Η επιτυχία στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης στο παρελθόν μετριόταν με αριθμούς. Όσο περισσότερους ακόλουθους είχες, τόσο πιο πολύ “υπήρχες”. Ήσουν πιο επιδραστικός, πιο ορατός, πιο “μέσα” στον ρυθμό της εποχής. Σήμερα όμως το εκκωφαντικό βουητό των αλγορίθμων, η τεχνητή λάμψη της διαδικτυακής δημοσιότητας και η κούραση μιας δεκαετίας υπερέκθεσης έχουν αντιστρέψει το σκηνικό. Το νέο κύρος δεν κρύβεται στα εκατομμύρια των followers, αλλά στη σιωπή των λίγων ή ακόμα καλύτερα στην απουσία τους. Το cool είναι πια να είσαι κανείς. 

Η αλλαγή δεν ήρθε απότομα. Για χρόνια η λογική του “όσο περισσότερο τόσο το καλύτερο” κυβερνούσε τον ψηφιακό κόσμο. Οι πλατφόρμες επιβράβευαν την ποσότητα: περισσότερες δημοσιεύσεις, περισσότερα likes, περισσότερη έκθεση. Η διαδικτυακή ζωή έγινε επάγγελμα, μια καθημερινή επιτέλεση του εαυτού με φόντο την εμπορική αισθητική της αναγνωρισιμότητας. Όμως όπως κάθε υπερπαραγωγή το θέαμα κούρασε. Κάπου ανάμεσα στα hashtags, στις selfies και στις “αυθεντικές” εξομολογήσεις, ο άνθρωπος κουράστηκε από το ίδιο του το είδωλο. 

Στο περιβάλλον αυτό αναδύθηκε μια παράδοξη μορφή κύρους: η μετριοπάθεια. Η συνειδητή αποχώρηση από το θέαμα. Η επιλογή να μη φωνάζεις, να μη διεκδικείς το βλέμμα του πλήθους. Η νέα ελίτ της ψηφιακής εποχής δεν μετριέται σε clicks αλλά σε σιωπές. Στην υποψία ενός προφίλ που υπάρχει χωρίς να διεκδικεί τίποτα. Στην ελευθερία του να δημοσιεύεις χωρίς προσδοκία, χωρίς στρατηγική, χωρίς αλγόριθμο. 

Η δημοσιογράφος Έμιλι Σούντμπεργκ έγραψε πρόσφατα ότι σέβεται τη νέα αρχισυντάκτρια του περιοδικού Air Mail επειδή έχει λιγότερους από πεντακόσιους ακόλουθους στο ιδιωτικό της Instagram. Κάποτε αυτό θα ακουγόταν σαν αδυναμία. Σήμερα μοιάζει με πράξη αξιοπρέπειας. Ούτε ανάγκη για επιβεβαίωση, ούτε δημόσιες εξομολογήσεις. Μια μορφή επαγγελματισμού που δεν έχει ανάγκη το χειροκρότημα του πλήθους. 

Παρόμοια στάση έχει και η στυλίστρια Lotta Volkova που δημοσιεύει χωρίς σκηνοθεσία, χωρίς φίλτρα. Εικόνες από έναν ποταμό, μια άδεια αποθήκη, ένα φθαρμένο πάτωμα. Οι δημοσιεύσεις της δεν ψάχνουν για επιτυχία και γι’ αυτό ακριβώς την αποκτούν. Ο αρθρογράφος Jonah Weiner το περιγράφει εύστοχα: «Η στάση της είναι Who gives a f–k?» κι αυτή η αδιαφορία για την αποδοχή είναι το νέο νόμισμα του κύρους. 

