Πέντε βιβλία ξένης πεζογραφίας για τις καλοκαιρινές μας αναγνώσεις προτείνει σήμερα το ΑΠΕ-ΜΠΕ, επιλέγοντας από εκδόσεις που κυκλοφόρησαν μεταξύ 2022 και 2023. Συγγραφείς κλασικοί, της νεότερης ευρωπαϊκής λογοτεχνίας, αλλά και σύγχρονοι, με μηνύματα και θεματογραφία για την εποχή μας.

Ο «Ροβινσόνας Κρούσος» έχει αναθρέψει, εδώ και τρεις αιώνες, γενεές επί γενεών αναγνωστών πάσης ηλικίας, τάξης και καταγωγής: έχει γνωρίσει άπειρες διασκευές, έχει δημιουργήσει ένα ολόκληρο λογοτεχνικό είδος, αυτό που ονομάζουμε «Ροβινσονιάδα», έχει εξάψει τη φαντασία μικρών και μεγάλων σε ολόκληρη την υδρόγειο και τώρα τον έχουμε ξανά στα ελληνικά, σε μετάφραση Γιώργου Μπαρουξή, από το Μεταίχμιο. Δημοσιευμένος το 1719 από τον Ντάνιελ Ντεφόε, που γεννήθηκε το 1660 και πέθανε το 1695 (το όνομα του συγγραφέα σύμφωνα με την πατροπαράδοτη ελληνική απόδοση), ο «Ροβινσόνας Κρούσος» είναι η πλασματική αυτοβιογραφία ενός ναυτικού που ναυαγεί, ταξιδεύοντας από τη Βραζιλία, όπου έχει μια μεγάλη φυτεία, προς την Αφρική, όπου σκοπεύει να αγοράσει σκλάβους, στις εκβολές του Ορενόκου, στη Λατινική Αμερική. Και τότε, ναυαγώντας, θα μείνει για 28 χρόνια σε ένα έρημο νησί. Ο Ροβινσόνας είναι η αποθέωση της αντοχής, της ικανότητας επιβίωσης και της επινοητικότητας. Στο νησί του χτίζει κάστρα και κατοικίες, φτιάχνει βάρκες, καλλιεργεί εδάφη και σωρεύει προϊόντα, σαν ένας έμπορος χωρίς αγορά, αλλά με όλο το πνεύμα της συγκέντρωσης πλούτου και απόκτησης και επαύξησης της ιδιοκτησίας. Οι κριτικοί έχουν μεμφθεί τον Ντεφόε για αναπαραγωγή της λογικής της αγγλικής αποικιοκρατίας και της ελεύθερης αγοράς, αλλά ο Ρουσό ανακάλυψε στον «Ροβινσόνα Κρούσο» τις αρετές του πρωτόγονου βίου και της απόσυρσης από την κοινωνία.

