Ο Μάνος Καρατζογιάννης διαθέτει μία βαθιά ζεστασιά στο βλέμμα του που σε κερδίζει από το πρώτο λεπτό. Η ζέση με την οποία μιλάει για το θέατρο και τους μαθητές του, μαρτυρά το πάθος του γι’ αυτό που έχει επιλέξει να κάνει από τότε που θυμάται τον εαυτό του. Ναι, ανέκαθεν ήξερε ότι θα ακολουθούσε αυτόν το δρόμο και η επαγγελματική του πορεία φανερώνει την εργατικότητα, τη συνεχής διερεύνηση και την εις βάθος μελέτη του πεδίου του θεάτρου. Μάλιστα, προσεχώς θα ολοκληρώσει τη διδακτορική του διατριβή στο Πανεπιστημίου του Hull µε θέμα τη δραματουργία της Λούλας Αναγνωστάκη και τίτλο: “Η πνευματική παρακαταθήκη της Λούλας Αναγνωστάκη”.

Τα τελευταία χρόνια έχει αναλάβει τον ρόλο του καλλιτεχνικού διευθυντή στο Θέατρο Σταθμός, ενώ αυτή την περίοδο πρωταγωνιστεί στην παράσταση “Το Γάλα” του Βασίλη Κατσικονούρη, στον “Ταρτούφο” του Μολιέρου -για 3 παραστάσεις ακόμα- και επίσης σκηνοθετεί την παράσταση “Bella Figura” της Γιασμίνα Ρεζά. Εμείς συναντηθήκαμε με τον ηθοποιό και σκηνοθέτη κάπου στο κέντρο της Αθήνας και μιλήσαμε για το θέατρο, για τους ανθρώπους-σταθμούς της ζωής του και την επιθυμία του να γίνει πατέρας.

– Μπορείς να ανακαλέσεις ποια ήταν η πρώτη παράσταση που είδες ή αν υπάρχει κάποιο συμβάν που σε οδήγησε να πεις «θέλω να ασχοληθώ με το θέατρο»;
Είμαι από αυτούς τους ανθρώπους που ήξεραν από μικροί ότι θέλουν να ασχοληθούν με το θέατρο. Θυμάμαι την πρώτη παράσταση που είδα, ήταν τα “Στρουμφάκια”. Μόλις βγήκε ο Δρακουμέλ, έβαλα τα κλάματα και με άκουσε όλο το θέατρο. Τόσο πολύ με είχε επηρεάσει ο ηθοποιός και ο ρόλος που υποδυόταν. Ο πατέρας μου με πήγαινε σε πολλές παραστάσεις και έχω δει πολλούς από τους μεγάλους ηθοποιούς όπως τη Ρένα Βλαχοπούλου, τον Θανάση Βέγγο, τον Ντίνο Ηλιόπουλο κ.α. Θυμάμαι ότι πάντα με γοήτευε το θέατρο. Βέβαια, στις πρώτες τάξεις του Λυκείου δεν ήθελα να ακολουθήσω κάτι άλλο…

– Τι ήθελες να ακολουθήσεις δηλαδή;
Σκεφτόμουν τη δημοσιογραφία. Μάλλον, είχα επηρεαστεί από την αδερφή που ασχολιόταν τότε με τη δημοσιογραφία για πολύ λίγο. Τώρα είναι καθηγήτρια σε πανεπιστήμιο του εξωτερικού με αντικείμενο τις Διεθνείς Σχέσεις. Αυτό δεν κράτησε πολύ, μόνο λίγους μήνες. Μετά το σχολείο πέρασα κατευθείαν στη Δραματική Σχολή, ακολουθώντας αυτό που ανέκαθεν ήθελα να κάνω.

