Γνώρισα τον Θανάση Παπακωνσταντίνου ή, σωστότερα, γνώρισα τα τραγούδια του στα μέσα προς τέλη της δεκαετίας του 1990, στην παντοδυναμία του λεγόμενου «έντεχνου», τότε δηλαδή που μεσουρανούσαν ο Μάλαμας, ο Περίδης, ο Θαλασσινός, ο Αλκίνοος και αρκετοί ακόμη τροβαδούροι. Φωνές – οχήματα του ήταν ο Αγγελάκας, η Καλημέρη και, κυρίως, ο Μάλαμας και η Κανά, η νέα μουσική «σχολή της Θεσσαλονίκης», για τη μεταφορά της οποίας στην Αθήνα ήταν υπεύθυνη εν πολλοίς η διορατική Ντόρα Ρίζου της ΛΥΡΑ. Κάτι είχαν τα τραγούδια αυτού του ανθρώπου, ναΐφ, ακατέργαστο και ταυτόχρονα διονυσιακό.

Κι αν δεν ακούγαμε CD τότε, αλλά βινύλιο, η βελόνα του πικάπ θα έμοιαζε με αλέτρι που σκάβει τη γη του θεσσαλικού κάμπου και φέρνει στο φως ποιήματα ενός αρχαίου αοιδού. Ως συντάκτης του περιοδικού «Δίφωνο», είχα χαρακτηρίσει με δύο λέξεις μόνο τη δουλειά του Παπακωνσταντίνου: «Βουκολικός νατουραλισμός». Δεν γνωρίζω αν είχε ενοχληθεί με τη κριτική μου, θυμάμαι όμως τη συνάδελφο Ναταλί Χατζηαντωνίου να μου λέει πως τον ίδιο καιρό είχε πάει να τον δει σε μία απ’ τις κοινές παραστάσεις του με τον Διονύση Σαββόπουλο. Ο Παπακωνσταντίνου βγαίνοντας στη σκηνή είπε στο κοινό το εξής: «Πάμε να σας παίξουμε βουκολικό νατουραλισμό»! 

Αργότερα γνώρισα και τον ίδιο. Πήρα το τραίνο και έφτασα στη Λάρισα, όπου με περίμενε στο σταθμό. Κάτσαμε οι δυο μας, ολομόναχοι, σ’ ένα παντέρημο καφενείο και μιλήσαμε για τρεις ώρες περίπου για πολύ σοβαρά και σημαντικά πράγματα. Δεν θα γινόταν κι αλλιώς, καθώς χρόνια με τα χρόνια ο «Θανάσης» σκέτο, όπως όλοι τον αποκαλούν μέχρι σήμερα σαν ένδειξη ενός απόλυτα λαϊκού καλλιτέχνη, είχε αποκτήσει έναν ολότελα πολιτικό λόγο. Ανατρέχω στα τραγούδια του με τίτλο «Γαμώ τον φασισμό» και «Ο Χομαγιούν και ο Βακάρ».

Στο πρώτο, το μήνυμα ήταν εύληπτο, ευληπτότατο! Στο δεύτερο, Χομαγιούν και Βακάρ ήταν τα ονόματα δύο μεταναστών που το κύμα θα έφερνε στη Λαμπεντούζα ή τη Μυτιλήνη και θα γίνονταν όχθες για «να κυλά της ανθρωπιάς ποτάμι». Σ’ εκείνη τη μοναδική συνάντηση μου με τον Θανάση δεν συζητήσαμε καθόλου περί βουκολικού νατουραλισμού. Αντιθέτως, θυμηθήκαμε τον Μάνο Λοΐζο και τους Αγώνες Ελληνικού Τραγουδιού Κέρκυρας του Μάνου Χατζιδάκι, τον Νίκο Κυπουργό, τον Αντρέ Μπρετόν και τους ντανταϊστές του περασμένου αιώνα, την τρέλα, τον έρωτα και το θάνατο που εκφράζουν την πλήρη απελευθέρωση του ατόμου. Ύστερα πήρα ξανά το τραίνο και γύρισα στην Αθήνα. Ένιωθα πως τον γνώρισα καλά τον άνθρωπο αυτό, τον έμαθα, εγώ που μάλλον άκουγα πιο πολύ συναισθηματικά το «έντεχνο», παρά εγκεφαλικά, δηλαδή όπως μάλλον δεν άρμοζε στη φύση της μουσικής τουλάχιστον του συγκεκριμένου καλλιτέχνη.

