Τι ακριβώς είναι το «κουλ»; Και ποια είναι τα στοιχεία αυτά, κινηματογραφικά ή μη, που καθιστούν μια ταινία ως «κουλ»;

«Η έννοια του “κουλ” δεν είναι εύκολο να προσδιοριστεί, γιατί ως έννοια είναι συνεχώς σε μια διαρκή ροή. Στη μόδα, στη μουσική και στο σινεμά, η γέννηση του ¨”κουλ” είναι σε μεγάλο βαθμό συνδεδεμένη με την εμφάνιση της ποπ κουλτούρας: από την αμερικανική σκηνή της τζαζ, από όπου ξεπήδησε ο όρος και μέσα από την ποπ μουσική και τον κινηματογράφο, που έγιναν οι κυρίαρχοι τρόποι δημιουργικής έκφρασης κατά την ίδια χρονική περίοδο», γράφει στο BBC ο Ανταμ Σκόβελ σε ένα εκτενές αφιέρωμα του βρετανικού δικτύου με αφορμή τα 60 χρόνια από το «8 1/2» του Φεντερίκο Φελίνι.

Αν υπάρχει κάποιο στοιχείο που ορίζει την έννοια του να είναι κάτι «κουλ», αυτό είναι ίσως μια αίσθηση ήρεμης αυτοπεποίθηση, αλλά ταυτόχρονα και μια ποιότητα τόσο επιθυμητή ώστε να προκαλεί την αντιγραφή της, υποστηρίζει ο Σκόβελ.

Από τις ταινίες του Γκοντάρ μέχρι τους κλασικούς σταρ του Χόλιγουντ, όπως ο Τζέιμς Ντιν και ο Μάρλον Μπράντο, η έννοια του «κουλ» στον κινηματογράφο υπήρξε συχνά ένα μείγμα μόδας, ταλέντου και φινέτσας.

Το απόλυτο υπόδειγμα κινηματογραφικού “κουλ” δεν είναι άλλο από το αριστουργηματικό “8½” του Φεντερίκο Φελίνι, υποστηρίζει το ΒΒC, με έναν απόλυτα «κουλ» πρωταγωνιστή, τον Μαρτσέλο Μαστρογιάνι, στο ρόλο του σκηνοθέτη Γκουίντο Ανσέλμι -το κινηματογραφικό alter ego του ίδιου του Φελίνι.

Το «8½», το οποίο έκλεισε τα 60 του χρόνια από την πρώτη εκείνη στιγμή που παίχτηκε στο σινεμά, «εξακολουθεί να είναι μια από τις πιο κουλ κινηματογραφικές ψευδαισθήσεις του 20ού αιώνα», ισχυρίζεται ο Σκόβελ, «καθώς η ταινία, όπως και ο πρωταγωνιστής της, γλιστρούν με περίτεχνο τρόπο ανάμεσα στην πραγματικότητα, τις φαντασιώσεις και τις αναμνήσεις».

Ο ίδιος ο τίτλος της ταινίας είναι αυτοβιογραφικός: πρόκειται για μια άκρως πνευματώδη και αυτοσαρκαστική αναφορά του ίδιου του Φελίνι στην καριέρα του, καθώς θεωρούσε ότι με την ταινία αυτή δεν θα έκανε την 9η ταινία του (όπως λογίζεται κανονικά), αλλά μια ταινία «εν μέρει ανολοκλήρωτη, όπως και ο φανταδτικός σκηνοθέτης-πρωταγωνιστής της», λίγο πριν την ένατη: 8μιση δηλαδή. Και ενώ είχαν ήδη προηγηθεί τα «La Strada» (1954), «Νύχτες της Καμπίρια» (1957) και «Γλυκιά Ζωή» (1960).

Το «8½» ακολουθεί στη Ρώμη τον 43χρονο Ανσέλμι, έναν ήδη διάσημο σκηνοθέτη που καλείται να γυρίσει μια ταινία επιστημονικής φαντασίας, περιτριγυρισμένο από έναν σωρό ακολούθους, κριτικούς, παραγωγούς, ηθοποιούς και διάφορους άλλους παρατρεχάμενους, την ίδια στιγμή που σταδιακά διαλύεται ο γάμος του με τη Λουίζα -μια εκθαμβωτική Ανούκ Εμέ.

