Yπήρχε άραγε το 2003 – όταν και θεσπίστηκε ο θεσμός της άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς για την αναγνώριση και την προστασία τοπικών πολιτιστικών παραδόσεων – που περιλαμβάνουν από τέχνη, μουσική και χορό έως πεποιθήσεις, δόγματα και κουζίνα – κάποιος κάτοικος του Βερολίνου ή θιασώτης της techno σκηνής της γερμανικής πρωτεύουσας που να πίστευε ότι 21 χρόνια μετά, το 2024, η ίδια αυτή techno σκηνή της πόλης θα έμπαινε στη λίστα άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς της Unesco;

Γιατί εκεί ανήκει πλέον η techno σκηνή του Βερολίνου, αναγνωρίζοντας τη συμβολή της στη διαμόρφωση της πολιτιστικής ταυτότητας της πόλης.

Η προσπάθεια για να ενσωματωθεί η μουσική και η κουλτούρα της techno στη λίστα της Unesco διήρκησε περισσότερα από δέκα χρόνια με πρωτοστάτη το Rave the Planet, μια μη κερδοσκοπική οργάνωση που υποστηρίζει την κουλτούρα της ηλεκτρονικής μουσικής.

Το Clubcommission του Βερολίνου, που αποτελεί δίκτυο για τα techno clubs και τους μουσικούς του Βερολίνου, ανέφερε ότι πρόκειται για «ακόμη ένα ορόσημο για τους Βερολινέζους παραγωγούς, καλλιτέχνες, διοργανωτές, ιδιοκτήτες κλαμπ της techno σκηνής».

«Η απόφαση θα μας βοηθήσει να διασφαλίσουμε πως η κουλτούρα των κλαμπ αναγνωρίζεται ως πολύτιμος παράγοντας που χρήζει προστασίας και υποστήριξης», ανέφερε ο Λουτς Λάιχσενρινγκ, εκτελεστικό μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Clubcommission.

Η συνάντηση που άλλαξε τα πάντα για την techno σκηνή (του μέλλοντος)

Ο βασικός παράγοντας της άνθησης της techno σκηνής του Βερολίνου είναι ένας και κύριος: ότι τα κλαμπ δεν χρειάζεται ποτέ να κλείσουν τις πόρτες τους.

Πολλά παραμένουν ανοιχτά όλο το Σαββατοκύριακο, με αποτέλεσμα κάποιοι ravers να φτάνουν στον προορισμό τους το βράδυ της Παρασκευής και να φεύγουν από εκεί το πρωί της Κυριακής -ή ακόμη και το πρωί της Δευτέρας.

Κοινώς, το Βερολίνο είναι μια πόλη όπου ποτέ δεν υπήρξε αυτό που λένε οι Άγγλοι «curfew» και εκεί όπου δεν υπήρξε ποτέ ένας… Παπαθεμελής.

Οι ρίζες της κουλτούρας του Βερολίνου για την ολοήμερη διασκέδαση δίχως περιορισμούς μπορούν να εντοπιστούν στην αρχή του Ψυχρού Πολέμου.

Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, το (διαιρεμένο) Βερολίνο διατηρούσε αυστηρή νυχτερινή απαγόρευση κυκλοφορίας, προς μεγάλη δυσαρέσκεια των κατοίκων, ιδίως εκείνων που αναζητούσαν αλκοόλ και ποτά νυχτιάτικα.

Στο (ελεγχόμενο από τους Συμμάχους) Δυτικό Βερολίνο τα μπαρ έκλειναν τις πόρτες τους στις 9 μ.μ. και στο Ανατολικό Βερολίνο, το οποίο ελεγχόταν από τη Σοβιετική Ένωση, η ώρα κλεισίματος ήταν 10 μ.μ.

Μέχρι το 1949, κάποιοι είχαν αποφασίσει ότι αυτός ο… κανόνας έπρεπε να αλλάξει.

«Μετά από τέσσερα χρόνια, ο κόσμος ήθελε να κάνει παρέα, να βγει ξανά έξω. Ο κόσμος ήθελε να πιει ένα ποτό», δήλωνε προ ετών ο Dimitri Hegemann, ιδρυτής και ιδιοκτήτης του Tresor, ενός από τα μακροβιότερα techno κλαμπ του Βερολίνου.

