Είναι μια ταινία που εκπλήσσει σε κάθε της στιγμή. Ο Φέλιξ Βισκαρέτ καταφέρνει να αφηγηθεί μια ιστορία τρομερά ρεαλιστική που ωστόσο εξελίσσεται μέσα από ένα πρίσμα παραισθήσεων – λογική μέσα στην παράνοιά της – χαρούμενη καθώς εξελίσσεται εντός των μεγάλων απογοητεύσεων της ζωής.

Ο σκηνοθέτης ακολουθεί την παραληρηματική εικόνα του πρωταγωνιστή του για την πραγματικότητα μέχρι τις έσχατες συνέπειές της, αναδιατυπώνοντας με ευφάνταστο τρόπο την έννοια του “huis clos” για να μιλήσει για τις κρυφές επιθυμίες των ανθρώπων.

Βασισμένο στο ομώνυμο βιβλίο του Ισπανού συγγραφέα Χουάν Χοσέ Μιγιάς. Ο Δαμιάν νιώθει χαμένος από τότε που τον απέλυσαν από τη δουλειά του. Μια μέρα μετά από μια βίαια διαμάχη θα κρυφτεί στο πρώτο μέρος που θα βρει: το εσωτερικό μιας ντουλάπας πάνω σε ένα φορτηγάκι. Πριν προλάβει να βγει, η ντουλάπα μεταφέρεται στην κρεβατοκάμαρα ενός ζευγαριού, της Λουθία και του Φέντε, ένα ζευγάρι της ηλικίας του που μένουν με την έφηβη κόρη τους, Μαρία. Μια παρόρμηση θα οδηγήσει τον Δαμιάν, να παραμείνει με την οικογένεια ως μια κρυφή παρουσία και να τους παρατηρεί, μέσα από τις σκιές. Η πλοκή της ταινίας μοιάζει να αναζητά με συνέπεια κάτι ποιητικό στο σκοτάδι χωρίς να αποφεύγει την ομορφιά που βρίσκεται στις παρυφές της κανονικότητας και συνδιαλέγεται μαζί της, με αποτέλεσμα μια άβολη και συγκινητική εμπειρία.

Μια ευφυής κινηματογράφηση που παίρνει το ρίσκο να βουτήξει στις ανατροπές του νευρωτικού ανθρώπινου μυαλού και είναι ικανή να κατασκευάσει εικόνες που παρουσιάζουν με τρόπο άλλοτε κωμικό κι άλλοτε σκοτεινό τις ανάγκες, τα συμπλέγματα και τις αδυναμίες του πρωταγωνιστή της, θυμίζοντας μας πως το παράδοξό της ύπαρξης είναι ένας κοινός τόπος όλων μας, καλώντας μας να συμφιλιωθούμε μαζί του.

Λίγες ημέρες πριν την προβολή της ταινίας στα πλαίσια του 7ου Φεστιβάλ Ισπανόφωνου Κινηματογράφου Αθήνας – FeCHA στην πανέμορφη αυλή του θερινού κινηματογράφου Ελληνίς Cinemax, ο Ισπανός σκηνοθέτης μας εξήγησε πώς προέκυψε η ταινία, τι σήμαινε για τον ίδιο και γιατί νιώθει ενθουσιασμό και αγωνία για την προβολή της στην Ελλάδα.

– Πώς αποφάσισες να γίνεις σκηνοθέτης και ποια στοιχεία της δημιουργικής διαδικασίας σε γοητεύουν;

Πάντα μου αρέσει να λέω ότι η κινηματογραφική δημιουργία ενώνει κατά κάποιο τρόπο πολλά πάθη που είχα από παιδί. Μου άρεσε να γράφω ιστορίες, να σχεδιάζω κόμικς, να δημιουργώ θεατρικές παραστάσεις, να φωτογραφίζω και να παίζω μουσική. Για μένα, όλα αυτά τα χόμπι ή οι τρόποι έκφρασης -ας τους πούμε καλύτερα- βρήκαν το δρόμο τους στην κινηματογραφική δημιουργία.

– Πόσο εύκολο ήταν για εσένα και τον David Muñoz να μεταφέρετε το μυθιστόρημα του Juan José Millás στη μεγάλη οθόνη;

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ήταν μια πολύ οργανική διαδικασία. Από τη στιγμή που συναντηθήκαμε για πρώτη φορά με τον David για καφέ, συμφωνήσαμε και οι δύο αμέσως για τα στοιχεία του μυθιστορήματος που θα έπρεπε να αναπτυχθούν στην ταινία, καθώς και για εκείνες τις δευτερεύουσες πλοκές που ήταν λιγότερο κινηματογραφικές και ως εκ τούτου δεν θα έπρεπε να συμπεριληφθούν στο σενάριο. Παρόλο που δεν είναι μια πολύ συνηθισμένη ιστορία, και παρά το γεγονός ότι μερικές φορές είναι και τόσο ρεαλιστική, η διαδικασία συγγραφής του σεναρίου ήταν ευχάριστη από την αρχή.