«Το “8½” είναι η καλύτερη ταινία που έχει γίνει ποτέ αναφορικά με τη δημιουργία ταινιών», κατέληγε στην κριτική του, τότε, ο αείμνηστος αμερικανός κριτικός κινηματογράφου Ρότζερ Εμπερτ και δεν έχει άδικο, καθώς η ταινία του Φελίνι επηρέασε μια ολόκληρη γενιά κινηματογραφιστών τις δεκαετίες του 1970 και του 1980, από τον Ντέιβιντ Λιντς μέχρι τον Γκιγιέρμο ντελ Τόρο.

Μεταξύ των πιο πιστών «οπαδών» του «8 ½» είναι και ο Τέρι Γκίλιαμ, μέλος των Monty Python, γνωστός για «όμορφες αντιγραφές» των ονειρικών, φελινικών δημιουργιών, όπως το «Time Bandits» του 1981, το «Μπραζίλ» του 1985 και το «Φόβος και Παράνοια στο Λας Βέγκας» του 1998.

«Το “8½” είναι όλη η ουσία του κινηματογράφου», είχε άλλωστε παραδεχτεί ο Γκίλιαμ σε ένα επεισόδιο της σειράς του BBC Arts «Close-Up» (1995) όταν του ζητήθηκε να επιλέξει μια αγαπημένη του ταινία.

«Είδα για πρώτη φορά το “8½” όταν κυκλοφόρησε, στις αρχές της δεκαετίας του 1960. Ημουν στη Νέα Υόρκη και εκείνη την εποχή ανακάλυπτα ευρωπαϊκές ταινίες. Η άμεση αντίδρασή μου ήταν ότι αυτή ήταν η πιο ξεκάθαρη, πιο ειλικρινής και πιο αληθινή απεικόνιση του πώς είναι να σκηνοθετείς μια ταινία, και μέχρι τότε δεν είχα σκηνοθετήσει καμία ταινία. Αλλά αποδείχθηκε ότι τελικά ήταν αλήθεια», συμπληρώνει σήμερα ο ίδιος ο Γκίλιαμ, προσθέτοντας:

«Θυμάμαι το σοκ μου όταν είδα την ταινία του Φελίνι, μια ταινία που ήταν “κουλ” επειδή άφηνε την αφήγηση υπέρ της διάθεσης και του στυλ. Για εμένα και για πάρα πολλούς κινηματογραφιστές, αυτή η ταινία αποτέλεσε το “ξυπνητήρι” για την “ένταξή” μου στην ευρωπαϊκή κινηματογραφική παραγωγή».

«Η ταινία ξεχωρίζει ΚΑΙ χάρη στη σαγηνευτική κινηματογράφηση του διευθυντή φωτογραφίας Τζάνι ντι Βενάντσο. Οι έντονες αντιθέσεις αποδίδονται με μια κομψή λάμψη, από τα καπό των αυτοκινήτων μέχρι τα απίστευτα γυαλισμένα παπούτσια του Γκουίντο», σημειώνει το δημοσίευμα αναφορικά με την τελευταία ασπρόμαυρη ταινία που θα γύριζε ο Φελίνι, ο οποίος με το «8 1/2» κάνει μια «αιχμηρή κριτική στην “κενότητα” ενός τέτοιου πλήθους, όπως ακριβώς είχε κάνει και στην “Dolce Vita”, επικρίνοντας αυτή τη νέα κοινωνική ομάδα που τα είχε όλα, από φαγητό μέχρι ρούχα και τα καλύτερα αυτοκίνητα». Μια νεοσύστατη καταναλωτική κοινωνία που τα έχει όλα και ταυτόχρονα τίποτα.

Αυτή η, τρόπον τινά, σάτιρα, ωστόσο, δεν άρεσε σε όλους τους κριτικούς. «Το “8½” υποδηλώνει μερικά από τα προβλήματα του Φελίνι ως σκηνοθέτη, αλλά αυτά δεν είναι τόσο φανταστικά ούτε τόσο ψυχαναλυτικά όσο αυτά που παρουσιάζει», έγραψε τότε η αμερικανίδα κριτικός σινεμά Πολίν Κάελ.

