Ο Jacob Lawrence, ο οποίος είναι γνωστός για τους ζωηρούς παραστατικούς πίνακές του που επικεντρώνονται στις εμπειρίες των μαύρων Αμερικανών, στην καθημερινή ζωή στο Χάρλεμ και σε γεγονότα της αμερικανικής ιστορίας, είναι ένας από τους πιο διάσημους ζωγράφους του 20ού αιώνα. Ο ίδιος είχε πει κάποτε ότι τα έργα του «εκφράζουν τη ζωή και την εμπειρία μου. Ζωγραφίζω τα πράγματα για τα οποία γνωρίζω και τα πράγματα που έχω βιώσει».

Ο Lawrence καλλιέργησε το ενδιαφέρον του για το σχέδιο και τη ζωγραφική στα σχολικά του χρόνια.

Γεννημένος το 1917, στο Ατλάντικ Σίτι του Νιου Τζέρσεϊ, ο Lawrence μετακόμισε στο Χάρλεμ σε ηλικία 12 ετών με τη μητέρα του μετά τον χωρισμό των γονιών του. Με την άφιξή του στη Νέα Υόρκη, ο καλλιτέχνης παρακολούθησε το Δημόσιο Σχολείο 89, καθώς και ένα καλλιτεχνικό μετασχολικό πρόγραμμα στο Utopia Children’s Center, το οποίο εκείνη την εποχή διηύθυνε ο ζωγράφος Charles Alston. Ο Lawrence θα συνέχιζε να δημιουργεί σχέδια και πίνακες κατά τη διάρκεια του λυκείου πριν ενταχθεί σε ένα πρόγραμμα της Νέας Συμφωνίας (New Deal), το Civilian Conservation Corps, για το οποίο εργάστηκε στα βόρεια της Νέας Υόρκης στις αρχές της δεκαετίας του 1930. Όταν επέστρεψε στο Χάρλεμ λίγα χρόνια αργότερα, ο καλλιτέχνης ασχολήθηκε με το Harlem Community Art Center, όπου γνώρισε τη γλύπτρια Augusta Savage, η οποία διηύθυνε τον οργανισμό. Εκείνη την περίοδο γνώρισε επίσης τον ιστορικό και λέκτορα Charles “Professor” Seifert, ο οποίος επηρέασε από νωρίς το έργο του Lawrence και πρόσφερε στον καλλιτέχνη πρόσβαση στην τεράστια προσωπική του συλλογή λογοτεχνίας. Ορισμένοι από τους πρώτους πίνακες του Lawrence, συμπεριλαμβανομένης μιας σειράς του 1937 που επικεντρώθηκε στον Αϊτινό επαναστάτη Toussaint L’Ouverture και αποτελείται από 41 πίνακες, είχαν ως θέμα τους ιστορικές προσωπικότητες.

Η “Αναγέννηση του Χάρλεμ”

Η Αναγέννηση του Χάρλεμ (Harlem Renaissance) ήταν ένα καλλιτεχνικό και πολιτικό κίνημα που επαναπροσδιόρισε το λεγόμενο “Blackness” στις ΗΠΑ ως μια πράξη απελευθέρωσης από τις μετα-προπολεμικές διακρίσεις και τα στερεότυπα, προερχόμενα από τους νόμους του Jim Crow και την αφθονία του blackface στην κινηματογραφική οθόνη [σ.σ. μια μορφή θεατρικού μακιγιάζ που χρησιμοποιήθηκε κυρίως από μη μαύρους για να απεικονίσει τους μαύρους ως καρικατούρα]. Μέσα σε αυτό το κίνημα, το Χάρλεμ στη Νέα Υόρκη λειτούργησε ως το επίκεντρο της μαύρης φιλοσοφίας, τέχνης και μουσικής από τα μέσα της δεκαετίας του 1920 έως τη δεκαετία του 1930.

Αυτό το κίνημα ευθυγραμμίστηκε με τα χαρακτηριστικά του Νέου Νέγρου (New Negro) που ίδρυσε ο Alain Locke (1885-1954). Βασισμένοι στα ιδανικά της οικονομικής ανεξαρτησίας από τη λευκή Αμερική, ο Νέος Νέγρος ενσωμάτωσε την προοδευτική πολιτική, την υπερηφάνεια των Μαύρων και τη φυλετική συνείδηση. Ο Locke, ο οποίος ήταν ο πρώτος μαύρος λόγιος της Rhodes του Oxford από το 1907, ενέπνευσε αναμφισβήτητα την Αναγέννηση του Χάρλεμ καθώς σε αυτήν ενσαρκώθηκαν τα ιδανικά του Νέου Νέγρου, ειδικά ως απάντηση σε αυτά που ο Locke θεωρούσε στερεότυπα του Παλαιού Νέγρου που δημιουργήθηκαν από τη λευκή κοινωνία. Η ταυτότητα του Παλαιού Νέγρου απέκλειε κάθε αυτοπροσδιορισμό από τους Μαύρους Αμερικανούς και πολιτιστικοί ηγέτες όπως ο Locke προσπάθησαν να αλλάξουν την εθνική αφήγηση και να επιδείξουν την αριστεία των Μαύρων. Με αυτόν τον τρόπο, η Αναγέννηση του Χάρλεμ χρησίμευσε ως το όχημα για τους μαύρους καλλιτέχνες, φιλοσόφους, μουσικούς και συγγραφείς για να δημιουργήσουν μια νέα συλλογική μαύρη ταυτότητα.