Τρία μόλις χρόνια πριν από τον θάνατό του (σε ηλικία 59 χρόνων), το 1877, ο Γκιστάβ Φλομπέρ τύπωσε ένα μικρό βιβλίο, υπό τον τίτλο «Τρεις ιστορίες», που κυκλοφόρησε πριν από λίγο καιρό και στα καθ’ ημάς, σε μετάφραση Τιτίκας Δημητρούλια, και με επίμετρο του Σωτήρη Παράσχα, από τις εκδόσεις Αντίποδες. Το βιβλίο έμελλε να αποτελέσει το κύκνειο άσμα του Φλομπέρ, ο οποίος, πάντως, πρόλαβε να εισπράξει έναν θρίαμβο από επαινετικές κριτικές του γαλλικού Τύπου, που έσπευσε σύσσωμος να το αποθεώσει. Τι ακριβώς συμβαίνει στις «Τρεις ιστορίες»; Στην πρώτη, και ίσως την περισσότερο σχολιασμένη, υπό τον τίτλο «Απλή καρδιά», ταξιδεύουμε στη γαλλική επαρχία της εποχής του συγγραφέα, παρακολουθώντας τη βασανισμένη ζωή μιας χαζούλας αλλά συγκινητικά αγνής και αθώας υπηρέτριας, της Φελισιτέ, η οποία αγαπά με περισσή φροντίδα πρώτα έναν άντρα, ύστερα την κυρία της -μαζί με τα παιδιά της-, κατόπιν τον ανιψιό της -κι έναν ηλικιωμένο- και στο τέλος έναν παπαγάλο, τον οποίο και εκλαμβάνει ως ενσάρκωση του Αγίου Πνεύματος. Η Φελισιτέ πεθαίνει χωρίς ανταπόκριση στην άδολη αγάπη της και οι κριτικοί συσχετίζουν τον ρεαλιστικό μικρόκοσμό της με τη μυθιστορηματική σύνθεση της «Κυρίας Μποβαρύ» (1857). Στη δεύτερη ιστορία, με τίτλο «Άγιος Ιουλιανός ο φιλόξενος», πρωταγωνιστής είναι ένας μεσαιωνικός φεουδάρχης, που σκοτώνει με μανία άγρια ζώα, και από το χέρι του οποίου θα πεθάνουν και οι γονείς του. Φορτωμένος ενοχές, ο Ιουλιανός θα καταλήξει ζητιάνος και θα αναληφθεί στους ουρανούς, αγκαλιάζοντας έναν λεπρό. Η κριτική βρήκε εδώ το κλίμα υποβολής του «Πειρασμού του Αγίου Αντωνίου» (1874). Στην τρίτη ιστορία, που τιτλοφορείται «Ηρωδιάδα», και έχει συγκριθεί με την μπαρόκ ατμόσφαιρα της «Σαλαμπώ» (1862), πρωταγωνιστούν ο χορός της Σαλώμης και ο αποκεφαλισμός του Ιωάννη του Βαπτιστή στο πλαίσιο των συγκρούσεων των πολιτικών φατριών και των ποικίλων εθνοτήτων της αρχαίας εβραϊκής επικράτειας. Κι αν ο Ιουλιανός ανεβαίνει στους ουρανούς όταν αγκαλιάζει τον λεπρό, στην «Ηρωδιάδα» ο Ηρώδης αναγκάζεται να δει τον Ιωάννη, τον οποίο λατρεύει κρυφά, να χάνει το κεφάλι του ύστερα από συζυγική παραγγελία.

«Η λογοτεχνία είναι η ικανότητα και η δυνατότητα του να μοιραζόμαστε. Είναι σαν να μπορούμε να φτιάξουμε μια κοινότητα ανθρώπων που δεν υπήρχε πιο πριν», έλεγε ο Ματιάς Ενάρ στο ΑΠΕ-ΜΠΕ με την ευκαιρία παλαιότερης επίσκεψής του στην Ελλάδα και της πρόσφατης τότε μυθιστορηματικής του επιτυχίας «Η πυξίδα». Το μυθιστόρημα του Ενάρ «Το ετήσιο συμπόσιο της συντεχνίας των νεκροθαφτών», που έχει μεταφράσει η Σοφία Διονυσοπούλου και κυκλοφορεί από το Στερέωμα, σε μια πολύ φροντισμένη έκδοση, αποδεικνύει περίτρανα τη μαγική δύναμη της μυθιστορηματικής τέχνης να δημιουργεί κόσμους εκ του μηδενός και πρωτόγνωρες ανθρώπινες κοινότητες. Ο Ενάρ μιλάει στο βιβλίο του για το ταξίδι ενός νεαρού εθνολόγου, του Νταβίντ Μαζόν, από το Παρίσι σε ένα μικρό χωριό της κεντροδυτικής Γαλλίας, όπου θα ανακαλύψει τα πάντα από την αρχή, και όπου θα στηθεί ένα σωστό πανηγύρι: πανηγύρι του χιούμορ και της ευφρόσυνης διάθεσης, γιορτή της χαράς και των αισθήσεων, αλλά και τελετή θριάμβου της φύσης, του τραγουδιού και του στίχου. Ο Ενάρ μπορεί να μη γράφει ποίηση, το μυθιστόρημά του, όμως, είναι γεμάτο με τραγούδια και στίχους ενώ η λυτρωτική του έξοδος συνοδεύεται από το τραγούδι του Ανρί Σαλβαντόρ «Συρακούσες».

