Φέτος συμπληρώνονται 70 χρόνια από το θάνατο μιας εξέχουσας μορφής της σύγχρονης τέχνης, του Henri Émile Benoît Matisse, (31 Δεκεμβρίου 1869 – 3 Νοεμβρίου 1954). Πρόκειται για έναν από τους σημαντικότερους Γάλλους ζωγράφους του 20ου αιώνα, γνωστός για τη χρήση του χρώματος και τη ρευστή και πρωτότυπη σχεδίασή του.

Ο Matisse θεωρείται, μαζί με τον Picasso και τον Marcel Duchamp, ως ένας από τους τρεις καλλιτέχνες που συνέβαλαν στον καθορισμό των εξελίξεων στις πλαστικές τέχνες κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα, όμως τα έργα του με τα έντονα και φωτεινά χρώματα με τις απλοποιημένες φόρμες και τα έντονα περιγράμματα δεν έτυχαν τότε θερμής υποδοχής. Ωστόσο, ο Matisse επέμεινε στην προσωπική του ματιά και αισθητική και τελικά κατάφερε να ασκήσει βαθιά επιρροή στους καλλιτέχνες της εποχής του και σε όσους ακολούθησαν.

Ο ιδρυτής του Φωβισμού -ενός καλλιτεχνικού κινήματος, που δεν σχετίζεται με την δική μας ελληνική λέξη «φόβος», αλλά προέρχεται από τη γαλλική λέξη “fauve” που μεταφράζεται σε άγριο θηρίο και θεωρείται ένα από τα πρώτα επαναστατικά κινήματα στη ζωγραφική- δεν θα έπρεπε να είναι μόνο γνωστός για το στίγμα που άφησε στην τέχνη, αλλά και για την αντίληψή του για την ίδια τη ζωή.

Πραγματικότητα και αλήθεια

«Η ακρίβεια δεν είναι αλήθεια»

Αυτές οι λέξεις του μεγάλου δημιουργού αποτυπώνουν κατά κάποιο τρόπο ένα ερώτημα που γεννιέται σε πολλούς από εμάς καθώς παρατηρούμε έναν πίνακα: άραγε μπορούν τα πινέλα και τα χρώματα να αποτυπώσουν με ακρίβεια την άπειρη λεπτομέρεια ενός αντικειμένου, ενός τοπίου ή ενός προσώπου;

Ή απλούστερα: μπορεί να αποτυπωθεί η αλήθεια με ακρίβεια;

Για τον Matisse, υπήρχε μία διαρκής αναζήτηση της αλήθειας. Το τελικό αποτέλεσμα στους πίνακές του ερχόταν μετά από πολύ σκέψη και αμφισβήτηση. Η απάντηση έχει μία πιο ψυχολογική μορφή που δεν βασίζεται στη λογική.

«Δεν ζωγραφίζω κυριολεκτικά αυτό το τραπέζι, αλλά το συναίσθημα που προκαλεί πάνω μου».

Για να αποδείξει περαιτέρω την άποψή του, σχεδίασε μια φορά τέσσερις περιπτώσεις του προσώπου του, σημειώνοντας ότι σε ορισμένες εκδοχές το σαγόνι του ήταν μεγαλύτερο, ενώ σε άλλες τα γυαλιά του ήταν μικρότερα. Καθένα από αυτά ήταν διαφορετικό, αλλά κανένα από αυτά δεν ήταν ασύμβατο με τα δικά του χαρακτηριστικά, έτσι όπως τα παρατηρούσε μόνος του στον καθρέφτη. Η «αλήθεια» δεν βρισκόταν στην αυστηρή αναπαραγωγή αλλά σε κάτι πιο ανεξιχνίαστο.

Matisse

«Όταν ζωγραφίζω ένα πορτραίτο, επανέρχομαι ξανά και ξανά στο σκίτσο μου και κάθε φορά μοιάζει να είναι ένα διαφορετικό πορτρέτο. Δεν είναι κάτι που το βελτιώνω, αλλά σαν να ξεκινώ από την αρχή. Κάθε φορά αντλώ από το ίδιο άτομο ένα διαφορετικό ον», αναφέρει ο καλλιτέχνης σε ένα άρθρο που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό της UNESCO το 1953, ένα χρόνο πριν αφήσει την τελευταία του πνοή.

Όταν ο Matisse είχε διαγνωστεί με καρκίνο του δωδεκαδακτύλου το 1941 και καθηλώθηκε μόνιμα σε αναπηρικό καροτσάκι και στο κρεβάτι του, δεν άφησε την αρρώστια του να τον καταβάλει και να τον κρατήσει μακριά από την τέχνη του. Με τη βοήθεια των βοηθών του, αναδιοργάνωσε την κρεβατοκάμαρά του ώστε να έχει άμεση πρόσβαση στα απαραίτητα καλλιτεχνικά υλικά και άρχισε να δημιουργεί κολάζ από κομμένο χαρτί, συχνά σε μεγάλη κλίμακα, που ονομάζεται γκουάς ντεκουπέ.

