«Ο μήνας που μου έδωκε την ζωή και ο μήνας που όταν μπει μου παίρνει κάθε ίχνος ζωής! Μια μελαγχολία χωρίς όρια με πνίγει, μια πλήξη τρομερή με παραλύει, μια νευρικότης με πεθαίνει. Απρίλιε, Απρίλιε πόσο ευχάριστα μου ψάλλεις τη δυστυχία μου, μου θυμίζεις ότι μου λείπει… με απελπίζεις».

102 χρόνια πέρασαν από τότε που γράφτηκαν αυτές οι γραμμές. 109 χρόνια συμπληρώνονται φέτος από τότε που γεννήθηκε η κοπέλα που έγραψε αυτές τις γραμμές στο ημερολόγιο της.

Η Μαρία Πολυδούρη γεννήθηκε στην Καλαμάτα την 1η Απριλίου 1902. Γονείς της ήταν ο φιλόλογος καθηγητής Ευγένιος Πολυδούρης και η Κυριακή Μαρκάτου. Μετά το Γύθειο και τα Φιλιατρά, το 1916 η οικογένεια επιστρέφει στην Καλαμάτα. Η Μαρία είναι 14 ετών και θα δημοσιεύσει το πρώτο της ποίημα – ο «Πόνος της Μάνας» το 1915 στο περιοδικό «Οικογενειακός Αστήρ».

Αποφασίζει να σπουδάσει Νομικά και όχι φιλολογία που είχε υποσχεθεί στον πατέρα της για να υπερασπιστεί όλες τις αδικημένες γυναίκες του κόσμου.

Φωτογραφία του διαβατηρίου της Μαρίας Πολυδούρη

Το 1920 μέσα σε διάστημα 40 ημερών η Μαρία Πολυδούρη χάνει και τους δύο γονείς της. Τους γονείς της που είχαν ανάψει την φλόγα της αναζήτησης, και της κριτικής σκέψης σε όλα τους τα παιδιά. Η μητέρα της ασχολείτο και εκείνη με το γυναικείο ζήτημα, ενώ ο πατέρας της ήθελε τις κόρες του ελεύθερες.

Πνεύμα ελεύθερο, ανένταχτο, όπως αρμόζει ίσως σε μια ποιήτρια, δεν συμβιβάζεται με τις επιταγές του κοινωνικού κατεστημένου και τον συντηρητισμό. Εκδηλώνει το ενδιαφέρον της για τη χειραφέτηση της γυναίκας και την αναγκαία ανεξαρτητοποίησή της από τον άντρα, σε μια περίοδο που παγκοσμίως αναπτύσσεται το φεμινιστικό κίνημα, το οποίο στην Ελλάδα, ακόμα, βρίσκεται σε ληθαργική κατάσταση. Σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής της υπάρχει έντονο το πάθος, που είναι για αυτήν η κινητήρια δύναμή της.

Η Μαρία Πολυδούρη διεκδίκησε μαχητικά μια θέση διαφορετική από αυτή που της επεφύλλασσε η ανδροκρατούμενη κοινωνία, για να ηττηθεί κατά κράτος εντός των στενών ορίων που η ίδια περιόριζε, φυλακίζοντας ουσιαστικά την ύπαρξή της. Ο έρωτάς της για τον ποιητή Κώστα Καρυωτάκη ήταν αυτός που έδωσε στη ζωή της νόημα, αλλά και της στέρησε σταδιακά κάθε ενδιαφέρον για τη ζωή. Ένας έρωτας που σιγόκαιγε ασταμάτητα μετά τον χωρισμό τους, και έσβησε μαζί με τους χτύπους της καρδιάς της, σ’ ένα κρεβάτι νοσοκομείου όπου νοσηλευόταν τσακισμένη από τη φυματίωση, τη νύχτα της 28 προς 29 του Απρίλη 1930.

Οι δυο τους γνωρίστηκαν το 1921 όταν μετατίθεται στη Νομαρχία Αθηνών και παράλληλα εγγράφεται στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και μεταξύ τους θα αναπτυχθεί ένας σφοδρός έρωτας, που θα κρατήσει λίγο, αλλά θα παίξει καθοριστικό ρόλο στη ζωή και το έργο της.

Όταν γνωρίστηκαν η Πολυδούρη ήταν 20 χρονών και ο Καρυωτάκης 26. Εκείνη είχε δημοσιεύσει κάποια πρωτόλεια ποιήματα, εκείνος είχε εκδώσει δύο ποιητικές συλλογές, τον «Πόνο των ανθρώπων και των πραμάτων» (1919) και τα «Νηπενθή» (1921), και είχε ήδη κατακτήσει την εκτίμηση ορισμένων κριτικών και ομοτέχνων του.

Η Μαρία Πολυδούρη με τον Καρυωτάκη.