Ο Jacob Lawrence είδε τους καινοτόμους και αυτοσχέδιους τρόπους ζωής που δημιουργήθηκαν από τη σύγκλιση της Μεγάλης Μετανάστευσης, της Ύφεσης, της εποχής της jazz και της Αναγέννησης του Χάρλεμ και εμπνευσμένος από το ενδιαφέρον της κοινότητας του Χάρλεμ για την πολιτισμική κληρονομιά των ριζών τους, ο Lawrence έγινε ο “παραμυθάς” ζωγράφος των μαύρων, ένας θρύλος της γειτονιάς του Χάρλεμ – και όχι μόνο.

To διάσημο Cotton Club στο Χάρλεμ της Νέας Υόρκης, το οποίο αποτέλεσε αναπόσπαστο κομμάτι της “Αναγέννησης του Χάρλεμ” / Πηγή: Wikimedia Commons

Το 1938, ο καλλιτέχνης διοργανώνει ατομική έκθεση και αρχίζει να εργάζεται για το WPA Federal Art Project.

Παρουσίασε 16 πίνακες στο Harlem YMCA το 1938, αφού είχε αρχίσει να ζωγραφίζει μερικές από τις πρώτες σκηνές δρόμου και, σε ένα δοκίμιο που συνόδευε την έκθεση, ο Alston έγραψε ότι ο καλλιτέχνης «είναι ιδιαίτερα ευαίσθητος με αυτά που συμβαίνουν γύρω του – τη χαρά, τον πόνο, την αδυναμία, τη δύναμη των ανθρώπων που βλέπει καθημερινά». Την ίδια χρονιά, άρχισε να εργάζεται στο τμήμα ζωγραφικής με καβαλέτα του WPA Federal Art Project. Μερικές από τις δημιουργίες του Lawrence από τα τέλη της δεκαετίας του 1930 εξετάζουν τις ζωές του Frederick Douglass, Αμερικανού κοινωνικού μεταρρυθμιστή που δραπέτευσε από τη δουλεία στο Μέριλαντ, και της Harriet Tubman, κοινωνικής ακτιβίστριας που γεννήθηκε σε περιβάλλον δουλείας και πραγματοποίησε 13 αποστολές διάσωσης περίπου 70 σκλάβων.

“Struggle: From the History of the American People”, 1954–56 / Πηγή: Artists Rights Society (ARS), New York

Ο Lawrence δημιουργεί μια από τις πιο διάσημες σειρές του στις αρχές της δεκαετίας του 1940.

Από το 1940 έως το 1941, ο καλλιτέχνης δούλεψε πάνω στη σειρά “Migration” (Μετανάστευση), ένα βασικό έργο στην ιστορία της αμερικανικής μοντέρνας τέχνης που περιλαμβάνει 60 οικεία, μικρής κλίμακας πάνελ και αφηγείται τη μετανάστευση των μαύρων Αμερικανών από το νότο στις βόρειες πόλεις κατά το πρώτο μισό του 20ού αιώνα. Μέσω συνοδείας κειμένου και δυναμικών εικόνων, η στοχαστική σειρά αφηγείται τις κοινωνικές, πολιτικές, οικονομικές και περιβαλλοντικές συνθήκες που συνέβαλαν σε αυτές τις μεταναστεύσεις, περιγράφοντας λεπτομερώς το ταξίδι προς το βορρά και τις συνθήκες εργασίας και διαβίωσης σε πόλεις όπως το Σικάγο και το Πίτσμπουργκ.

Τα έργα αναμεταδίδουν τη βία και τις διακρίσεις προς τους μαύρους Αμερικανούς τόσο στις νότιες όσο και στις βόρειες περιοχές των ΗΠΑ και καταλήγουν σε μία εικόνα μιας γεμάτης σιδηροδρομικής πλατφόρμας με την περιγραφή «Και οι μετανάστες συνέχισαν να έρχονται». Η σειρά “Migration” εκτέθηκε για πρώτη φορά στη γκαλερί Downtown Gallery στη Νέα Υόρκη το 1941, την ίδια χρονιά που παντρεύτηκε την καλλιτέχνιδα Gwendolyn Knight. Ο Lawrence, στη συνέχεια, θα παρουσίαζε μια ατομική έκθεση ζωγραφικής στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της πόλης το 1944. Για ένα τεύχος του ARTnews που συνέπεσε με την έκθεση στο MoMA το 2020, η Aline B. Louchheim παρουσίασε το προφίλ του καλλιτέχνη, γράφοντας για το ύφος του: «Η λεπτομέρεια αποσιωπάται, εκτός αν λειτουργεί τόσο ως μέρος του σχεδίου όσο και ως βασικό μέρος του γεγονότος. Η απότομη προοπτική του δημιουργεί αμεσότητα».