Μάνος Καρατζογιάννης
Φωτ.: Γιάννης Παπαϊωάννου / Olafaq

– Το Θέατρο Σταθμός πώς μπήκε στη ζωή σου;
Το Θέατρο Σταθμός μπήκε τελείως τυχαία στη ζωή μου. Εμένα μου αρέσει πολύ η ελευθερία και όταν εμπλέκεσαι με έναν χώρο χάνεις λίγο από αυτή. Για μένα ισχύει αυτό που είχε ο Όσκαρ Ουάιλντ στη “Ψυχή του Ανθρώπου στον Σοσιαλισμό” ότι «η ατομική ιδιοκτησία μπαίνει εμπόδιο στην ατομικότητα κάθε στιγμή» και είναι κάτι που ποτέ δεν το ήθελα. Είχα περάσει από όλα τα θέατρα ως ηθοποιός: στα επιχορηγούμενα, στα εμπορικά, στο Τέχνης, στο Εθνικό και από το Φεστιβάλ. Λίγο μετά την κρίση, με τον θάνατο του πατέρα μου άρχισα να αναλαμβάνω την ευθύνη του εαυτού μου γενικά και οικονομικά. Έτυχε να σκηνοθετώ λόγω του διδακτορικού μου, πήγαιναν καλά τα πράγματα, υπήρξε και μία μεγάλη εμπορική επιτυχία, αλλά δε πληρωνόμουν. Περνούσαν οι μήνες κι εγώ κυνηγούσα τα λεφτά μου. Επίσης, μου έχουν ζητήσει να πηγαίνω για πρόβα στις 11 ή στις 12 το βράδυ. Αυτές οι συνθήκες δε μου άρεσαν. Το Θέατρο Σταθμός προέκυψε από τον Βασίλη Κατσικονούρη, όταν μου ζήτησε να σκηνοθετήσω ένα έργο του, το “Καγκουρό”. Όμως πριν λίγους μήνες το είχε ανεβάσει και ο Δημήτρης Μυλωνάς στο Εθνικό Θέατρο και του είπα ότι είναι λίγο αντιδεοντολογικό να σκηνοθετήσω το ίδιο έργο σε τόσο σύντομο διάστημα μετά από έναν συνάδελφο. Επίσης, τα δύο θέατρα απέχουν μόλις λίγα μέτρα μεταξύ τους. Του πρότεινα, λοιπόν, να κάνει το έργο κι αν χρειαζόταν κάποια βοήθεια, εγώ θα πήγαινα. Τελικά, έτσι έγινε, με κάλεσε και επειδή το είχα υποσχεθεί, πήγα στο Θέατρο Σταθμός ως βοηθός σκηνοθέτη. Εκεί ο Νίκος Μάκκας, που είχε τότε την ευθύνη του χώρου, εκτίμησε τη δουλειά μου και μου ζήτησε να σκηνοθετήσω κάτι που ήθελα. Τότε, ήδη, είχα σκηνοθετήσει κάποια έργα και είπα ότι για να το κάνω πρέπει να αλλάξει φυσιογνωμία όλο το θέατρο και επίσης ότι θα αναλάμβανα όλο το καλλιτεχνικό κομμάτι. Έτσι με εμπιστεύτηκε και τη πρώτη χρονιά δημιουργήσαμε ένα πολύ δυνατό πρόγραμμα. Όμως, επειδή, ο Νίκος είχε κι άλλη δουλειά, έπρεπε να μπει και κάποιος άλλος επιχειρηματικά. Κάπως έτσι μπήκα εγώ. Έγινε τυχαία όλο αυτό.

– Ο πατέρας ήταν ένας άνθρωπος-σταθμός κι όπως καταλαβαίνω πρέπει να του είχες αδυναμία. Πώς σε διαμόρφωσε;
Ναι, του είχα πολύ αδυναμία και του έχω ακόμα, γιατί πιστεύω ότι οι σχέσεις δε σταματάνε, ακόμα κι όταν οι άνθρωποι φεύγουν από τη ζωή. Καταρχάς ήταν ένας άνθρωπος καλός, γενναιόδωρος, με προσωπικότητα, με χιούμορ, εργατικός κι επαγγελματίας. Θεωρώ ότι έχω κληρονομήσει από αυτόν αρκετές αρετές σε σχέση με τη κοινωνική συναναστροφή και με τη σχέση ευθύνης που έχω ως πολίτης. Δυστυχώς, δεν πρόλαβε να δει την εξέλιξή μου στο θέατρο, αλλά τον σκέφτομαι κάθε μέρα και νιώθω ότι με έναν τρόπο είναι κοντά μου.