Η σειρά του Blue Nudes περιλαμβάνει κορυφαία παραδείγματα αυτής της τεχνικής που ονόμασε «ζωγραφική με ψαλίδι». Ένα από αυτά είναι η τοιχογραφία “Πισίνα” (1952), που φτάνει σε πλάτος τα 16 μέτρα και μέσα στην απόλυτη απλότητά της καταφέρνει να έχει μία παιχνιδιάρικη δύναμη που μαγνητίζει το βλέμμα του παρατηρητή του πίνακα και αυτό το πετυχαίνει παίζοντας με τη γεωμετρία. Ακόμα και καθηλωμένος, δε σταμάτησε στιγμή να δημιουργεί, επιβεβαιώνοντας το ταλέντο, την ευφυΐα και την αστείρευτη πηγή έμπνευσης που του έδινε η τέχνη, καθώς και η ίδια η ζωή.

“Η Πισίνα”, Henri Matisse, 1952 Φωτ.: MoMA

«Ο καλλιτέχνης παίρνει από το περιβάλλον του ό, τι μπορεί να κινητοποιήσει την εσωτερική του όραση. Με αυτόν τον τρόπο ο ίδιος ο καλλιτέχνης βρίσκει την κατάλληλη στιγμή και διάθεση για να δημιουργήσει. Με ό,τι έχει εμπλουτίσει τον εσωτερικό του κόσμο και με ό,τι έχει κατακτήσει συνθέτει ένα νέο ρυθμό», είχε γράψει στο άρθρο της Unesco σχετικά με τον τρόπο που δημιουργούσε τα έργα του για πάνω από 60 χρόνια.

Η σκληρή δουλειά είναι το κλειδί της επιτυχίας

«Πρέπει να βλέπουμε τον εαυτό μας με την ίδια περιέργεια και ανοιχτότητα με την οποία μελετάμε ένα δέντρο, τον ουρανό ή μια σκέψη, γιατί κι εμείς είμαστε συνδεδεμένοι με ολόκληρο το σύμπαν».

Η στάση του τόσο για την τέχνη όσο και για τη ζωή ήταν μια στάση προσεκτικής εξέτασης και των δύο, ενώ ταυτόχρονα έτρεφε θαυμασμό γι’ αυτές. Ο θαυμασμός ήταν η σύνδεσή του με το σύμπαν και προσπαθούσε συνεχώς να επανεφευρίσκει νέους τρόπους για να τον τρέφει.

«Ένας καλλιτέχνης πρέπει να κατέχει τη Φύση. Πρέπει να ταυτιστεί με τους ρυθμούς της με προσπάθειες που θα προετοιμάσουν τη μαεστρία που αργότερα θα του επιτρέψει να εκφραστεί στη γλώσσα του».

Αυτό απόσπασμα είναι μέρος μιας επιστολής που έγραψε στο πλαίσιο της προετοιμασίας για μια έκθεση με τα έργα του που θα πραγματοποιηθεί στη Φιλαδέλφεια στα τέλη της δεκαετίας του 1940. Στην ίδια αλληλογραφία εξέφρασε την ανησυχία του για την επίδραση στους νέους καλλιτέχνες όταν είδαν το έργο του και εντόπισαν εμφανή «αμέλεια» καθώς και ότι η εκτέλεσή του ήταν γρήγορη και χαλαρή:

«Πάντα προσπαθούσα να κρύψω τις δικές μου προσπάθειες και ευχόμουν τα έργα μου να έχουν την ελαφρότητα και τη χαρά μιας άνοιξης που ποτέ δεν αφήνει κανέναν να υποψιαστεί τους κόπους που κόστισε».

Σύμφωνα με τον Matisse οι νέοι ζωγράφοι πίστευαν ότι τέχνη είναι να ζωγραφίζουν «από καρδιάς» καθώς και ότι το να γίνεις καλλιτέχνης είναι ένας εύκολα επιτεύξιμος προορισμός. Αυτή ήταν μία ανησυχία του την οποία συνόψισε συνοπτικά με την ακόλουθη φράση:

«Η αργή και επίπονη δουλειά είναι απαραίτητη».

Η προσέγγιση της ζωής του Matisse μέσα από την τέχνη

Ο Matisse είχε πολλά να πει για την εκφραστική δύναμη της ζωγραφικής εικόνας και αντιμετώπισε ως έργο της ζωής του την εξερεύνηση αυτής της περιγραφικής δυνατότητας.

