Σύμβολο του αμερικάνικου σινεμά και της γυναικείας χειραφέτησης, σταρ απ’ αυτές που μάλλον δύσκολα θα ξαναβγεί, κάτοχος του άπιαστου ρεκόρ των τεσσάρων Όσκαρ, ακραία αντισυμβατική για την εποχή της και το βασικότερο ένα πραγματικό θηρίο της υποκριτικής. Ο λόγος φυσικά για την Κάθριν Χέπμπορν, που απέδειξε ότι η γυναικεία θέληση, η ανυποχώρητη στάση ζωής, η συγκρουσιακή συμπεριφορά της, μπορεί να οδηγήσουν στην κορυφή. Κάτι που αποδέχθηκε το 1999 και το Αμερικανικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου, αξιολογώντας την πρώτη στη λίστα με τις καλύτερες ηθοποιούς όλων των εποχών.

Η Χέπμπορν πήγε κόντρα σε όλα τα στερεότυπα της αμερικάνικης κινηματογραφικής βιομηχανίας, έκανε πάντα του κεφαλιού της, βρέθηκε μέσα σε κυκλώνες, έπεσε στα υπόγεια της δημοφιλίας και βρήκε δύναμη για να σκαρφαλώσει και πάλι στην κορυφή, να ανέβει στο βάθρο ενός κινηματογραφικού θρύλου.

Συμπληρώνοντας 20 χρόνια από τον θάνατό της (29 Ιουνίου 2003), είναι ευκαιρία να θυμηθούμε τις σημαντικότερες στιγμές της 63χρονης πορείας της στον κινηματογράφο, τον ατίθασο χαρακτήρα της, τις μυθιστορηματικές περιπέτειες της ζωής της, που την κατέστησαν έναν ανυπέρβλητο θρύλο του θεάματος και ταυτόχρονα μία χαλύβδινη γυναικεία προσωπικότητα.

Ο πλούτος, η διανόηση και η τραγωδία

Η Κάθριν Χέπμπορν γεννήθηκε στο Χάρτφορντ του Κονέκτικατ στις 12 Μαΐου του 1907, από πλούσιους και ιδιαιτέρως προοδευτικούς γονείς. Ο πατέρας της διάσημος γιατρός χειρουργός και η μητέρα της κληρονόμος μίας τεράστιας περιουσίας αλλά και δυναμική σουφραζέτα της εποχής. Έχοντας ακόμη πέντε αδέλφια, θα μεγαλώσει σε ένα προστατευμένο και διανοουμενίστικο περιβάλλον, ενώ ο πατέρας της επέμενε τα κορίτσια να αθλούνται, να κολυμπούν, να κάνουν ιππασία. Η Κάθριν, θέλοντας να ευχαριστήσει τον πατέρα της θα διακριθεί στον αθλητισμό, ενώ απολάμβανε να κολυμπά στην παγωμένη θάλασσα που βρισκόταν μπροστά από το σπίτι τους. Μια συνήθεια που συνέχισε μέχρι τα βαθιά της γεράματα.

Στην εφηβεία της θα βρεθεί μπροστά στην πρώτη τραγωδία της ζωής της, καθώς θα ανακαλύψει η ίδια τον μεγαλύτερο αδελφό της Τομ, που είχε ως είδωλο, κρεμασμένον στη σοφίτα από ένα σκοινί, νεκρό, Το σοκ μεγάλο και τα ερωτηματικά ακόμη μεγαλύτερα. Η οικογένεια πίσω από τη λαμπερή βιτρίνα της έδειξε τη δυσαρμονία της. Η μικρή Κάθριν βυθίστηκε στην κατάθλιψη και έγινε καχύποπτη με τους ανθρώπους. Απομονώθηκε και ήταν επιφυλακτική με τα άλλα παιδιά, για να λάβει το μεγαλύτερο μέρος της εκπαίδευσής της στο σπίτι της.

Κολυμπώντας γυμνή

Η Χέπμπορν θα πάει στο κολέγιο του Bryn Mawr, απ’ το οποίο αποβλήθηκε για τον ατίθασο χαρακτήρα της, ενώ έκανε και άλλα ανεπίτρεπτα για τις γυναίκες τής εποχής, όπως να κολυμπά γυμνή τις νύχτες στο σιντριβάνι του κολεγίου. Τελικά, θα λάβει το πτυχίο Ιστορίας και Φιλοσοφίας το 1928, αν και από νωρίς της είχε μπει το μικρόβιο της υποκριτικής. Έτσι την ίδια χρονιά θα κάνει το ντεμπούτο της στο Μπρόντγουεϊ, με ένα μικρό ρόλο.

