Κάποτε η κλιματική πολιτική είχε ένα καθαρό αφήγημα. Επιστήμη, στόχοι, διεθνείς συμφωνίες, χρονοδιαγράμματα. Μια γραμμική ιστορία προόδου, όπου ο κόσμος έστω αργά και με αντιστάσεις, θα έπαιρνε τη στροφή προς την απανθρακοποίηση. Το 2025 ήταν η χρονιά που αυτή η ιστορία έσπασε. Όχι γιατί η κλιματική κρίση υποχώρησε, γιατί κατέρρευσε η ιδέα ότι υπάρχει ένα ενιαίο σχέδιο για να τη διαχειριστούμε.
Ο πλανήτης μπήκε στο 2025 με θερμοκρασίες κοντά σε ιστορικά ρεκόρ, κύματα καύσωνα που δεν άφηναν περιθώριο προσαρμογής, πλημμύρες που ξεπερνούσαν κάθε προηγούμενο μοντέλο πρόβλεψης. Η επιστήμη είχε προειδοποιήσει. Εκεί που αιφνιδιάστηκαν όλοι ήταν στο πολιτικό πεδίο. Στη διάσκεψη COP30 στην καρδιά του Αμαζονίου η παγκόσμια κοινότητα κλήθηκε να δώσει απαντήσεις κι απέφυγε να πει ακόμα και τα βασικά.
Η συζήτηση για τη σταδιακή κατάργηση των ορυκτών καυσίμων ήταν θεωρητικά αυτονόητη. Πρακτικά, αποδείχθηκε αδύνατη. Οι χώρες που βασίζουν την οικονομία τους στο πετρέλαιο και το φυσικό αέριο μπλόκαραν οποιαδήποτε σαφή αναφορά. Το τελικό κείμενο της COP30 ήταν προσεκτικά ουδέτερο. Όταν δεν μπορείς να ονομάσεις το πρόβλημα, δεν μπορείς και να το λύσεις. Εκεί φάνηκε ξεκάθαρα ότι η παραδοσιακή κλιματική ατζέντα, όπως τη γνωρίζαμε, είχε χάσει τη συνοχή της.
Η εικόνα επιδεινώθηκε από τις πολιτικές εξελίξεις στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στην εξουσία λειτούργησε σαν επιταχυντής αποδόμησης. Παγώματα σε αιολικά έργα, περικοπές σε επιδοτήσεις καθαρών τεχνολογιών, αμφισβήτηση της ίδιας της κλιματικής επιστήμης από κρατικούς θεσμούς. Μία στρατηγική υπονόμευσης. Η Αμερική έκανε σαφές ότι θα κινηθεί με βάση το εσωτερικό της συμφέρον κι όχι με βάση μια συλλογική στρατηγική.
Παρά αυτή την οπισθοχώρηση, η κλιματική δράση δεν σταμάτησε, απλώς άλλαξε χαρακτήρα. Έγινε αποσπασματική, πραγματιστική, συχνά κυνική. Οι αγορές άρχισαν να παίζουν τον ρόλο που κάποτε είχαν οι διεθνείς συμφωνίες. Οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας προχωρούν εκεί που είναι φθηνότερες. Η αποθήκευση ενέργειας αναπτύσσεται εκεί που συμφέρει. Η απανθρακοποίηση δεν είναι πια ηθική επιταγή, αλλά επιχειρηματικό μοντέλο και αυτό δημιουργεί έναν παράξενο διχασμό: η μετάβαση συνεχίζεται, αλλά χωρίς κοινό όραμα.
Η Κίνα είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της νέας πραγματικότητας. Δεν μιλά με όρους οικολογικής ευαισθησίας, αλλά με όρους βιομηχανικής υπεροχής. Έχει επενδύσει μαζικά στις καθαρές τεχνολογίες και τις εξάγει σε όλο τον κόσμο. Για πολλές αναπτυσσόμενες χώρες, οι ανανεώσιμες πηγές δεν είναι πια πράσινη επιλογή, αλλά η πιο οικονομική λύση. Έτσι η παγκόσμια μετάβαση προχωρά, αλλά όχι συντονισμένα. Σαν παζλ χωρίς κουτί αναφοράς.
Μέσα σε αυτό το χάος η προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή πέρασε στο προσκήνιο. Όχι ως επιλογή, αλλά ως αναγκαιότητα. Υποδομές που αντέχουν στη ζέστη, πόλεις που διαχειρίζονται το νερό, συστήματα υγείας που προετοιμάζονται για ακραία φαινόμενα. Για χρόνια η προσαρμογή θεωρούνταν σχεδόν παραχώρηση, σαν να αποδεχόμαστε την αποτυχία να μειώσουμε τις εκπομπές. Το 2025 ξεκαθάρισε ότι χωρίς προσαρμογή, η κρίση γίνεται άμεσα καταστροφική. Ταυτόχρονα όμως έγινε σαφές και κάτι άλλο: όσο χειροτερεύουν τα σενάρια, τόσο λιγότερο αποτελεσματική γίνεται η προσαρμογή.
Η παραδοσιακή κλιματική ατζέντα βασιζόταν στην ιδέα της παγκόσμιας συναίνεσης. Σήμερα αυτή η συναίνεση δεν υπάρχει. Υπάρχουν μόνο εθνικές στρατηγικές, εταιρικά συμφέροντα και κοινωνίες που προσπαθούν να αντέξουν. Αυτό δε σημαίνει ότι η μάχη χάθηκε, άλλαξε όμως πεδίο. Από τα συνεδριακά κέντρα πέρασε στις οικονομικές αποφάσεις, στις τοπικές αντοχές, στις καθημερινές υποδομές..
*Mε στοιχεία από το ΤΙΜΕ
➪ Ακολουθήστε το OLAFAQ στο Facebook, Bluesky και Instagram.