«Ένα έργο τέχνης πρέπει να είναι αρμονικό στο σύνολό του. γιατί οι περιττές λεπτομέρειες, στο μυαλό του θεατή, θα καταπατούσαν τα ουσιαστικά στοιχεία».

Ήταν ακριβώς αυτή η εξισορροπητική πράξη που γοήτευσε τόσους πολλούς καλλιτέχνες από τον 19ο αιώνα και μετά, κυρίως τους ιμπρεσιονιστές ζωγράφους. Η προθυμία τους να προωθήσουν την τέχνη της συνολικής ενότητας σε βάρος της λεπτομέρειας απελευθέρωσε τόσους πολλούς καλλιτέχνες που τους ακολούθησαν — με τον Matisse ανάμεσά τους.
Το χρώμα ήταν το πιο σημαντικό εργαλείο του. Ένα απόσπασμα δείχνει ακριβώς πώς ένιωθε για το χρώμα:

«Από τη στιγμή που κράτησα το κουτί με τα χρώματα στα χέρια μου, ήξερα ότι αυτή ήταν η ζωή μου. Ρίχτηκα μέσα του σαν θηρίο που βυθίζεται προς το αυτό που αγαπά».

Ο Matisse αγαπούσε να χρησιμοποιεί φωτεινά χρώματα και αυτό μπορούμε εύκολα να το εντοπίσουμε στα έργα του: “Το Κόκκινο Στούντιο”, “Το Μπλε Γυμνό”, “Δύο Μάσκες (η ντομάτα)”. Τα έντονα χρώματα αρχικά προκαλούσαν αρνητικές αντιδράσεις στον κόσμο της τέχνης, της εποχής του. Όμως εκείνος επέμεινε. Το 1912, απαντώντας στον λόγο για τον οποίο ζωγράφισε μπλε ντομάτες σε έναν καμβά, είπε: «Επειδή τις βλέπω με αυτόν τον τρόπο και δεν μπορώ να κάνω κάτι αν κανείς άλλος δεν το βλέπει».

Μια άλλη εξίσου αξιομνημόνευτη δήλωσή του σχετικά με το χρώμα, ήταν:

«Ένας τόνος μόνο είναι μόνο ένα χρώμα, δύο τόνοι είναι συγχορδία, αυτή είναι η ζωή».

Εδώ, ο Matisse όχι μόνο κάνει έναν παραλληλισμό μεταξύ της μη αναπαραστατικής ζωγραφικής και της μουσικής, αλλά καταφέρνει με μία τόσο συνοπτική πρόταση να αποτυπώσει την ουσία της ύπαρξης. Οι τελευταίες λέξεις «αυτή είναι η ζωή» στα αγγλικά «that’s life», έχουν τη μεγαλύτερη βαρύτητα.

Με τη χρήση πολλών και έντονων χρωμάτων, ο καλλιτέχνης έπλαθε έναν κόσμο ζωντανό, πολυφωνικό και αυτό τον τρόπο αναδείκνυε ό,τι του έκανε εντύπωση ή ό,τι θεωρούσε όμορφο και ξεχωριστό. Για τον Matisse, αυτή ήταν μία πολύ σημαντική πλευρά της ζωγραφικής, αλλά της ζωής, το να καταφέρνουμε να βρίσκουμε ομορφιά σε όλα αυτά που συναντάμε. Αυτό το έθεσε πιο ποιητικά πάλι σε μία πρόταση:

«Υπάρχουν πάντα λουλούδια για όσους τα αναζητούν».

Αν βρεθείτε ποτέ μπροστά από κάποιο έργο του Matisse, να ψάξετε για το συναίσθημα που βρίσκεται πίσω από τα έντονα χρώματα. Να αναζητήσετε την ομορφιά που είδε ο καλλιτέχνης σε αυτό που τελικά αποτύπωσε στον καμβά. Ένας καλλιτέχνης με διαρκείς αναζητήσεις τις ακατανόητες πτυχές της ύπαρξης, οι οποίες πίστευε ότι θα μπορούσαν να γεννήσουν μια αλήθεια σωστή, τουλάχιστον για εκείνον.
Υπό το πνεύμα της δημιουργικής αφοβίας, ο Matisse κατάφερε να καθορίσει τις εξελίξεις τόσο στις πλαστικές τέχνες όσο και στη ζωγραφική και νομίζω ότι η ακόλουθη και τελευταία φράση του κειμένου θα μπορούσε να λειτουργήσει και ως δικός μας, προσωπικός οδηγός ζωής:

«Μια άλλη λέξη για τη δημιουργικότητα είναι το θάρρος».

Με στοιχεία από το Medium.