Το καλοκαίρι του 1922 ο Καρυωτάκης μαθαίνει ότι έχει προσβληθεί από σύφιλη, νόσημα τότε ανίατο και κοινωνικά στιγματισμένο. Το ανακοινώνει πρώτα στην αγαπημένη του και της ζητά να χωρίσουν. Εκείνη, του προτείνει να παντρευτούν χωρίς να κάνουν παιδιά, αλλά ο Καρυωτάκης είναι πολύ περήφανος για να δεχθεί τη θυσία της. Εκείνη πάλι αμφιβάλλει για την ειλικρίνειά του, νομίζει ότι η αρρώστια του είναι πρόφαση για να την απομακρύνει από κοντά του.

Η Λιλή ζωγράφου στο βιβλίο της «Κώστας Καρυωτάκης – Μαρία Πολυδούρη και η αρχή της αμφισβήτησης» (εκδ. Γαβριηλίδης -4η-, Αθήνα 1990) αναφέρεται στη ζωή και το τέλος της Μαρίας Πολυδούρη.

«…Καημένη Μαρία, πάμπλουτη γυναίκα. Τελικά όλοι την κατασπάραξαν Και κείνοι που την αγάπησαν και όσοι την πεθύμησαν και οι άλλοι που τη φθόνησαν και τη φοβήθηκαν. Με ελάχιστες ίσως εξαιρέσεις των δύο-τριών που είχαν την ικανότητα να τη δουν σ’ όλες της τις διαστάσεις αγνή και έντιμη, ιδιοφυή και γενναία, όλοι οι άλλοι, μπορεί να την πεθύμησαν, και να τη χάρηκαν ακόμη, αλλά δεν κατάφεραν να δουν σ’ αυτήν παρά το αντικαθρέφτισμα της δικής τους ασημαντότητας και φτήνιας».

Γράφει η Λιλή Ζωγράφου για αυτούς τους δύο: μια αιώνια παρεξήγηση, να τι έμεινε μεταξύ τους. Αφού όταν πριν την αυτοκτονία του ο Καρυωτάκης επισκέπτεται την Πολυδούρη στο σανατόριο, ύστερα από καιρό που δε μιλούσαν, εκείνη παρότι συνεχίζει να του γράφει κρυφά ποιήματα, παγωμένη υποδέχεται το ζεστό του χέρι. Κυλάει μέσα της η απόρριψη. Έτσι ο Καρυωτάκης κάπου εκεί πρέπει να έχασε, όπως το λέει η Ζωγράφου, ένα ακόμα κράτημα ζωής. Φαίνεται πως η μεγαλύτερη παρεξήγηση του έρωτα είναι η δοκιμασία της πραγματικότητας. Το πιο παράδοξο μα όχι παράδοξο, είναι πως η Πολυδούρη που ήταν η ζωή και το φως που βγαίνει μέσα από τις ρωγμές, ερωτεύεται ανάμεσα σε τόσους ένα βαθιά καταθλιπτικό άνθρωπο και γράφει το πιο απαλό, και συγκινητικό στη απλότητά του ποίημα για εκείνον.

«Κοντά σου η θλίψη ανθίζει σα λουλούδι
κι’ ανύποπτα περνά μέσ’ στη ζωή.
Κοντά σου όλα γλυκά κι’ όλα σα χνούδι,
σα χάδι, σα δροσούλα, σαν πνοή»

Μια υπέροχη μελοποίηση του ποιήματος «Κοντά σου» από τον Θάνο Ανεστόπουλο

Η ίδια η Πολυδούρη έγραφε στις 15 Ιουνίου του 1925 στα ημερολόγιά της:

«Τρία χρόνια ύστερα… Το ίδιο ερώτημα σβήνει στα μάτια μας όταν τυχαία συναντηθούμε στο δρόμο…Μ’ αντιπερνάμε χωρίς καμιά δύναμη να πάρουμε το δρόμο που αφήσαμε πίσω μας… Γυρνώ μονάχα και τον κοιτάζω πάντα το δρόμο που αφήσαμε. Είναι μακρύς, σκοτεινός, γεμάτος δυσκολίες και φρίκη… είναι τόσο μακρύς, τόσο δύσκολος… κι’ όμως – θεέ συγχώρεσε με – θα τον έπαιρνα με την καρδιά γεμάτη δάκρυα και μεταμέλεια…Με την καρδιά δεμένη με τα σίδερα της αμαρτίας θα ξεκινούσα να σε βρω…».

Στη διάρκεια του 1924 μπαίνει στη ζωή της ο δικηγόρος Αριστοτέλης Γεωργίου, άρτι αφιχθείς εκ Παρισίων. Είναι νεαρός, ωραίος και πλούσιος. Θα τον αρραβωνιαστεί στις αρχές του 1925, αν και στην καρδιά της σιγοκαίει ο έρωτάς της για τον Καρυωτάκη.

Παρά την αφοσίωση του αρραβωνιαστικού της, η Μαρία Πολυδούρη δείχνει να μην μπορεί να συγκεντρωθεί σοβαρά σε καμιά δραστηριότητα. Χάνει τη δουλειά της στο Δημόσιο από τις αλλεπάλληλες απουσίες της κι εγκαταλείπει τη Νομική. Φοιτά στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου, προλαβαίνει μάλιστα να εμφανισθεί ως ηθοποιός σε μία παράσταση.