– Πόσο δύσκολο ήταν να πάρεις την ευθύνη του εαυτού σου; Τι σημαίνει να παίρνω «την ευθύνη του εαυτού μου»;
Για εμένα σημαίνει δύο πράγματα: να γνωρίζω ότι η επιλογή μου έχει ένα αντίτιμο και ένα τίμημα και αφού το γνωρίζω να καλούμαι να το πληρώσω. Το επόμενο είναι η οικονομική ευθύνη, γιατί πρέπει να σταματήσεις να ζητάς χρήματα από τους άλλους και να αναλάβεις τις δικές σου υποχρεώσεις, αλλά και του θεάτρου. Δε μπορεί να λειτουργήσει ομαλά ένας χώρος εργασίας, αν δεν αισθάνονται εμπιστοσύνη και ασφάλεια οι άνθρωποι που εργάζονται εκεί.

Μάνος Καρατζογιάννης
Φωτ.: Γιάννης ΠαπαΪωάννου / Olafaq

– Το προσεχές διάστημα τελειώσεις το διδακτορικό σου µε θέμα τη δραματουργία της Λούλας Αναγνωστάκη, ποια είναι η σχέση σου το έργο της, αλλά και την ίδια;
Είναι μία σχέση σα να βρέθηκε στο δρόμο μου και να είναι ο ίδιος ο δρόμος μου η Λούλα Αναγνωστάκη. Είχα δώσει εξετάσεις με δικό της έργο, την “Παρέλαση” και θυμάμαι ότι στη σχολή υπήρχε ένας μύθος γύρω από εκείνη. Δε θα ξεχάσω τη στιγμή που τη γνώρισα. Είχε έρθει με τα μαύρα της γυαλιά στην παράσταση, ήταν τόσο ζεστή και μου είχε πει ότι δεν ήθελε να γίνει θεατρική συγγραφέας, αλλά να γράφει σενάρια για ταινίες. Μου έκανε εντύπωση πώς ένας άνθρωπος τόσο καταξιωμένος σε ανδροκρατούμενο κόσμο το ‘65, να επικοινωνήσει για πρώτη φορά μαζί μου μέσα από μία ματαίωση δική της. Αυτό με γοήτευσε πάρα πολύ. Στην “Κασέτα”, έπαιζα με τη δασκάλα μου, τη Μαρίκα Τζιραλίδου, η οποία κάποια στιγμή αρρώστησε, μπήκε στο νοσοκομείο και ήρθαμε κοντά με την Αναγνωστάκη μέσα από αυτό. Βρισκόμασταν συχνά στην αρχή και σε καθημερινή βάση στη συνέχεια. Μετά στο θέατρο έπαιξα τον “Ήχο του Όπλου”, σκηνοθέτησα το “Σε εσάς που με ακούτε”, τις “Ενέδρες της ζωής” και μετά τον θάνατό της σκηνοθέτησα τον “Ουρανό Κατακόκκινο”. Επίσης, είχα κάνει την αναδρομική έκθεση “Δωμάτια μνήμης. Περιπλάνηση στον κόσμο της Λούλας Αναγνωστάκη” μαζί με την Δήμητρα Κονδυλάκη και τον Γρηγόρη Ιωαννίδη, έγραψα ένα βιβλίο για εκείνη που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Σοκόλη και μέσα στους επόμενους μήνες παραδίδω και το διδακτορικό μου. Η Αναγνωστάκη με διαμόρφωσε αξιακά και ιδεολογικά. Με έναν τρόπο ήταν μία προέκταση του πατέρα μου. Θυμάμαι ότι όταν χτυπούσαν κάποιον, εκείνη έλεγε ότι «τώρα δεν πρέπει να τον χτυπάμε, γιατί τον χτυπάνε οι άλλοι». Αυτό για εμένα είναι βασικό γνώρισμα της Αριστεράς, όπως τη γνώρισα μέσα από την Αναγνωστάκη, γιατί οι συνθήκες άλλαζαν όταν βγήκα εγώ στην κοινωνία. Ο τρόπος που καταγράφει την ετερότητα σε όλο της το έργο ως βασική προϋπόθεση της δημοκρατίας. Επίσης, στον “Ήχο του Όπλου” καταγράφει την οικογένεια με έναν ιδιαίτερο για την εποχή τρόπο. Είχε την τόλμη να πει αλήθειες στο συλλογικό επίπεδο και μία ευαισθησία να συνθέσει σε ατομικό επίπεδο πολύ ιδιαίτερες ψυχοσυνθέσεις, ειδικά των γυναικών και των νέων. Αυτός είναι ο λόγος που διδάσκω πολύ Λούλα Αναγνωστάκη. Δεν υπάρχουν άλλα έργα που να μιλούν τόσο προφητικά για τις μέρες μας. Έγραψε λίγο πριν τους Ολυμπιακούς Αγώνες ότι θα αλλάξει τοπίο στην Ευρώπη και ότι ο φτωχός θα γίνει φτωχότερος. Ήταν ένας προφήτης των γραμμάτων και των τεχνών. Ένα πολύ ξεχωριστό πρόσωπο.