Ο άτυχος γάμος

Τον ίδιο χρόνο, η Χέπμπορν θα κάνει και τον πρώτο και μοναδικό γάμο στη ζωή της, με τον κοσμικό και πλούσιο επιχειρηματία Λάντλοου Όγκεν Σμιθ, τον οποίο είχε γνωρίσει στο κολέγιο. Ένας γάμος, που έδειξε από την αρχή ότι δεν θα πάει μακριά, καθώς αποξενώθηκαν γρήγορα. Παρά ταύτα, ο Σμιθ θα στηρίξει οικονομικά και ηθικά τις προσπάθειες της Χέπμπορν στην ηθοποιία, κάτι που αναγνώρισε και η ίδια, ακόμη και μετά τον χωρισμό τους το 1934.

Ασυμβίβαστη

Στα πρώτα της θεατρικά βήματα, δεν θα συμβιβαστεί με οτιδήποτε, δεν θα σκύψει το κεφάλι. Θα συγκρουστεί και θα εγκαταλείψει τέσσερις παραστάσεις, μέχρι να βρει τον ρόλο που της ταίριαζε γάντι, αυτόν της βασίλισσας των Αμαζόνων, στο έργο «The Warrior’s Husband», όπου η στολή της αναδείκνυε τη λεπτή αθλητική κορμοστασιά της, κάτι που εντόπισε ο ατζέντης του Χόλιγουντ Λέλαντ Χάουαρντ -και παραλίγο δεύτερος σύζυγός της- ο οποίος τη συνέστησε στην πανίσχυρη τότε RΚO.

Από την πρώτη της κιόλας ταινία, στις αρχές της δεκαετίας του ’30, η Χεπμπορν έδειξε ότι διέθετε αυτή τη θεϊκή χάρη, να μαγνητίζει την κάμερα, να λούζει με το δικό της φως την οθόνη. Ψηλή, αδύνατη, με έντονα ζυγωματικά, αστραφτερά μάτια, μεγάλο στόμα, ξεπρόβαλε στη μεγάλη οθόνη σαν «μια πνοή φρέσκου αέρα». Παίζοντας δίπλα στον Τζον Μπάριμορ στο φιλμ «Η Τραγωδία Ενός Πατέρα», θα δείξει εμφατικά τα μοναδικά χαρακτηριστικά της, ένας συνδυασμός κομψότητας, εσωτερικής δύναμης και ταλέντου. Τα γυρίσματα θα τη βάλουν για τα καλά στον κόσμο του Χόλιγουντ, καθώς θα δεχθεί τις σεξουαλικές παρενοχλήσεις του Μπάριμορ.

Το Ξημέρωμα της Δόξας

Το 1933 και στην τρίτη της μόλις ταινία, «Το Ξημέρωμα της Δόξας», δίπλα στον Ντάγκλας Φέρμπανκς Τζούνιορ, θα κερδίσει το πρώτο της Όσκαρ. Ένα απίστευτο ξεκίνημα που θα συνοδευτεί και με άλλες τεράστιες επιτυχίες της εποχής. Οι επιτυχίες θα την αφήσουν ανεπηρέαστη και θα συνεχίσει να έχει τις δικές της πεποιθήσεις, παραμένοντας μια μαχητική φεμινίστρια, μία αγωνίστρια κόντρα στο υπερσυντηρητικό Χόλιγουντ. Μια σταρ, που φορούσε παντελόνια, αντρικά κοστούμια, κάπνιζε και έλεγε άφοβα τη γνώμη της για όλα. Χαρακτηριστικά που θα αναδείξει και στις ταινίες της, είτε στο «Σίλβια Σκάρλετ», είτε στη «Μαρία Στιούαρτ», στο έξοχο βιογραφικό δράμα του Τζον Φορντ.

«Δηλητήριο του Box office»

Η Χέπμπορν, μπροστά από την εποχή της, αλλά και με τις ταινίες της, που δεν άρεσαν τόσο στην κριτική και στο ευρύτερο κοινό, θα φτάσει να χάσει το συμβόλαιό της με το στούντιο της RKO, ακόμη και μετά από την κλασική πνευματώδη κωμωδία του Χάουαρντ Χοκς «Η Γυναίκα και η Λεοπάρδαλη», μία ταινία πολύ προχωρημένη για την εποχή της, που πήγε τότε άπατη, ενώ στη συνέχεια επανεκτιμήθηκε και σωστά θεωρείται από τις εμβληματικές σκρούμπολ κωμωδίες της χρυσής εποχής του Χόλιγουντ. Θα χαρακτηριστεί «δηλητήριο του Box office»

