Ιστορίες καταγράφουν μια ρομαντική ψευδαίσθηση γύρω από το σινεμά, ότι είναι ένας χώρος όπου το ταλέντο βρίσκει τον δρόμο του, όπου οι ιδέες ανθίζουν και όπου η δημιουργικότητα νικά το σύστημα. Είναι μια ωραία ιστορία κι όπως όλες οι ωραίες ιστορίες, δεν είναι ακριβώς αληθινή, γιατί το σινεμά από την πρώτη του κιόλας στιγμή δεν ήταν απλώς τέχνη. Ήταν επιχείρηση κι όπου υπάρχει αυτός όρος, υπάρχει εξουσία και κέρδος. 

Η περίπτωση του Thomas Edison είναι ίσως το πιο καθαρό παράδειγμα του πως μια ολόκληρη βιομηχανία μπορεί να βρεθεί στο χείλος του απόλυτου ελέγχου από μια χούφτα ανθρώπων που κατείχαν τα εργαλεία. Το 1908 με τη δημιουργία της Motion Picture Patents Company, το σινεμά παραλίγο να γίνει κάτι εντελώς διαφορετικό από αυτό που γνωρίζουμε σήμερα. Όχι ένα πεδίο ανταγωνισμού και ιδεών, αλλά ένα κλειστό σύστημα, ένα μονοπώλιο. Παραγωγή, διανομή, εξοπλισμός, ακόμα και το ίδιο το φιλμ. Όλα περνούσαν μέσα από το ίδιο φίλτρο, αν δεν ήσουν μέσα, δεν υπήρχες. 

Μοιάζει σχεδόν ειρωνικό: μια τέχνη που βασίζεται στην κίνηση και την εξέλιξη, παραλίγο να παγώσει από την επιθυμία για έλεγχο κι εδώ αρχίζει το ενδιαφέρον, γιατί κάθε σύστημα εξουσίας δημιουργεί, αργά ή γρήγορα την αντίδρασή του. Στο Σικάγο μακριά από τα κέντρα δύναμης, μια ομάδα μεταναστών (κυρίως Εβραίων) άρχισε να κάνει κάτι απλό και επικίνδυνο: να δείχνει ταινίες χωρίς άδεια. Φτηνά, προσβάσιμα, για τον κόσμο που δεν είχε πρόσβαση στην “επίσημη” βιομηχανία. Τα λεγόμενα nickelodeons. Δεν ήταν απλώς ψυχαγωγία, ήταν πράξη αντίστασης. 

Η αντίδραση της εξουσίας ήταν και ιδεολογική. Ένας δικαστής στο Σικάγο, με ένα μείγμα φόβου και προκατάληψης, αποφάσισε ότι αυτές οι προβολές ήταν επικίνδυνες, ότι διέφθειραν, ότι δημιουργούσαν εγκληματίες. Είναι ένα μοτίβο που επαναλαμβάνεται μέχρι σήμερα. Όταν κάτι δεν μπορείς να ελέγξεις, το παρουσιάζεις ως απειλή. Η ιδέα όμως ότι το σινεμά μπορεί να υπάρξει έξω από το σύστημα είχε φυτευτεί κι από αυτή την ιδέα γεννήθηκαν οι πραγματικοί αντίπαλοι του μονοπωλίου. 

Ο Carl Laemmle και ο Wilhelm Fuchs δεν ήταν απλώς επιχειρηματίες. Δημιούργησαν τις δικές τους εταιρείες, που αργότερα θα γίνονταν η Universal Pictures και η Fox Film Corporation κι αρνήθηκαν να παίξουν με τους κανόνες του Trust. Κάπου εκεί το μονοπώλιο άρχισε να ραγίζει. 

Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος αποδυνάμωσε την ευρωπαϊκή αγορά. Οι ανεξάρτητοι επέζησαν και το 1915 η τελική πράξη γράφτηκε σε μια αίθουσα δικαστηρίου: το Trust κρίθηκε παράνομο. Το 1918 είχε τελειώσει. Αυτό που μένει από αυτή την ιστορία δεν είναι απλώς ένα ιστορικό επεισόδιο. Είναι μια υπενθύμιση, ότι το σινεμά όπως το ξέρουμε δεν είναι αυτονόητο. 

Δεν είναι δεδομένο ότι υπάρχει ανταγωνισμός, δεν είναι δεδομένο ότι υπάρχουν πολλές φωνές, δεν είναι δεδομένο ότι κάποιος χωρίς πρόσβαση στην εξουσία μπορεί να δημιουργήσει. Όλα αυτά κερδήθηκαν κι αυτό συνέβη απέναντι σε ανθρώπους που πίστευαν ότι η τέχνη μπορεί να ανήκει. 

Σήμερα τα μονοπώλια δεν μοιάζουν με το Motion Picture Patents Company. Δεν κρατάνε πατέντες για κάμερες και φιλμ, αποθηκεύουν κάτι πιο αφηρημένο: δεδομένα, πλατφόρμες, αλγόριθμους, αλλά η λογική είναι η ίδια. Έλεγχος της διανομής, έλεγχος της πρόσβασης, έλεγχος του τι βλέπουμε. Η διαφορά είναι ότι σήμερα, το σύστημα είναι πιο διακριτικό. Δεν σου λέει “δεν μπορείς να δημιουργήσεις”. Σου λέει “μπορείς, αλλά μέσα σε αυτούς τους όρους” και κάπως έτσι η ιστορία επαναλαμβάνεται με την ίδια πρόθεση. 

Η ιστορία του Edison δεν είναι απλώς μια ιστορία για το παρελθόν. Είναι μία υπενθύμιση για το παρόν, για το πως η καινοτομία μπορεί να γίνει εργαλείο ελέγχου, για το πως η πρόοδος μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να περιορίσει, αντί να απελευθερώσει και για το πως η αντίσταση ξεκινά συχνά από τα πιο απλά πράγματα. 

Από ένα φτηνό εισιτήριο, από μια παράνομη προβολή, από την επιμονή κάποιων ανθρώπων ότι η εικόνα δεν ανήκει σε κανέναν. Το σινεμά δεν γεννήθηκε ελεύθερο, έγινε. 

*Με στοιχεία από το Farout Magazine 

 

 

 Ακολουθήστε το OLAFAQ στο Facebook, Bluesky και Instagram