– Το “Bella Figura” ανέβηκε για πρώτη φορά στην Ελλάδα από το Θέατρο Σταθμός. Τι σε οδήγησε να επιλέξεις αυτό το έργο της Γιασμίνα Ρεζά;
Στο Θέατρο Σταθμός έχουμε επικεντρωθεί κυρίως σε νέα ελληνικά και σύγχρονα έργα. Έχουμε παρουσιάσει έργα του Κατσικονούρη, του Τσίρου,και κλασικά έργα όπως του Ποντίκα, της Αναγνωστάκη, του Καμπανέλλη, καθώς και έργα ξένων συγγραφέων που ανεβαίνουν για πρώτη φορά στην Ελλάδα που μεταξύ αυτών είναι και της Γιασμίνα Ρεζά. Πρόκειται για μία πολύ σημαντική και πολυβραβευμένη συγγραφέα της γαλλικής δραματουργίας. Το έργο είναι σε μετάφραση του Γιώργου Αρχιμανδρίτη και όταν το είχε πρωτοανεβάσει ο Τόμας Οστερμάγιερ, με γοήτευσε αμέσως. Είναι ένα έργο με σκηνικές δυσκολίες -ανεβαίνουν στη σκηνή αυτοκίνητα, ενυδρεία- και είναι δουλεμένο με λεπτομέρεια, γιατί εκεί βασίζεται η δραματουργία της, στις ανεπαίσθητες χαραμάδες της καθημερινότητας, αλλά και στην εκφορά του λόγου. Υπάρχει μία λεπτή ειρωνεία και ταυτόχρονα καταφέρνει να ισορροπεί ανάμεσα στο κωμικό και στο τραγικό. Αυτό σε ένα έργο συνόλου 5 ηθοποιών είναι δύσκολο, αλλά όμως παραμένει γοητευτικό.

– Το έργο με τι συνδιαλέγεται;
Μιλάει με πολύ χιούμορ και ποίηση για τη ματαιότητα και τη ματαιοδοξία της σύγχρονης ζωής. Μέσα από ένα τρελό ρυθμό, με ρωγμές σιωπής, με αμήχανες διστακτικότητες, όπως τις χαρακτηρίζει η ίδια, μιλάει γι’ αυτόν τον παγκοσμιοποιημένο ρυθμό που ζούμε στις μέρες μας, για τα πράγμα που φεύγουν και τα όνειρα που λέγονται και δεν γίνονται.