– Φαίνεται να λατρεύετε το συγκεκριμένο μυθιστόρημα για να αποφασίσετε να εμπλακείτε στην κινηματογραφική του μεταφορά, η οποία απαιτεί τόσο πολύ χρόνο και δουλειά. Θα θέλατε να το σχολιάσετε αυτό;

Η όλη διαδικασία συγγραφής και κινηματογράφησης μιας ταινίας μεγάλου μήκους είναι πράγματι πολύ απαιτητική. Πρέπει να ερωτευτείς από την πρώτη στιγμή τους χαρακτήρες, το σύμπαν τους και τον τόνο της ιστορίας. Θα πρέπει να υπομείνεις πολλά προβλήματα κατά τη διάρκεια της όλης διαδικασίας, οπότε πρέπει να διατηρείς αυτή την αγάπη μέσα στη θέαση για να παίρνεις την ενέργεια να ξεπεράσεις τις δυσκολίες που προκύπτουν. Ελπίζω να μην ακούγομαι πολύ μυστηριώδης. Είναι μια αρκετά φυσιολογική και απλή σχέση.

– Γνωρίζω ότι και στο παρελθόν είχατε μεταφέρει κάποια λογοτεχνικά έργα στον κινηματογράφο, όπως την πρώτη σας ταινία – τη σειρά Patria – και το The Winds of Lent. Πώς αντιλαμβάνεστε τη σχέση μεταξύ κινηματογράφου και λογοτεχνίας γενικότερα;

Μόλις συνδεθείς με τον τόνο και το σύμπαν της ιστορίας, καταλήγεις να δημιουργείς σκηνές, διαλόγους και εικόνες που ανήκουν στο μυθιστόρημα, ακόμη κι αν τις επινόησες εξ ολοκλήρου. Με κάποιο τρόπο πρέπει να είσαι πιστός στο μυθιστόρημα, ακόμη και όταν δημιουργείς νέα στοιχεία. Αυτό μου έχει συμβεί πολλές φορές. Οι θεατές αναγνωρίζουν το χέρι του συγγραφέα, ακόμη και όταν αυτό δεν υπήρχε στο αρχικό βιβλίο.

– Ο Damián μόλις απολύθηκε μετά από 20 χρόνια εργασίας στην ίδια εταιρεία. Μιλήστε μας λίγο περισσότερο για το κοινωνικό υπόβαθρο αυτής της ιστορίας και τη θέση της στη σύγχρονη ιστορική αφήγηση της Ισπανίας, και κυρίως για το πώς οι σημερινές συνθήκες εργασίας στην χώρα μπορεί να συσχετίζονται με το σενάριο.

Ο Juan José Millás τοποθετεί πάντα τις ιστορίες του σε ένα ρεαλιστικό κοινωνικό υπόβαθρο, ακόμη και όταν η πλοκή μετατρέπεται σιγά-σιγά, σε κάτι παράξενο, αναπάντεχο ή σουρεαλιστικό. Πρόκειται για μια πολύ μοναδική ισορροπία μεταξύ της πραγματικότητας και μιας αναπάντεχης εξέλιξης φανταστικών γεγονότων.

– Θεωρείτε ότι είναι ένα σενάριο με το οποίο όλοι οι θεατές μπορούν να ταυτιστούν, μιας και όλοι μας έχουμε κλειστεί σε ένα σπίτι κατά την περίοδο της πανδημίας;

Ήταν πράγματι μια σύμπτωση που είναι αδύνατο να προβλεφθεί. Το μυθιστόρημα γράφτηκε πολύ πριν από την πανδημία, αλλά περιγράφει μια κατάσταση, δηλαδή το να εξαφανίζεται κανείς κατά κάποιον τρόπο στη φωλιά του, που μπορεί να θεωρηθεί μεταφορά των ημερών μας κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού. Νομίζω ότι όλοι θα ταυτιστούν μαζί του.

Felix Viscarret / Φωτ.: DavidHerranz

– Ποιο στοιχείο της ταινίας θεωρείτε το πιο πρωτότυπο;

Αυτό που πάντα θαύμαζα στα μυθιστορήματα του Millás είναι το γεγονός ότι οι αναπάντεχες περιπέτειες του βιβλίου είναι τόσο εντυπωσιακές όσο και ο εσωτερικός κόσμος των πρωταγωνιστών του. Οι νοητικές τους διεργασίες είναι πάντα τόσο πρωτότυπες όσο και οι απίστευτες περιπέτειες που βιώνουν.