Το καλοκαίρι του 1926 διαλύει τον αρραβώνα της και φεύγει στο Παρίσι. Σπουδάζει ραπτική, αλλά δεν κατορθώνει να εργαστεί, επειδή προσβάλλεται από φυματίωση. Επιστρέφει στην Αθήνα και συνεχίζει τη νοσηλεία της στο νοσοκομείο «Σωτηρία», όπου μαθαίνει για την αυτοκτονία του πρώην εραστή της Κώστα Καρυωτάκη. Τον ίδιο χρόνο κυκλοφορεί την πρώτη της ποιητική συλλογή με τίτλο «Οι τρίλλιες που σβήνουν» και το 1929 τη δεύτερη, με τίτλο «Ηχώ στο Χάος». Η φυματίωση τελικά θα την καταβάλει και θα αφήσει την τελευταία της πνοή στην Κλινική Χριστομάνου τα ξημερώματα της 29ης Απριλίου 1930.

Η Μαρία Πολυδούρη ανήκει στη λογοτεχνική γενιά του ’20, που καλλιέργησε το αίσθημα του ανικανοποίητου και της παρακμής. Ο έρωτας και ο θάνατος είναι οι δύο άξονες γύρω από τους οποίους περιστρέφεται η ποίησή της. Είναι μεστή από πηγαίο λυρισμό που ξεσπά σε βαθιά θλίψη και κάποτε σε σπαραγμό, με εμφανείς τις επιδράσεις από τον Καρυωτάκη και τα μανιάτικα μοιρολόγια. Οι συναισθηματικές και συγκινησιακές εξάρσεις της Πολυδούρη καλύπτουν κάποιες φορές τις τεχνικές αδυναμίες και της στιχουργικές ευκολίες της ποίησής της. Η Μαρία Πολυδούρη άφησε και δύο πεζά έργα: Το «Ημερολόγιο» της και μια ατιτλοφόρητη νουβέλα, με την οποία ανελέητα σαρκάζει το συντηρητισμό και την υποκρισία της εποχής της.

Η Πολυδούρη έζησε μια έντονη, μποέμ ζωή, πέρα από συμβάσεις και καταπιέσεις.Παρέα με άντρες, κάτι που τότε φάνταζε «εξώλης και προώλης», με ένα τσιγάρο στο χέρι, στο διαμέρισμα της στην οδό Μεθώνης, στην «αβαντ γκαρντ» καλλιτεχνική περιοχή των Εξαρχείων, πίνοντας και γλεντώντας με φίλους της, σπουδαίους καλλιτέχνες και διανοούμενος, ενεργή στα κοινωνικά κινήματα και ζητήματα, η Πολυδούρη έζησε μια ζωή που λίγες γυναίκες του μεσοπολέμου είχαν την ευκαιρία.

Γενναία και ανεξάρτητη, κυκλοφορούσε μόνη της έπινε, γλεντούσε κι έγραφε ποιήματα, φτύνοντας τον μισογυνισμό στα μούτρα, γιατί η ζωή της είχε τον ίδιο λυρισμό που είχαν τα ποιήματά της. Τίποτα δεν την τρόμαζε, ούτε η ξενιτιά, ούτε η θάλασσα, ούτε ο θάνατος. Η Μαρία τα δύο τελευταία χρόνια πριν τον θάνατό της στο νοσοκομείο Σωτηρία, κι από κει τις νύχτες το έσκαγε και πήγαινε να κολυμπήσει. Ύστερα επέστρεφε πάλι. «Παίζω μπουνιές με την κοινωνία», συνήθιζε να λέει.

Εδώ, ο Γιάννης Ρίτσος απαγγέλλει το ποίημα «Βαριά Καρδιά» της Μαρίας Πολυδούρη

Θα πεθάνω μιαν αυγούλα μελαγχολική τ’ Απρίλη
Δεν είνε να χαρώ στον κόσμο άλλο
τίποτα πια. Τα χέρια σου βαριά
γεμάτα και μου τάδιασες Ζωή.
Τα δέχτηκα, δε διάλεξα μεγάλο,
μικρό, ήταν χώρια, ήταν μαζί.
Μα κάτι που κρυφά μου τώχες τάξει
κάποτε σπλαχνική, πονετικιά
σε μένα, τη μια ωραία και χωριστή
στράτα για να με βρη πούχες χαράξει
σ’ αυτό μόνο δε φάνηκες πιστή.
Ω δεν μπορεί, κι’ αυτό θα μου το δώσης
μον’ το κρατάς ως που να ξεγνοιαστώ
και να με βρη σαν άξαφνη χαρά.
– Τη περηφάνεια μου μην ταπεινώσης
κύττα, μη μου λερώσης τα φτερά.

Μαρία Πολυδούρη (1 Απριλίου 1902 – 29 Απριλίου 1930), «Σ’ αναμονή θανάτου»