Μάνος Καρατζογιάννης
Φωτ.: Γιάννης ΠαπαΪωάννου / Olafaq

– Εσένα η ματαιοδοξία σου έχει χτυπήσει την πόρτα;
Δε νομίζω ότι υπάρχει άνθρωπος που δεν έχει φλερτάρει ή δεν έχει βιώσει στιγμές ματαιότητας και ματαιοδοξίας. Είχα την ατυχία ή την τύχη να έρθουν δυσκολίες στη ζωή μου, οπότε δεν είχα το περιθώριο να “ψωνιστώ”, ειδικά όταν πρέπει να βγάλεις πέρα μόνος σου. Λίγο πριν μπω στη σχολή, βέβαια, νόμιζα ότι θα αλλάξω τον κόσμο. Ήταν τέτοιο το πάθος μου που νόμιζα ότι θα κατακτήσω τον κόσμο, όχι ως καλλιτέχνης, αλλά μέσα από μία διάθεση επικοινωνίας και ονείρου.

– Ποιες αλλαγές ονειρευόσουν τότε;
Ήμουν ένα παιδί που είχα μαζέψει 50 αδέσποτα από το δρόμο και τα πήγαινα στο σπίτι. Αν συνέβαινε κάτι σε κάποιον ηλικιωμένο επίσης στο δρόμο, με επηρέαζε πολύ. Δε καταλάβαινα πώς μπορούν κάποιοι να αφήνουν χτυπημένο κάποιο ζώο ή να έχει κάποιος άνθρωπος ανάγκη και να μην τον βοηθάνε. Όταν ήμουν στον παιδικό σταθμό, είχαν πει στη μητέρα μου, ότι μοίραζα καραμέλες και την ρώτησαν που έβρισκα τα λεφτά. Εγώ έπαιρνα όσα ψιλά έβρισκα στο σπίτι, αγόραζα σοκολάτες και καραμέλες και στη συνέχεια τις μοίραζα στα υπόλοιπα παιδιά. Όταν το έμαθε η μάνα μου, με ρώτησε «ξέρεις ότι αυτό είναι κλοπή;» και της είπα «μαμά δεν είναι κλοπή, γιατί από τα σπίτι μας τα παίρνω», ήθελα πολύ να υπάρχει κοινωνική δικαιοσύνη. Με τα χρόνια κατάλαβα ότι αυτό δεν είναι εφικτό. Δε παύω να ελπίζω ότι θα αλλάξει κάτι και να συγκεντρώνω όσες δυνάμεις γι’ αυτό που ο ίδιος θεωρώ σωστό και καλό.

– Το έργο μιλάει, επίσης, και για την κοινωνική υποκρισία. Εσύ τι θεωρείς υποκριτικό στην κοινωνία μας;
Νομίζω ότι το κυριότερο, εκεί που συμπυκνώνονται όλα, είναι αυτό το υποτιθέμενο ενδιαφέρον για τον άνθρωπο και για το νέο. Για να είμαστε ειλικρινείς η ίδια η εποχή έχει χάσει τα ανθρωπιστικά αντανακλαστικά της και φοβάμαι ότι χάνει και το παιχνίδι της παιδείας. Η πολιτεία και μπορεί και οφείλει να εστιάσει στην εκπαίδευση και την παιδεία της νέας γενιάς.

