Η συζήτηση που άνοιξε μετά τις δηλώσεις του Ντόναλντ Τραμπ για τον Βλαντιμίρ Πούτιν και την υποτιθέμενη τήρηση μιας εβδομαδιαίας παύσης βομβαρδισμών στην Ουκρανία δεν αφορά απλώς μια διαφωνία για ημερομηνίες. Δεν αφορά ούτε μια τεχνική παρεξήγηση για το πότε ξεκίνησε και πότε έληξε μια άτυπη συμφωνία. Στην πραγματικότητα αφορά κάτι πολύ βαθύτερο και πιο ανησυχητικό. Αφορά τον τρόπο με τον οποίο ο πόλεμος μετατρέπεται σε αφήγημα και όχι σε ωμή πραγματικότητα. Αφορά το πώς η πολιτική γλώσσα μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να αμβλύνει τη βία, να τη σχετικοποιήσει και τελικά να τη νομιμοποιήσει.

Όταν ο Τραμπ δηλώνει δημόσια ότι ο Πούτιν τήρησε τον λόγο του και δεν βομβάρδισε για μία εβδομάδα την Ουκρανία, επιλέγει συνειδητά να αποσπάσει την προσοχή από την ουσία. Δεν μιλά για τις μαζικές πυραυλικές επιθέσεις που είχαν προηγηθεί. Δεν μιλά για τις καταστροφές, τους νεκρούς, τους τραυματίες, τις πόλεις που ζουν υπό μόνιμο φόβο. Αντίθετα, εστιάζει σε μια χρονική λεπτομέρεια, παρουσιάζοντάς την σχεδόν ως απόδειξη αξιοπιστίας. Σαν ο πόλεμος να μπορεί να μπει σε παύση, να επανεκκινήσει και όλα αυτά να κρίνονται με όρους τήρησης ενός άτυπου ραντεβού.

Η φράση του ότι η συμφωνία ήταν από Κυριακή μέχρι Κυριακή και ότι μετά ο Πούτιν χτύπησε σκληρά είναι αποκαλυπτική. Δεν προσφέρει καμία ουσιαστική εξήγηση. Αντιθέτως, λειτουργεί ως μηχανισμός εξωραϊσμού. Η βία παρουσιάζεται ως κάτι αποδεκτό, εφόσον συμβαίνει εκτός του χρονικού πλαισίου που ο ίδιος ο Τραμπ επιλέγει να αναγνωρίσει. Έτσι ο πόλεμος παύει να είναι απόλυτο κακό και μετατρέπεται σε ζήτημα ερμηνείας. Δεν έχει σημασία τι έγινε, αλλά πότε έγινε και πώς περιγράφεται.

Από αναλυτική σκοπιά, αυτή η λογική είναι εξαιρετικά επικίνδυνη. Δεν υπήρξε ποτέ επίσημη εκεχειρία με σαφείς όρους, υπογραφές και μηχανισμούς ελέγχου. Ο ίδιος ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι έχει τονίσει ότι δεν υπήρχε καμία δεσμευτική συμφωνία, αλλά απλώς μια θετική ανταπόκριση στην αμερικανική πρόταση για περιορισμό επιθέσεων σε ενεργειακές υποδομές. Αυτό σημαίνει ότι δεν υπήρχε ούτε νομικό ούτε πολιτικό πλαίσιο που να επιτρέπει σε οποιονδήποτε να μιλά για τήρηση υπόσχεσης. Όταν λοιπόν ο Τραμπ επιμένει σε αυτό το αφήγημα, δεν περιγράφει την πραγματικότητα. Τη διαμορφώνει.

Η εμμονή του στη λεπτομέρεια του χρόνου δείχνει και κάτι ακόμη. Μια συνειδητή προσπάθεια να μετατραπεί ο πόλεμος σε τεχνικό ζήτημα. Κυριακή, Παρασκευή, μία εβδομάδα, λίγες ημέρες διαφορά. Όλα αυτά λειτουργούν σαν καπνός που καλύπτει το ουσιώδες. Γιατί στην πραγματική ζωή του πολέμου δεν υπάρχουν καθαρές γραμμές. Οι πύραυλοι δεν ρωτούν το ημερολόγιο. Οι άμαχοι δεν μετρούν τον τρόμο σε εβδομάδες αλλά σε νύχτες.

Ακόμη πιο προβληματική είναι η αναφορά του Τραμπ στις πολικές θερμοκρασίες και στο κρύο. Με αυτόν τον τρόπο εισάγει έναν σχεδόν φυσικό παράγοντα για να εξηγήσει την παύση των επιθέσεων. Σαν να σταμάτησε ο πόλεμος επειδή το επέβαλαν οι καιρικές συνθήκες και όχι επειδή υπήρξε πολιτική πίεση. Έτσι η ευθύνη μετατοπίζεται. Ο επιτιθέμενος δεν παρουσιάζεται ως υπεύθυνος για τις επιλογές του αλλά ως παίκτης που απλώς προσαρμόζεται στις συνθήκες. Αυτός ο τρόπος σκέψης υπονομεύει την ίδια την έννοια της λογοδοσίας.

Στον αντίποδα, οι δηλώσεις του Ζελένσκι είναι ωμές και άβολες. Μιλά για βαλλιστικούς πυραύλους, για επιθέσεις ρεκόρ, για την ανάγκη νέων κυρώσεων. Δεν μιλά με όρους εντύπωσης αλλά με όρους επιβίωσης. Η διαφορά ανάμεσα στις δύο αφηγήσεις δεν είναι απλώς πολιτική. Είναι βαθιά αξιακή. Από τη μία έχουμε μια προσέγγιση που βλέπει τον πόλεμο ως επικοινωνιακό εργαλείο. Από την άλλη μια προσέγγιση που τον βιώνει ως καθημερινή απειλή.

Ως ειδικός στην πολιτική επικοινωνία, αυτό που ξεχωρίζει είναι η κανονικοποίηση της σχετικοποίησης. Όταν ένας ισχυρός πολιτικός παράγοντας όπως ο Τραμπ επιλέγει να μιλήσει έτσι, στέλνει μήνυμα πέρα από την Ουκρανία. Στέλνει μήνυμα σε κάθε αυταρχικό ηγέτη ότι η βία μπορεί να γίνει ανεκτή, αρκεί να παρουσιαστεί σωστά. Ότι δεν έχει τόση σημασία τι κάνεις, όσο το πώς το αφηγείσαι.

Αυτό είναι ίσως το πιο επικίνδυνο στοιχείο σε όλη αυτή την υπόθεση. Η μετατροπή του πολέμου σε επικοινωνιακό προϊόν. Οι εκεχειρίες δεν παρουσιάζονται ως βήματα προς την ειρήνη, αλλά ως εργαλεία διαχείρισης της εικόνας. Και όταν ο δημόσιος λόγος αρχίζει να μετρά τον πόλεμο με λέξεις αντί με ζωές, τότε η πολιτική έχει ήδη χάσει τον ηθικό της πυρήνα. Σε έναν τέτοιο κόσμο, η βία δεν σταματά. Απλώς βαφτίζεται αλλιώς.

Ακολουθήστε το OLAFAQ στο Facebook,Bluesky και Instagram