O Αντόνιο Σκάρμετα γεννήθηκε το 1940, έρχεται από τη Χιλή και είναι ένας από τους πιο συζητημένους συγγραφείς της Λατινικής Αμερικής. Με το μυθιστόρημα «Ο ταχυδρόμος του Νερούδα», που κυκλοφορεί σε μετάφραση Αγγελικής Βασιλάκου από τις εκδόσεις Κλειδάριθμος, έγινε γνωστός διεθνώς από την ταινία «Il Postino» του Βρετανού σκηνοθέτη Μάικλ Ράντφορντ, με τον Φιλίπ Νουαρέ και τον Μάσιμο Τροϊζι στους πρωταγωνιστικούς ρόλους. Στο πολυμεταφρασμένο μυθιστόρημα του Σκάρμετα η ιστορία έχει να κάνει, όπως και στην ταινία, με τη φιλία ανάμεσα στον δεκαεπτάχρονο ψαρά Μάριο Χιμένες, ο οποίος έχει γίνει στο μεταξύ ταχυδρόμος, και στον διάσημο ποιητή της Χιλής Πάμπλο Νερούδα. Οι δυο τους συναντιούνται το 1969 στο νησί Ίσλα Νέγρα, όπου ζει ο ποιητής και όπου ο νεαρός ταχυδρόμος θα αρχίσει να του παραδίδει επί καθημερινής βάσεως, την αλληλογραφία του. Ο Νερούδα είναι ο μοναδικός αποδέκτης αλληλογραφίας στην Ίσλα Νέρα, ο Μάριο τον θαυμάζει απεριόριστα, παρά το γεγονός πως όντας αγράμματος δεν μπορεί να έχει την παραμικρή σχέση με την ποίηση, και η φιλία τους αρχίζει να παίρνει σάρκα και οστά εξαιτίας του έρωτα του ταχυδρόμου με την κατά έναν χρόνο μικρότερή του Μπεατρίς Γκονζάλες. Ο ποιητής μυεί τον νεαρό στη μεταφορική λειτουργία της ποιητικής γλώσσας, η Μπεατρίς τον ερωτεύεται επειδή τη γοητεύει ο τρόπος με τον οποίο έχει μάθει να εκφράζει την αγάπη της και η ώρα που θα ξεκινήσει να γράφει και ο ταχυδρόμος ποιήματα δεν είναι μακριά.

Ο Ογούζ Ατάι (1934-1977) γεννήθηκε στην πόλη Ινέμπολου (Ινέπολη), στον Πόντο. Οι «Αποσυνάγωγοι» αποτελούν το κορυφαίο έργο του, που κυκλοφορεί σε μετάφραση Νίκης Σταυρίδη από τον Gutenberg (μετάφραση του ένθετου πολύστιχου ποιήματος από τον Δημήτρη Μαύρο). Οι «Αποσυνάγωγοι» τυπώθηκαν στην Τουρκία κατά την αρχόμενη δεκαετία του 1970, αλλά παρακίνησαν το ενδιαφέρον μόνο περί τα μέσα της επόμενης δεκαετίας, οπότε και έγιναν μπεστ σέλερ, ενώ άρχισαν να μεταφράζονται πολύ αργότερα, προ δέκα μόλις ετών, πρώτα στα ολλανδικά και κατόπιν στα ισπανικά και στα αγγλικά, με το κόστος αγοράς της αγγλόφωνης μετάφρασης να παραμένει σε δυσθεώρητα ύψη αφού δεν έχει κυκλοφορήσει μέχρι και σήμερα σε έκδοση εμπορικού βρετανικού οίκου. Ποιοι ακριβώς, όμως, είναι οι αποσυνάγωγοι στο μυθιστόρημα του Ατάι και ποια είναι η συναγωγή από την οποία έχουν απομακρυνθεί ή και αποπεμφθεί; Γράφοντας πριν από πενήντα χρόνια, όταν η Τουρκία βρισκόταν υπό τον αστερισμό της Δύσης με πολύ εμφανέστερο τρόπο από όσο το κάνει στις ημέρες μας, ο Ατάι είχε προ οφθαλμών τον σχεδόν βίαιο εκσυγχρονισμό μιας κοινωνίας η οποία έβγαινε από την καρδιά της ανατολικής (οθωμανικής, αραβικής και περσικής) παράδοσης, τείνοντας ευήκοον ους σε μια κουλτούρα που ήταν και δεν ήταν δική της. Με αυτή την έννοια οι «Αποσυνάγωγοι» βουτούν βαθιά όχι μόνο στην ιστορία της τουρκικής γλώσσας και του τουρκικού πολιτισμού, αλλά και στις ρίζες από τις οποίες προσπάθησαν να αποκοπούν κατά τον 20ο αιώνα οι Νεότουρκοι και ο Κεμάλ: από την αραβική γραφή, καθώς και από τις επιδράσεις της Περσίας.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