Ένας ξενοδόχος ονόματι Heinz Zellermayer το είχε βαρεθεί όλο αυτό. Άρπαξε ένα μπουκάλι ουίσκι και έκανε την υπόθεσή του στον ταξίαρχο Frank Howley, διοικητή του αμερικανικού τομέα του Δυτικού Βερολίνου.

Ο Zellermayer δήλωσε ότι η κατάργηση της απαγόρευσης κυκλοφορίας θα ήταν καλή για την οικονομία και ότι η ελευθερία της μη-απαγόρευσης κυκλοφορίας ήταν μια «έκφραση των δυτικών αξιών». Ο Howley πείστηκε, όπως και ο Γάλλος ομόλογός του.

Ωστόσο, η πρόταση απορρίφθηκε από τους Βρετανούς, ωστόσο, οι οποίοι ανησυχούσαν ότι μέσα στις παμπ θα γίνονταν… επεισόδια (έκριναν εξ ιδίων τα αλλότρια, λογικά).

Τον Ιούνιο του 1949, με ψήφους 2-1, η απαγόρευση κυκλοφορίας στο Δυτικό Βερολίνο καταργήθηκε για πάντα. Ο Zellermayer μοιράστηκε γρήγορα τα νέα με όλους τους ξενοδόχους και ιδιοκτήτες μπαρ και παμπ.

«Τηλεφώνησε αμέσως σε όλα τα μπαρ. Και από εκείνη την ημέρα, το Βερολίνο δεν έχει ξαναεπιβάλλει απαγόρευση κυκλοφορίας και κλεισίματος των μπαρ και κλαμπ του», δήλωσε ο Hegemann.

Ο Zellermayer, ο οποίος πέθανε το 2011, είναι πλέον κάτι σαν… λαϊκός ήρωας μεταξύ των ιδιοκτητών κλαμπ του Βερολίνου -κάποιοι μάλιστα τον έχουν ονομάσει «ubermeister» της σκηνής των μπαρ και των κλαμπ του Βερολίνου.

Αλλά άλλοι λένε ότι ο Zellermayer δεν λαμβάνει τα εύσημα που πραγματικά του αξίζουν για τις… αλκοολικές διαπραγματεύσεις του 1949.

«Αυτό που έκανε και αυτό που σήμαινε για την ίδια την πόλη και ως πόλος έλξης για την πόλη, δεν αναγνωρίζεται πραγματικά σήμερα», δήλωσε ο Knut Hoffmeister, ένας Βερολινέζος κινηματογραφιστής που έχει επικεντρωθεί σε αυτό το κεφάλαιο της ιστορίας της Γερμανίας.

«Επέστρεψε τη νύχτα στους ανθρώπους», συνεχίζει ο Hoffmeister. «Ήταν μια άκρως επαναστατική πράξη».

Και μόλις έπεσε το Τείχος του Βερολίνου, στις 9 Νοεμβρίου 1989, το πρώην Ανατολικό Βερολίνο υιοθέτησε και αυτό την έλλειψη απαγόρευσης κυκλοφορίας της δυτικής πλευράς της πόλης.

Και οι νεανικές κουλτούρες των δυο «πόλεων» ενώθηκαν υπό μια κοινή στέγη.

techno

Tacheles, Hausbesetzungen και οι ζώνες TAZ

Tο Δυτικό Βερολίνο είχε ήδη καταστεί, από την δεκαετία του ’70, ως το ήρεμο καταφύγιο της πάσης φύσεως εναλλακτικής υποκουλτούρας (πανκ, χίπηδες, ΛΟΑΤΚΙ+) και σε συνοικίες όπως το Φρίντριχσαϊν και το Κρόιτσμπεργκ ανθούσε το κίνημα των καταλήψεων.

«Στα 80’s πιστεύαμε στην λεγόμενη «γενιά χωρίς μέλλον» και το Βερολίνο ήταν η Μέκκα για outsiders, πανκιά και όποιον προσπαθούσε να επιβιώσει με έναν διαφορετικό τρόπο σκέψης. Συγκεκριμένα το punk και το new wave άρχισαν να αποκτούν δύναμη, σηματοδοτώντας την πρώτη φορά που μια πειραματική και πρωτοποριακή μουσική βρισκόταν στο προσκήνιο με στίχους και, μάλιστα, στα Γερμανικά. Η μουσική ήταν τότε ιδιαίτερα ριζοσπαστική, ενώ όσοι δεν ταίριαζαν στις τρέχουσες κοινωνικές νόρμες έβρισκαν καταφύγιο στο Βερολίνο, όπου και δημιουργούσαν τον δικό τους κόσμο. Βρισκόμουν στη Βαυαρία όταν έπεσε το Τείχος, κάτι που σίγουρα βοήθησε στο να ανθίσει η σκηνή, καθώς χιλιάδες νέοι από το ανατολικό μπλοκ γιόρταζαν την ελευθερία τους. Η techno μουσική αποτελούσε ένα είδος πολιτικής έκφρασης, ενώ πολλές φορές εναντιωνόταν ακόμη και στο σύστημα», θυμάται ο 62χρονος DJ Hell, κατά κόσμον Χέλμουτ Γκάιερ.