Η Κάελ μάλλον έχασε λίγο το νόημα όλης της ταινίας, ειδικά της φοβερής αρχής της, με το μποτιλιάρισμα (που επηρέασε και ταυτόχρονα οδήγησε στην δημιουργία του βιντεοκλίπ του «Everybody Hurts» των R.E.M.) και κατόπιν μια από τις ομορφότερες και ποιητικότερες σκηνές στην ιστορία του σινεμά: την αιώρηση του Γκουίντο από το μποτιλιάρισμα, τον τρόπο που πετάει από το μέρος εκείνο, της κυκλοφοριακής συμφόρησης, σαν χαρταετός στον ουρανό.

Μια πραγματικά εμβληματική σκηνή και, όπως υποστηρίζει ο Γκίλιαμ, «μια αρχή που επηρέασε πάρα πολλούς διαφορετικούς κινηματογραφιστές που προσπάθησαν να τον μιμηθούν: το μποτιλιάρισμα, η αιώρηση και μετά υπάρχει ένα σχοινί γύρω από τον αστράγαλό σου και κάποιος σε τραβάει πίσω στη Γη. Ήταν ο πιο υπέροχος και όμορφος τρόπος να περιγραφεί η καλλιτεχνική εμπειρία. Πραγματικότητα και όνειρα ανακατεύονται, οπότε είναι δύσκολο να ξέρεις σε ποια πλευρά είσαι. Ο Φελίνι το καταγράφει αυτό καλύτερα από τον καθένα».

«Ωστόσο, η ταινία δεν απεικονίζει απλώς τον φανταστικό σκηνοθέτη-πρωταγωνιστή της μόνο και αποκλειστικά τις στιγμές που είναι στα γυρίσματα. Εμείς, ως θεατές, έχουμε πρόσβαση στα όνειρα του Γκουίντο, καθώς τον επισκέπτονται οι νεκροί γονείς του, έχει οράματα από τα σχολικά του χρόνια, ενώ φαντάζεται ακόμη και ένα… χαρέμι όπου κατοικούν όλοι οι προηγούμενοι έρωτες και οι σεξουαλικές κατακτήσεις του – οι οποίες, μάλιστα, τελικά επαναστατούν εναντίον του. Ο Γκουίντο εν τέλει αποδεικνύεται ότι είναι ένα βαθιά ελαττωματικό και προβληματικό άτομο, χωρίς την αυτοπεποίθηση που υποδηλώνει το άψογο κοστούμι του. Πρόκειται για μια θερμή παραδοχή εκ μέρους του ιδιου του Φελίνι, ο οποίος είναι αναζωογονητικά ευάλωτος ως προς την “ανοιχτότητα” των όποιων ελαττωμάτων του», σημειώνει εμφατικά το εκτενές αφιέρωμα του BBC.

«Τελικά, αυτό που αγαπώ στον Φελίνι είναι ότι ήταν ψεύτης. Διαστρεβλώνει συνεχώς την αλήθεια», είχε πει ο Γκίλιαμ στην πρώτη του συνέντευξη στο Close-Up, επιπροσθέτοντας ότι «και όμως, τα ψέματά του ήταν πολύ κοντά στην αλήθεια, μια αλήθεια πολύ καλύτερη από τα ίδια τα γεγονότα».

Συμπερασματικά, το «8 1/2» είναι μια αδιαμφισβήτητα “κουλ” ταινία επειδή «η απόρριψη των κινηματογραφικών κανόνων ήταν ταυτόχρονα ριζοσπαστικό και αναμφισβήτητα κουλ». Ωστόσο, η ταινία του Φελίνι – μια απεικόνιση του τι σημαίνει να είσαι ζωντανός και ταυτόχρονα της ίδια της δημιουργικότητας – δείχνει στον θεατή της ότι αυτό που έχει σημασία είναι η καρδιά που χτυπά κάτω από την κομψή εξωτερική εμφάνιση του καθενός από εμάς.