– Ποιες προκλήσεις αντιμετωπίσατε κατά τη διαδικασία παραγωγής της ταινίας;

Τα γυρίσματα κατά τη διάρκεια της καραντίνας μιας ιστορίας για κάποιον που κρύβεται μέσα στο σπίτι μιας οικογένειας μας έκαναν να περάσουμε από διαδικασίες πολύ παρόμοιες με αυτές που περιγράφονται στην ιστορία.

– Η ταινία κινείται ανάμεσα σε διαφορετικά ύφη, από χιούμορ έως σασπένς, ανάλογα με τις περιστάσεις. Πώς καταφέρνετε να μεταπηδάτε από το ένα είδος στο άλλο με τόσο ευέλικτο τρόπο;

Αυτό είναι ένα από τα στοιχεία του μυθιστορήματος που με προσέλκυσαν περισσότερο. Νομίζω ότι είναι λιγότερο διεγερτικό όταν παρακολουθείς μια ταινία που από την αρχή ξέρεις πώς θα τελειώσει. Ή τουλάχιστον, μερικές φορές εκτιμάς ότι μια ταινία μεγάλου μήκους δεν περιορίζεται τόσο πολύ από τους κανόνες και τις μορφές του είδους. Νομίζω ότι αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο αυτή η ιστορία θα εκπλήξει τον θεατή και σίγουρα θα τον οδηγήσει κάπου απροσδόκητα.

– Κάθε σκηνοθέτης έχει στο μυαλό του έναν «ιδανικό θεατή». Ποιος είναι ο δικός σας ιδανικός θεατής; Εκτός από το κοινό των φεστιβάλ σε ποιους απευθύνεται αυτή η ταινία;

Είναι μια ταινία για όποιον θέλει να εκπλαγεί με μια ιστορία όπου δεν ξέρεις πόσο μακριά θα φτάσει ο πρωταγωνιστής για να φτάσει στον στόχο του. Είναι επίσης μια ιστορία για όσους απολαμβάνουν να εξερευνούν τις νοητικές μας διεργασίες, το πώς παρατηρούμε τη ζωή, το πώς καμιά φορά κατασκοπεύουμε τους γείτονές μας και το πώς επιθυμούμε αυτό που είναι απαγορευμένο. Και είναι επίσης μια ιστορία για όσους είναι έτοιμοι να γελάσουν με τις κρυφές εμμονές των ανθρώπων.

– Πόσο σημαντικό θεωρείτε να υπάρχει ένα φεστιβάλ όπως το FeCHA που φέρνει στο προσκήνιο την ισπανική κινηματογραφική κουλτούρα;

Για έναν κινηματογραφιστή δεν υπάρχει τίποτα πιο βαθιά συγκινητικό από το να βλέπεις την ιστορία σου να ταξιδεύει, δημιουργώντας συναισθήματα στους θεατές σε όλο τον κόσμο. Είναι τιμή μου. Είναι επίσης μια μεγάλη ευχαρίστηση και μια σημαντική διαπίστωση. Και κάτι τέτοιο θα ήταν αδύνατο χωρίς φεστιβάλ όπως κι αυτό.

– Τι να περιμένει το διεθνές κοινό από εσάς στο μέλλον; Ποια είναι τα σχέδιά σας;

Μέχρι το τέλος Ιουνίου θα παρουσιάσω μια νέα μεγάλου μήκους ταινία στην Ισπανία. Αυτή τη φορά πρόκειται για ένα πρωτότυπο σενάριο, βασισμένο στις δικές μου εμπειρίες. Είναι μια δραμεντί για το πώς οι άνθρωποι όταν γίνονται γονείς αναγκάζονται να ωριμάσουν. Είναι μια πολύ διαφορετική ιστορία, αλλά εξετάζει επίσης την ανθρώπινη κατάσταση με χιούμορ και τρυφερότητα. Ελπίζω μια μέρα να μπορέσω να την παρουσιάσω και στην Ελλάδα!

Masterclass:
Παρασκευή 26 Μαΐου 2023, 19.00, Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο (Γραβιάς 4-6, Αθήνα)
Masterclass σεναρίου από τον Félix Viscarret • Είσοδος Ελεύθερη

Προβολές:

Παρασκευή 26 Μαΐου | 20:50
ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΣΚΙΕΣ (No Mires a los Ojos) • Παρουσία του σκηνοθέτη
Ελληνίς Cinemax Europa Cinemas (Λ. Κηφισίας 29, Αθήνα, Μετρό Αμπελόκηποι)

Δευτέρα 29 Μαΐου | 23:00
ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΣΚΙΕΣ (No Mires a los Ojos)
Αελλώ Cinemax (28ης Οκτωβρίου / Πατησίων 140, Αθήνα)