Αυτά συνέβαιναν στο δυτικό Βερολίνο, γιατί στο Ανατολικό ανθούσε το Tacheles, ένα κοινωνικό κέντρο το οποίο μέχρι το 1989 μετατράπηκε σε ένα πρωτοποριακό κέντρο σύγχρονης τέχνης – και μάλιστα μέσα στα πλαίσια της απόλυτης ελευθερίας της έκφρασης, ένα γεγονός από μόνο του οξύμωρο μέσα σε ένα καθεστώς όπως εκείνο του Ερικ Χόνεκερ.

Μεταξύ 1981 και 1989, πολλά LP ηλεκτρονικής μουσικής κυκλοφόρησαν εντός των ορίων της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας (ΛΔΓ).

Αυτοί οι ηλεκτρονικοί πρωτοπόροι της ΛΔΓ κατάφεραν, τρόπον τινά, να δραπετεύσουν από την πατρίδα τους – όχι σωματικά αλλά πνευματικά, μέσω της χρήσης συνθεσάιζερ, drum computers και samplers και να κυκλοφορήσουν (μετά κόπων και βασάνων) μερικούς εξαιρετικούς δίσκους που ουσιαστικά προλείαναν το έδαφος για την techno και minimal wave βερολινέζικη σκηνή που ακολούθησε

Όλοι αυτοί οι ανατολικογερμανοί μουσικοί πιονιέροι διέμεναν σε εγκαταλελειμμένα στρατιωτικά κτίρια και εργοστάσια, με την επανακατοίκηση των οποίων δόθηκε μια νέα ώθηση στο κίνημα των καταλήψεων (Hausbesetzungen), που είχε ήδη ξεκινήσει να αναπτύσσεται στο Δυτικό Βερολίνο τη δεκαετία του 1980.

Αρχίσαν, έτσι, να εμφανίζονται χώροι που ονομάστηκαν «Προσωρινές Αυτόνομες Ζώνες» (TAZ – Temporary Autonomous Zone), κάτι σαν την Κριστιάνια της Κοπεγχάγης, όπου οι πολίτες μπορούσαν να ζουν με εναλλακτικό τρόπο.

Και μετά ήρθε η Πτώση του Τείχους, το Νοέμβρη του 1989…

Μουσική χωρίς λόγια για μια νεολαία δίχως ευδιάκριτο μέλλον

Γιατί techno και ηλεκτρονική μουσική, θα αναρωτηθεί κάποιος;

Μα επειδή η συγκεκριμένη ηλεκτρονική μουσική ήταν πολύ πιο ανεκτή στη ΛΔΓ από ό,τι η ροκ και η πανκ, αφού, λόγω έλλειψης στίχων, θεωρούνταν «μη ανατρεπτική» και «όχι τόσο επικίνδυνη για το καθεστώς».

Γι’ αυτό και οι μουσικολόγοι επισημαίνουν με κάθε τρόπο το ότι η techno, μετά από την Πτώση του Τείχους, κατέστη η πρώτη κοινή «γλώσσα» μεταξύ της νεολαίας των δύο διαιρεμένων Γερμανιών. 

«Όταν τελικά έπεσε το Τείχος, δεν το πίστευα. Έκλαιγα σαν τρελή και ένιωθα σαν σε όνειρο. Ήταν μια γιορτή για την ελευθερία, σαν να βγήκαμε μόλις από την φυλακή», σημειώνει με την σειρά της η επίσης σπουδαία dj Ellen Allien.