Ο καλλιτέχνης δίδαξε στο Black Mountain College στη Βόρεια Καρολίνα, αφού υπηρέτησε στην Ακτοφυλακή των ΗΠΑ.

Μετά την απόλυσή του το 1945 από την Αμερικανική Ακτοφυλακή, στην οποία είχε καταταγεί το 1943, ο Lawrence προσκλήθηκε το 1946 να διδάξει ζωγραφική στο φημισμένο Black Mountain College της Βόρειας Καρολίνας από τον Josef Albers, εκπαιδευτικό του ιδρύματος. Ο Lawrence είπε κάποτε ότι η θητεία του στο σχολείο ήταν καθοριστική για τη φιλοσοφία του ως εκπαιδευτικού: «Όταν διδάσκω καταλαβαίνω πως είμαι σίγουρα απόγονος του Bauhaus. Δεν δίνω έμφαση στο περιεχόμενο. Δίνω έμφαση στην κατανόηση των αφηρημένων στοιχείων και στην επίγνωση του τι μπορείς να κάνεις με αυτά». Αργότερα στην καριέρα του, θα αναλάβει επίσης θέσεις διδασκαλίας σε ιδρύματα όπως το Skowhegan School of Painting and Sculpture στο Μέιν, το New School for Social Research στη Νέα Υόρκη, το Art Students League στη Νέα Υόρκη, το Brandeis University στη Μασαχουσέτη και το University of Washington στο Σιάτλ.

“Struggle: From the History of the American People”, 1954–56 / Πηγή: Artists Rights Society (ARS), New York

Μια σειρά που ολοκλήρωσε ο Lawrence τη δεκαετία του 1950 επικεντρώνεται στην αμερικανική ιστορία από το 1775 έως το 1817.

Μεταξύ 1954 και 1956, ο καλλιτέχνης ζωγράφισε τη σειρά “Struggle: Από την ιστορία του αμερικανικού λαού”, η οποία αποτελείται από 30 πίνακες και έγινε αντικείμενο έκθεσης του 2020 στο Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης της Νέας Υόρκης. Επισημαίνει ιστορικά γεγονότα όπως η διάβαση του Ντέλαγουερ από τον Ουάσινγκτον κατά τη διάρκεια της Αμερικανικής Επανάστασης, η σφαγή της Βοστώνης το 1770, η μάχη του Μπένινγκτον το 1777 και άλλα, εστιάζοντας στις εμπειρίες και τις προοπτικές των μαύρων στρατιωτών, των ομάδων των ιθαγενών, των γυναικών και άλλων. Ένας πίνακας που απεικονίζει την Εξέγερση του Shays, ο οποίος έλειπε από τη σειρά αυτή από το 1960, ανακτήθηκε στη Νέα Υόρκη τον Οκτώβριο του 2020 και παρουσιάστηκε ως μέρος της έκθεσης του Met – ο αυτός εμφανίστηκε επίσης σε παρουσιάσεις της έκθεσης, η οποία διοργανώθηκε από το Peabody Essex Museum στη Μασαχουσέτη, στο Μπέρμιγχαμ, το Σιάτλ και την Ουάσινγκτον το 2021.

Ο Lawrence εξέθεσε έργα του και σε άλλα σημαντικά ιδρύματα στις επόμενες δεκαετίες της καριέρας του.

Ο καλλιτέχνης παρουσίασε μια σειρά από εκθέσεις-ορόσημα στις δεκαετίες του 1960, 1970 και 1980. Η Αμερικανική Ομοσπονδία Τεχνών στη Νέα Υόρκη παρουσίασε μια αναδρομική έκθεση του έργου του το 1960 και μια ταξιδιωτική αναδρομική έκθεση άνοιξε στο Μουσείο Whitney το 1974. Το 1983 εξελέγη μέλος της Αμερικανικής Ακαδημίας Τεχνών και Γραμμάτων και τρία χρόνια αργότερα είχε αναδρομική έκθεση στο Μουσείο Τέχνης του Σιάτλ. Στη δεκαετία του 1990, ο καλλιτέχνης δημιούργησε έργα με γκουάς σε χαρτί, καθώς και μεταξοτυπίες με καθημερινές σκηνές – όπως άνθρωποι που παίρνουν τα μέσα μαζικής μεταφοράς ή παίζουν χαρτιά – καθώς και εικόνες που θυμίζουν ιστορικά γεγονότα. Ο καλλιτέχνης πέθανε στο Σιάτλ το 2000 και σήμερα η τέχνη του βρίσκεται στις συλλογές του Smithsonian American Art Museum, του Whitney, της Phillips Collection και σε άλλη μέρη.

O Jacob Lawrence στο στούντιό του

Με πληροφορίες από Art & Obejct, ARTnews, Wikipedia, University of Washington Magazine, Whitney