιλιά και σαν θαύμα της φύσης, που απομακρύνει και υπερνικά την οποιαδήποτε έννοια πολυκύτταρου μύκητα), τότε συμβαίνει και μια μυστηριώδης εσωτερική στροφή, στα όρια της συνάντησης παραμυθιού και θρύλου.

Πρόκειται για μια στροφή, η οποία θα παραχωρήσει στα μανιτάρια μια επικράτεια ολοκληρωτικής κυριαρχίας πάνω στο πρόσωπο το οποίο αγαπούσε μέχρι τότε μόνο να τα ανακαλύπτει και να τα μαζεύει. Και μπορεί ο Χάντκε να μιλάει μέχρι να φτάσει σε αυτή την κρίσιμη καμπή για το τι σημαίνει να ζει κανείς μακριά από τον τεχνικό πολιτισμό ή, σε αντίκρουση, για το πώς είναι να δείχνουν κάποιοι πρόθυμοι να εμπορευματοποιήσουν τα πάντα (μεταξύ άλλων και την ίδια τη φύση), αλλά η κατάσταση προς την οποία οδηγείται εφεξής ο δικηγόρος αποδεικνύεται ριζικά διαφορετικής τάξεως. Όπως συχνά συμβαίνει με την πεζογραφία του Χάντκε, ο πρωταγωνιστής αιχμαλωτίζεται στο συνειδησιακό του πεδίο, ξεκινάει να μπερδεύεται με τους προσανατολισμούς του, παύει να διακρίνει ανάμεσα σε διαφορετικά μεγέθη ή να εντάσσει σε μια ευδιάκριτη αξιολογική κλίμακα τα στοιχεία του άμεσου περίγυρού του και εντέλει αποδρά από τον αληθινό κόσμο και από τη χειροπιαστή πραγματικότητα εγκλωβισμένος ή μάλλον φυλακισμένος στα μανιτάρια του. Μανιτάρια που εξελίσσονται πλέον σε οφθαλμοφανείς μύκητες, κατατρώγοντας την ψυχική και τη διανοητική αντοχή του. Έτσι, από την κριτική της οικολογίας περνάμε σε έναν υπαρξιακό αφανισμό, σε μια έκλειψη της λογικής και της ικανότητάς της για παραγωγή νοήματος, που σώζεται μόνο με το παραμυθητικό τέλος το οποίο θα μας επαναφέρει στη μαγεία του μύθου, πλην με το απαραγνώριστα χειρουργικό στιλ του Χάντκε, ο οποίος απομυζά εσκεμμένα (και εφιαλτικά) από την αφήγηση όλους τους αναπνευστικούς της πόρους (σαν να τη στραγγαλίζει αργά και βασανιστικά) για να τη μεταμορφώσει εντέλει σε μιαν αγχώδη και αδιέξοδη περιπέτεια αναζήτησης της αλήθειας. Κι αυτή η ανεύρετη αλήθεια συνιστά τον πυρήνα της λογοτεχνίας του Χάντκε καθώς δεν σταματά να διαγράφει κύκλους γύρω από τον εαυτό της και από την ίδια γραφή της, εντοπίζοντας κάθε φορά κι ένα μικρότερο κομμάτι ανεμπόδιστης πλεύσης για τον παραλυμένο ήρωα.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