Μάνος Καρατζογιάννης
Φωτ.: Γιάννης Παπαϊωάννου / Olafaq

– Τι συμβουλεύεις τους μαθητές σου;
Θα ήθελα τρία πράγματα. Το πρώτο είναι να αγαπιούνται μεταξύ τους, γιατί δεν μπορείς να κάνεις τέχνη αν δεν έχεις αγάπη μέσα σου. Επίσης, αν δε δώσεις αγάπη, δεν θα πάρεις αγάπη. Πρέπει να αγαπήσεις, να ανοίξεις, να μοιραστείς με τους συναδέλφους σου, να μπορείς να ακούς τον σκηνοθέτη σου και να κάνεις την οδηγία προσωπική, να τη φιλτράρεις δηλαδή μέσα από τη προσωπικότητά σου. Το δεύτερο είναι να αποκτήσουν καλλιτεχνικές αναφορές. Πριν λίγες μέρες μπήκα και στις τρεις τάξεις και τους ρώτησα αν ξέρουν τον Φελίνι, τον Κακογιάννη, τον Αγγελόπουλο, τον Βούλγαρη, τον Ταρκόφσκι, αλλά δεν ήξεραν κανέναν, γιατί είναι η εποχή της πλατφόρμας. Τους είπα, λοιπόν, να δουν κάποιες από αυτές τις ταινίες μέσα στα Χριστούγεννα και να τις συζητήσουμε μετά τις γιορτές. Δε γίνεται οι νέοι να μην έχουν τέτοιες καλλιτεχνικές αναφορές. Το πιο μεγάλο στοίχημα στους νέους είναι η συγκέντρωση και η αισθηματικότητα, δηλαδή να μυρίζουν, να ακούν, να βλέπουν, να χαϊδεύουν, γιατί όλο αυτό σκρολάρισμα δημιουργεί μία αποσματικοτητα στη σκέψη, μία διάσπαση στην προσοχή και μία αποξένωση στο συναίσθημα. Όμως, το θέατρο θέλει ζεστασιά, δε γίνεται χωρίς αυτή να αγγίξεις την ψυχή του άλλου.

– Υπάρχει κάποια βαθιά ανάγκη που σου έχει γεννηθεί τελευταία;
Σκέφτομαι πολύ τελευταία ότι θα ήθελα να κάνω ένα παιδί. Βλέποντας και τον βαφτισιμιό μου, τον ανιψιό μου και τα παιδιά των συναδέλφων, είναι κάτι που το σκέφτομαι τελευταία πολύ συχνά.

– Μετανιώνεις για κάτι;
Έχω μετανιώσει που με κάποιους ανθρώπους ήμουν ευγενής και ανοιχτός, ενώ έβλεπα δε θα το σεβαστούν και θα πατήσουν πάνω σε αυτό. Από την άλλη δεν ξέρω αν ωφελεί να αλλάζεις τον εαυτό σου ανάλογα με τους άλλους. Δε νομίζω ότι θα έπρεπε να το κάνουμε αυτό. Ίσως είναι πιο γόνιμο να στεναχωριέμαι όταν συμβαίνει, από το να αλλάζω κάθε φορά πρόσωπο και προσωπείο.

➸ Info παράστασης “Bella Figura”

Μετάφραση: Γιώργος Αρχιμανδρίτης

Σκηνοθεσία: Μάνος Καρατζογιάννης

Μουσική: Τηλέμαχος Μούσας

Σκηνικά: Τέτα Τσαβδαρίδου

Φωτισμοί: Άγγελος Παπαδόπουλος

Φωτογραφίες: Σπύρος Περδίου

Βοηθός σκηνοθέτη: Δάφνη Καμμένου

Βοηθός ενδυματολόγου: Λίλη Ζωγραφάκη

Boηθός σκηνογράφου: Νεκταρία Ηλιάκη

Γραφείο τύπου -Επικοινωνία: Μαρία Τσολάκη

Social Media -Διαφήμιση: Renegade Media / Βασίλης Ζαρκαδούλας

Παραγωγή: ΤΕΧΝΗΧΩΡΟΣ

Παίζουν οι ηθοποιοί: Υβόννη Μαλτέζου, Φαίη Ξυλά, Παναγιώτης Μπουγιούρης,  Ραφίκα Σαουίς και Χρήστος Κοντογεώργης

Θέατρο Σταθμός: Βίκτωρος Ουγκώ 55, Μεταξουργείο10437, Ελλάδα -Τηλ: 2105230267.

Ημέρες και ώρες παραστάσεων:

Τετάρτη 19.00

Πέμπτη 21.00

Σάββατο 21.00

Κυριακή 21.00

• Link Εισιτηρίων: https://www.more.com/theater/bella-figura-tis-giasmina-reza/