Και συνεχίζει:

«Έτρεξα αμέσως να ανακαλύψω το Ανατολικό Βερολίνο και ήταν τόσο διαφορετικό. Η acid house ήρθε πρώτα από το Ηνωμένο Βασίλειο και την Αμερική, ήταν ο νέος underground ήχος και σταδιακά έγινε πιο minimal, δυνατή και γρήγορη κι έτσι ξεκίνησε η techno. Νέοι κι από τις δύο πλευρές ήθελαν να γνωριστούν μεταξύ τους και να γιορτάσουν αυτή την ένωση στα clubs, όπου γινόμασταν ένα. Οι ιδιοκτήτες ήταν παθιασμένοι και είχαν πολλές ιδέες για μια ελεύθερη ζωή. Αγαπούσαν αυτό που έκαναν, γι’ αυτούς ήταν τρόπος ζωής και όλη αυτή η ενέργεια βγήκε από την πολιτική κατάσταση που επικρατούσε πιο πριν. Πολύ σημαντικός παράγοντας για τη σκηνή τότε ήταν τα clubs όπως Planet και E-Werk ή ο Kiss FM όπου άκουγες ένα συνονθύλευμα από pop, techno, drum ‘n’ bass και breakbeat. Επίσης, η Monika Dietl, την περίοδο ’89 με αρχές ’90 ήταν μια πολύ σημαντική προσωπικότητα. Έπαιζε ό,τι πιο hot στη ραδιοφωνική της εκπομπή».

Τresor και Berghain

Δυο ήταν τα σπουδαία techno κλαμπ της πόλης: αφενός το περίφημο «Berghain», που έχει χαρακτηριστεί ως «η παγκόσμια πρωτεύουσα» της techno. Οι ιδρυτές του, Μίχαελ Τόιφελε και Νόμπερτ Τόρμαν, που διηύθυναν το gay club Snax, μετακόμισαν το 1998 σε ένα βιομηχανικό κτίριο κάπου ανάμεσα στις συνοικίες Κρόιτσμπεργκ και Φρίντριχσαϊν του πρώην Ανατολικού Βερολίνου.

Oι δυο επιχειρηματίες τo μετέτρεψαν σε κλαμπ με την ονομασία «Ostgut». Το 2003 έκλεισε, όμως τον Οκτώβριο του 2004 οι δυο συνεργάτες άνοιξαν ένα νέο κλαμπ, σε κοντινή απόσταση, το οποίο ονόμασαν «Berghain» [εκ του «KreuzBERG» και του «FriedrichsHAIN»].

Το έτερο θρυλικό κλαμπ είναι το «Tresor» και άνοιξε τις πόρτες του το 1991 στο υπόγειο ενός εγκαταλελειμμένου πολυκαταστήματος στο Ανατολικό Βερολίνο, – πάνω στα θεμέλια του Ufo, του πρώτου acid house κλαμπ της γερμανικής πρωτεύουσας που άνοιξαν οι ιδρυτές της δισκογραφικής εταιρείας Interfisch.

«Τα περισσότερα μέρη και clubs που ξεκίνησαν τότε λειτουργούσαν χωρίς άδειες ή συμβόλαια, καθιστώντας τα αμέσως παράνομα – έφτανε να ‘χει κανείς ηχοσύστημα και μερικούς DJs. Το Tresor βοήθησε στην ένωση με την techno της Αμερικής και ήταν ο χώρος που μπορούσες να δεις καλλιτέχνες από πόλεις όπως το Detroit, το Chicago και τη Νέα Υόρκη», σημειώνει το αφιέρωμα του μουσικού περιοδικού mixmag.

«Μετά την Πτώση όλη αυτή η φάση δούλεψε, γιατί δεν υπήρχαν όρια ή κανόνες -μπορούσες απλά να ξεκινήσεις κάτι. Οι “υπεύθυνοι” για την μορφή που πήρε η techno σκηνή στο Βερολίνο ήταν το Tresor και οι διασυνδέσεις του με το Detroit στις ΗΠΑ, τους Westbam, Gigolo Records και Kompakt από την Κολωνία», αναφέρει ο διάσημος dj Fetisch.

Ακόμη καλύτερα μάς τα διηγείται ο σημαντικός βρετανός παραγωγός, μουσικός και συγγραφέας Mark Reeder:

