Αν και το όνομά του είναι κυρίως συνδεδεμένο με τη Νέα Αγγλία, ο Φροστ γεννήθηκε στο Σαν Φρανσίσκο της Καλιφόρνια στις 26 Μαρτίου του 1874. Μητέρα του ήταν η Ίσαμπελ Μούντι και πατέρας του ο Ουίλιαμ Πρέσκοτ Φροστ, πρώην δάσκαλος που αργότερα έγινε συντάκτης της εφημερίδας San Francisco Daily Evening Post, έχοντας σοβαρό πρόβλημα με τον αλκοολισμό και τον τζόγο. Η ιστορία των θέλει να εφαρμόζει ιδιαίτερα σκληρή πειθαρχία στα παιδιά του.

Ο Φροστ έζησε στην Καλιφόρνια μέχρι τα έντεκά του χρόνια. Μετά το θάνατο του πατέρα του από φυματίωση το 1885, μετακόμισε με τη μητέρα και την αδερφή του στην ανατολική Μασαχουσέτη, κοντά στους προγόνους του πατέρα του. Μεγάλωσε ως παιδί της πόλης και το πρώτο του ποίημα δημοσιεύθηκε στο Lawrence της Μασαχουσέτης. Παρακολούθησε μαθήματα στο Dartmouth College το 1892, για λιγότερο από ένα εξάμηνο. Ασχολήθηκε με διάφορες δουλειές, όπως η διδασκαλία, η διανομή εφημερίδων και η εργασία σε εργοστάσιο. Το 1894 πούλησε το πρώτο του ποίημα, My Butterfly, στην εφημερίδα The Independent για δεκαπέντε δολάρια. Υπερήφανος για το επίτευγμά του, έκανε πρόταση γάμου στην Έλινορ Μίριαμ Γουάιτ.

Κατά την τελετή εγκατάστασης του προέδρου Τζον Φιτζέραλντ Κένεντι στο αξίωμα του, το 1961, ο Φροστ απήγγειλε το The Gift Outright. Μερικά από τα πιο γνωστά ποιήματά του είναι τα Death of the Hired Man, Stopping by Woods on a Snowy Evening, Mending Wall, Nothing Gold Can Stay, Birches, After Apple Picking, The Pasture, Fire and Ice, The Road Not Taken, και Directive. Ο Φροστ τιμήθηκε με το βραβείο Πούλιτζερ τέσσερις φορές.

Από το 1921, και για τα επόμενα 42 χρόνια, ο Φροστ κάθε καλοκαίρι δίδασκε στο Bread Loaf School of English του Κολεγίου Middlebury στο Ρίπτον, του Βερμόντ. Το 1961, ο 86χρονος αλλά θαλερότατος «πρύτανης των Αμερικανών ποιητών», Ρόμπερτ Φροστ, επισκέφτηκε την Αθήνα, δηλώνοντας ότι «ήθελε να γνωρίσει την πατρίδα ενός παλιού του φίλου που τον συντροφεύει στις μοναχικές του σκέψεις: του Σωκράτη».

Πέθανε στη Βοστώνη στις 29 Ιανουαρίου του 1963. 

Το ποίημα του “Nothing Gold Can Stay” περιέχεται τόσο στο βιβλίο The Outsiders της S.E. Hinton, όσο και στην ομώνυμη ταινία, The Outsiders, του Φράνσις Φορντ Κόπολα που γυρίστηκε το 1983.

Τίποτα χρυσό δεν παραμένει

Το πρώτο πράσινο της φύσης είναι χρυσό
Η πιο δύσκολη απόχρωση της
Το πρώιμο φύλλο της λουλούδι
Είναι αλλά μόνο για μια ώρα
Μετά το φύλλο πέφτει δίπλα σε φύλλο
Έτσι ο παράδεισος βυθίζεται στην θλίψη
έτσι η αυγή πνίγεται στην μέρα
Τίποτα χρυσό δεν παραμένει.