Αν και βρέθηκε κοντά στα σκοτάδια της αποτυχίας, η Χέπμπορν, ως σωστή αγωνίστρια, δεν πτοήθηκε, δεν συμβιβάστηκε και έκανε το αντίθετο με ό,τι θα έκανε μία σταρ της εποχής. Γύρισε πίσω στο Μπρόντγουεϊ και έσπασε τα ταμεία με την παράσταση «The Philadelphia Story». Μια ρομαντική κομεντί, που συνδυάζει την πνευματώδη κωμωδία με τη σάτιρα και που θα μεταφέρει το 1940 στη μεγάλη οθόνη ως «Κοινωνικά Σκάνδαλα» ο αγαπημένος της σκηνοθέτης Τζορτζ Κιούκορ, τοποθετώντας δίπλα της τους Κάρι Γκραντ και Τζέιμς Στιούαρτ.

Θριαμβευτική επιστροφή και Όσκαρ

Μια θριαμβευτική επιστροφή στο Χόλιγουντ, που θα την φέρει στην αγκαλιά του ψυχικά διαταραγμένου δισεκατομμυριούχου Χάουαρντ Χιουζ, τις τρέλες του οποίου δεν θα αντέξει και θα τον εγκαταλείψει, για να προσγειωθεί με ασφάλεια στην ατσάλινη προσωπικότητα και τη ζεστή καρδιά του Σπένσερ Τρέισι. Τον μεγάλο έρωτα της ζωής της, τον άντρα, που θα τη μεταμορφώσει από ένα αγρίμι σε μια ολοκληρωμένη γυναίκα. Μαζί θα ζήσουν στην «παρανομία» μέχρι το τέλος τού Τρέισι, καθώς ο κορυφαίος πρωταγωνιστής, ήταν παντρεμένος και ως καθολικός δεν θέλησε ποτέ να πάρει διαζύγιο. Η Χέπμπορν, πάντα αντισυμβατική δεν ζήτησε ποτέ τίποτα παραπάνω από αυτόν, ενώ πάσχισε να του κόψει το ποτό, τη μεγάλη αδυναμία του που θα τον ταλαιπωρήσει μέχρι τέλους. Μαζί θα φτιάξουν κι ένα αξιομνημόνευτο κινηματογραφικό ζευγάρι -απ’ τα πιο αγαπημένα του κοινού-, παίζοντας σε εννέα ταινίες, οι περισσότερες σήμερα κλασικές. Μία απ’ αυτές θα είναι και το αριστουργηματικό «Μάντεψε Ποιος θα Έρθει το Βράδυ» του Στάνλεϊ Κρέιμερ, με το οποίο θα κερδίσει το δεύτερο Όσκαρ η Χέπμπορν. Μάλιστα, τον επόμενο χρόνο, το 1968 θα κερδίσει και το τρίτο της χρυσό αγαλματίδιο στο ιστορικό δράμα «Λιοντάρι το Χειμώνα», έχοντας δίπλα της τον Πίτερ Ο’Τουλ. Το 1989 θα κερδίσει και το τέταρτο και τελευταίο Όσκαρ στη δραματική «Γαλάζια Λίμνη», δίπλα στον Χένρι Φόντα και την κόρη του Τζέιν.

Η Κάθριν Χέπμπορν, στις επτά δεκαετίες της κινηματογραφικής της πορείας θα σημαδέψει με τις ερμηνείες της τον παγκόσμιο κινηματογράφο, παίζοντας τα πάντα – μέχρι και γουέστερν δίπλα στον Τζον Γουέιν- υπό την καθοδήγηση σπουδαίων σκηνοθετών και δίπλα σε όλους τους σταρ της εποχής της. Πολλές φορές υποσκιάζοντάς τους, με την υψηλή της υποκριτική ικανότητα, το απαράμιλλο στιλ, τον αντικομφορμιστικό χαρακτήρα της.

Η Κάθριν Χέπμπορν, των τεσσάρων Όσκαρ, που δεν πήγε ποτέ να παραλάβει και είχε παρατημένα σε ένα ντουλάπι στην κουζίνα της, των 12 υποψηφιοτήτων και άλλων δεκάδων βραβεύσεων, του Σπένσερ Τρέισι, του αγώνα για τη γυναικεία χειραφέτηση, της μάχης ενάντια στην υπερσυντηρητική Αμερική, θα αφήσει το 2003 τον μάταιο τούτο κόσμο σε ηλικία 97 ετών, έχοντας ζήσει τρεις ζωές και με την πίστη ότι «όταν τηρείς όλους τους κανόνες, χάνεις όλη την πλάκα…»

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