«Πήγα το ’78 στο Βερολίνο γιατί έψαχνα δίσκους και ανακάλυψα αυτό το συναρπαστικό, άγνωστο ανατολικό μέρος όπου κανείς δεν πήγαινε. Ανακάλυψα αυτή την μικρή wannabe punk-rock σκηνή που δεν σου επιτρεπόταν να είσαι μέρος της, γιατί το θεωρούσαν αιτία της πτώσης του καπιταλισμού κι έτσι δεν ήθελαν να δείξουν ότι και ο κομμουνισμός απέτυχε το ίδιο. Είχα πρόσβαση σε όλη αυτή την μουσική από την Δύση που μόνο να ονειρευτεί μπορούσε κάποιος από την Ανατολή κι έτσι ηχογράφησα την συλλογή μου και τους την πέρασα λαθραία. Στα μάτια τους ήμουν ανατρεπτικός και ενδιαφέρονταν πολύ να μάθουν για την ατζέντα μου, όμως εγώ ήθελα απλώς να τους ανακουφίσω από την μιζέρια τους. Η δυτική πλευρά ήταν avant-garde, όπου καλλιτέχνες, τραβεστί, gays και άλλοι μπορούσαν να ζήσουν μια φυσιολογική ζωή. Η σκηνή που ανακάλυψα ήταν εκφραστική με ριζοσπαστική σκέψη. Η ιδέα της «διπλής πόλης» βοήθησε στην δημιουργικότητα των συγκροτημάτων».

Ο Reeder μόνο τυχαίος δεν είναι φυσικά, καθώς, όπως λέει, «επιλέχθηκα από τους Joy Division ως αντιπρόσωπος για τις πωλήσεις τους και πήγαινα στο μαγαζί όπου δούλευε η Gudrun Gut για να κάνω την δουλειά μου. Κάπως έτσι, κατέληξα να γίνω manager στο συγκρότημα των Malaria, ταξιδεύοντας στην Ευρώπη. Λίγο αργότερα έγινα sound engineer για τους Die Toten Hosen, κορυφαίο punk συγκρότημα, περνώντας τους επίσης λαθραία για μια παράνομη συναυλία που είχαν μεταμφιέσει, ώστε να μοιάζει σαν εκκλησιαστική λειτουργία. Έτσι, ολοένα και περισσότερα «Ανατολικά παιδιά» θέλανε να ασχοληθούν με το είδος. Η απαγορευμένη μουσική, τα παράνομα ναρκωτικά… είχαν μια ιδιαίτερη αίγλη. Το ’89, μου ζητήθηκε από τους Die Vision να ασχοληθώ με την παραγωγή του album τους κι έτσι, κάθισα στο studio, ενώ το Ανατολικό Βερολίνο άρχισε να «γκρεμίζεται». Τελειώσαμε με τις ηχογραφήσεις στις 2 Νοεμβρίου και μια βδομάδα μετά έγινε η Πτώση, κάτι που με έκανε τον τελευταίο Δυτικό που έκανε album στην άλλη πλευρά. Η πόλη που αφήσαμε δεν ήταν η ίδια στην οποία επιστρέψαμε. Ξαφνικά ελευθερώθηκε η πρωτεύουσα από τον «πόλεμο» και η ειρήνη έγινε κάτι αναγκαίο. Γιατί σε αυτήν, αντί να πετάς χειροβομβίδες μπορούσες να χορέψεις στο ρυθμό της μουσικής. Έτσι, μετά από αυτό, τα κτίρια γύρω από το Τείχος έγιναν χώροι παράνομων πάρτι. Πριν ήταν μόνο το Ufo club, εκεί όπου για πρώτη φορά οι Ανατολικοί μπορούσαν να πάρουν ναρκωτικά όπως ecstasy. Η αίσθηση της κοινότητας ήταν πλέον εκεί. Δεν είχε σημασία η καταγωγή σου, το χρώμα του δέρματός σου, τίποτα. Η επανένωση της Γερμανίας έγινε στο dancefloor».

Τον ισχυρισμό αυτό, ότι δηλαδή η επανένωση της Γερμανίας έγινε στο dancefloor, συμμερίζεται σήμερα και ο ίδιος ο Hegemann.

«Τα κλαμπ δεν είναι μόνο για ηδονισμό και απόδραση, αλλά και για εκκόλαψη ιδεών. Όταν οι άνθρωποι κάνουν διαλείμματα από το χορό και χαλαρώνουν σε άλλα μέρη του κλαμπ, εκεί μπορούν να γεννηθούν δημιουργικές συνεργασίες και επιχειρηματικές ιδέες. Οι καλύτερες ιδέες γεννιούνται μετά τις 3:30 τα ξημερώματα», συνοψίζει ο Hegemann και καταλήγει:

«Ναι λοιπόν, το πιστεύω ακράδαντα: η techno άλλαξε το Βερολίνο, άλλαξε την Ευρώπη, άλλαξε όλο τον κόσμο».