ΑΚΟΥΣΤΕ ΤΟ ΕΔΩ:

ΤΡΙΑ ΑΚΟΜΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΡΟΜΠΕΡΤ ΦΡΟΣΤ

Ο δρόμος που δεν πήρα
Δυο δρόμοι χωρίζονταν σ’ ένα κιτρινισμένο δάσος
Λυπόμουν που και τους δύο δε γινόταν να διαβώ
Γιατί ένας ταξιδιώτης ήμουν, στάθηκα για ώρα
Να κοιτάζω τον ένα ως πέρα μακριά
Στο σημείο που στα χαμόκλαδα χανόταν.
Ύστερα, δίκαια κι ωραία, τον άλλο πήρα,
Ίσως επειδή ταίριαζε καλύτερα
Μια κι ήτανε χορταριασμένος και απάτητος
Αν και εκεί μπροστά στην αρχή τους
ήταν όμοια και οι δύο πατημένοι.
Όμοιοι απλώνονταν μπροστά μου εκείνο το πρωί
Τα φύλλα κανένα βήμα δεν είχε μαυρίσει.
Ώ ! άφησα τον πρώτο για μια άλλη μέρα!
Ξέροντας ωστόσο πως η μια διαδρομή σε άλλη οδηγεί
Αμφέβαλλα αν ποτέ μου θα κατάφερνα να γυρίσω πίσω.
θα το λέω αυτό με έναν αναστεναγμό
Σε κάποιο τόπο ύστερα από χρόνια και χρόνια :
Πως σ’ ένα δάσος ήταν ένα σταυροδρόμι, κι εγώ –
Πήρα τον δρόμο τον λιγότερο ταξιδεμένο,
Και τούτο έκανε όλη τη διαφορά.

ΤΩΡΑ ΚΛΕΙΣΤΕ ΤΑ ΠΑΡΑΘΥΡΑ
Τώρα κλείστε τα παράθυρα
και ησυχάστε όλους τους αγρούς:
Αν πρέπει τα δέντρα,
άστε τα να θροΐζουν σιωπηλά·
Κανένα πουλί δεν κελαηδάει τώρα,
κι αν υπάρχει,
Ας είναι η απώλειά μου.
Θα περάσει καιρός προτού
οι βάλτοι ξανασχηματιστούν,
Θα μου πάρει καιρό προτού
ξεμυτίσει το πρώτο πουλί:
Κλείστε λοιπόν τα παράθυρα
και μην ακούτε τον άνεμο,
Αλλά κοιτάξτε τα όλα
να σαλεύουν απ’ τον αέρα.

ΦΩΤΙΑ ΚΑΙ ΠΑΓΟΣ
Κάποιοι λένε πως με φωτιά
θα τελειώσει ο κόσμος
Άλλοι πάλι λένε πως με τον πάγο
το τέλος θα έρθει
Έχω δοκιμάσει από επιθυμία και τα δύο
και έτσι υποστηρίζω εκείνους
που την φωτιά ευνοούν
Αλλά αν ήταν ο κόσμος δυο φορές να τελειώσει
Νομίζω πως έχω αρκετά το μίσος γνωρίσει
για να ξέρω ότι η καταστροφή από πάγο
είναι επίσης σπουδαία
και θ’ αρκούσε.
Σταματώντας στο δάσος
ένα χιονισμένο βράδυ
Ποιανού είναι αυτό το δάσος
νομίζω πως ξέρω
Στο χωριό είναι το σπίτι του
Δεν θα με δει να σταματώ εδώ πέρα
το δάσος του να δω γεμάτο από χιόνι.
Το μικρό μου άλογο
πρέπει να το θεωρεί παράλογο
Να σταματάμε χωρίς καμιά αγροικία τριγύρω
ανάμεσα στα δέντρα και στην παγωμένη λίμνη
Το πιο σκοτεινό απόγευμα του χρόνου
Της σέλας τα κουδούνια χτυπά
σαν να ρωτά αν κάτι είναι λάθος
Ο μόνος άλλος ήχος είναι το πέρασμα
Του αγέρα με τις νιφάδες του χιονιά.
Το δάσος είναι ωραίο βαθύ και σκοτεινό
Αλλά εγώ έχω υποσχέσεις να κρατήσω
Και χιλιόμετρα να κάνω προτού αποκοιμηθώ.
Και χιλιόμετρα να κάνω προτού αποκοιμηθώ

 

*Με πληροφορίες από el.wikipedia