Φωτ.: Θεανώ Μανουδάκη

Πέρασαν πολλά χρόνια ώσπου την περασμένη εβδομάδα ένας φίλος, μέγας φαν του, με τράβηξε στη μία απ’ τις sold-out στη σειρά συναυλίες του στο Κατράκειο της Νίκαιας. Ομολογώ πως έπαθα πολιτισμικό σοκ! Γύρω στα 7.000 άτομα, νέοι στην πλειοψηφία, ξεσάλωσαν με βεγγαλικά και ένωσαν τις φωνές τους μ’ αυτές της Μελίνας, του Θανάση και του νέου του ερμηνευτή, Γιάννη Λίταινα. Είδα κορίτσια ανεβασμένα στις πλάτες αγοριών να κρατούν πλακάτ και σημαίες και να διονυσιάζονται σαν να βρισκόμασταν στο Woodstock ή και σε μια συναυλία των Dead Kennedys!

Και δεν ήταν η ανάγκη του κόσμου και δη της νεολαίας να πάει σε μια συναυλία για να ξεσκάσει μετά από δύο χρόνια διαλειμματικού εγκλεισμού. Ήταν ξεκάθαρο το πολιτικό πρόσημο αυτών των συναυλιών του Θανάση σε μία περίοδο που η κρατική «τάξη και ασφάλεια» υποκατέστησε όρους σαν αυτούς του «πολιτισμού» και της «δικαιοσύνης». Παραδόξως, ας μη νομίσει κανείς ότι το κοινό ήταν τσαμπουκαλεμένο και οργισμένο. Ήταν ένα απόλυτα μουσικόφιλο κοινό, που ήξερε να ρίχνει τους τόνους όποτε το απαιτούσε η τέχνη του Θανάση και πιο συγκεκριμένα οι μπαλάντες του. Μα όταν άρχιζαν οι πρώτες νότες του «Διάφανου» και του «Πεχλιβάνη», ο κόσμος όλος ενωνόταν σε μια άμορφη κινούμενη μάζα, θυμίζοντας από μακριά εικαστική παρέμβαση σ’ έναν χώρο πνευματικής ανάτασης και υγείας.

Φωτ.: Θεανώ Μανουδάκη

Ο Θανάσης μίλησε για τον Μιχαηλίδη. Εκείνη τη βραδιά δεν είχε βγει ακόμη η δικαστική απόφαση της αποφυλάκισης του Λιγνάδη. Δεν υπήρχε το πανό «Βιαστής είναι», ούτε το ΣΕΗ μαζί με όλα τα καλλιτεχνικά σωματεία της χώρας είχαν βγάλει το περιβόητο κοινό κείμενο τους. Υπήρχε όμως διάχυτη η αίσθηση πως ένα καζάνι βράζει, κάτι το απροσδιόριστο σαν έβλεπες τόση ορμή και ενέργεια σε νεανικά σώματα και πρόσωπα. Χθες βράδυ, Δευτέρα 18 Ιουλίου στην τελευταία συναυλία του Θανάση στο Κατράκειο, και το πανό «Βιαστής είναι» σηκώθηκε μέσα στο πλήθος, και ο ίδιος ο τραγουδοποιός και συνθέτης μίλησε με παρρησία για ένα σάπιο σύστημα δικαιοσύνης που αποφυλακίζει βιαστές και δολοφόνους, κρατώντας στο κελλί αντιεξουσιαστές και αντιφρονούντες. Μάλιστα, ενημέρωσε το κοινό πως το γνωστό κείμενο είχε φτάσει στα χέρια του, προτίμησε όμως να πει από καρδιάς δυο λόγια δικά του, όπως το συνηθίζει χρόνια τώρα στις συναυλίες του.

Τι κρατάμε απ’ όλο αυτό που έγινε στο Κατράκειο; Το ότι κάθε συναυλία είχε περίπου 7.000 άτομα. Σύνολο: Τέσσερις συναυλίες. Δηλαδή 7.000 άτομα χ 4, τουλάχιστον 28.000 άνθρωποι ψυχαγωγήθηκαν και διαμαρτυρήθηκαν στις συναντήσεις τους μ’ έναν μόνο καλλιτέχνη. Να’ ταν Συριζαίοι όλοι αυτοί; Εδώ γελάνε και τα πόμολα! Πολύ φοβάμαι ή μάλλον δεν φοβάμαι καθόλου πως η φάση αυτή τείνει να πάρει το χαρακτήρα ατόφιου λαϊκού κινήματος. Ένα κίνημα που δεν έχει να κάνει με κάψιμο περιουσιών και βιαιοπραγίες. Έχει να κάνει με την αγνή και ανόθευτη διαμαρτυρία, απαραίτητο στοιχείο της δημοκρατίας και της ατομικής ελευθερίας.

Μαζί σου, Θανάση! Επειδή «το Θηρίο με την ανάσα του Γκόγια αναπτύσσεται κυρίως τη νύχτα, όπως όλα τα άδηλα νεύματα, όπως οι απροσδιόριστοι φόβοι». Κι όποιος δεν καταλαβαίνει, δεν ξέρει που πατά και που πηγαίνει…

Φωτ.: Θεανώ Μανουδάκη
Φωτ.: Θεανώ Μανουδάκη
Φωτ.: Θεανώ Μανουδάκη
Φωτ.: Θεανώ Μανουδάκη