Όσο η εποχή της υπερσύνδεσης ωρίμαζε, τόσο οι μεγάλοι αριθμοί άρχισαν να σημαίνουν λιγότερα. Τα εκατομμύρια των ακόλουθων αποδείχθηκαν φούσκες: bots, ανενεργοί λογαριασμοί, ψηφιακές σκιές που μετρούνται αλλά δεν υπάρχουν. Πολλοί από τους “μεγάλους” λογαριασμούς είναι πια φαντάσματα της δεκαετίας του 2010, μορφές που κάποτε πρωτοπορούσαν, αλλά τώρα συμβολίζουν το παλιό κατεστημένο του διαδικτύου. Η φρεσκάδα έχει περάσει αλλού: στους λίγους που επέλεξαν να μη συμμετέχουν στη φρενίτιδα. 

Η πανδημία λειτούργησε ως επιταχυντής. Όταν όλοι έκλεισαν μέσα, η οθόνη έγινε καθρέφτης και φυλακή. Ο κόσμος στράφηκε στα social για παρηγοριά, επιβεβαίωση, επικοινωνία. Όμως με το πέρασμα του χρόνου η εξάρτηση έγινε εξάντληση. Οι άνθρωποι κατάλαβαν πως η προσοχή είναι πεπερασμένος πόρος και πως όσο περισσότερο τη χαρίζεις στις πλατφόρμες, τόσο λιγότερη μένει για τον εαυτό σου. Η αμφισβήτηση γεννήθηκε από την κούραση. Η ανάγκη για αποσύνδεση έγινε πολυδιάστατη πράξη. 

Αυτή η νέα κουλτούρα της “αντι-φήμης” είναι και μια απάντηση στη μηχανική ψυχρότητα του αλγορίθμου. Οι πλατφόρμες γεμάτες αυτοματισμούς και τεχνητή νοημοσύνη προωθούν περιεχόμενο όχι για την αλήθεια του, αλλά για τη δυνατότητά του να κρατάει τον χρήστη κολλημένο στην οθόνη. Το κοινό κουράστηκε να είναι προϊόν και το μικρό προφίλ, ο λιγομίλητος δημιουργός, ο χρήστης που δεν κάνει reels και δεν μετράει likes, έγινε το νέο πρότυπο ελευθερίας. 

Μια κοινωνία που λατρεύει την ταχύτητα αρχίζει να θαυμάζει την επιβράδυνση. Η απραξία στα social μετατρέπεται σε δήλωση χαρακτήρα. Όπως παρατηρεί μια επαγγελματίας διαχειρίστρια social media, «το να έχεις κακή φωτογραφία και ατημέλητο προφίλ είναι δείγμα κύρους», γιατί σημαίνει ότι μπορείς να δημιουργήσεις τέλεια εικόνα αλλά δεν χρειάζεται. Το να μη χρειάζεσαι το βλέμμα των άλλων είναι η ύψιστη μορφή αυτονομίας. 

Σήμερα ο μέσος χρήστης των social media δε ψάχνει πια για πρότυπα με εκατομμύρια ακόλουθους. Ψάχνει για μικρές εστίες αυθεντικότητας. Για δημιουργούς που μοιάζουν περισσότερο με φίλους παρά με brands. Για λογαριασμούς που έχουν κάτι να πουν χωρίς να φωνάζουν.  

Υπάρχει κάτι το βαθιά ανθρώπινο σε αυτήν την επιστροφή. Ίσως κουραστήκαμε να είμαστε διαρκώς διαθέσιμοι, μελετημένα αυθόρμητοι, ψηφιακά τέλειοι. Ίσως η αληθινή επανάσταση να είναι απλώς η σιωπή. Να μη χρειάζεται να δείξεις τίποτα για να υπάρξεις. Να μη χρειάζεται να “ανεβάσεις” τη ζωή σου για να τη ζήσεις. 

Σε έναν κόσμο όπου κάθε like είναι συναλλαγή, κάθε ανάρτηση επένδυση και κάθε follower ένα ψηφίο στην εξίσωση της ματαιοδοξίας, το δικαίωμα να μη μετριέσαι γίνεται πράξη αξιοπρέπειας. Η άρνηση της αναγνωρισιμότητας δεν είναι ήττα, είναι επιλογή. Το να είσαι “κανείς” είναι ίσως η πιο ειλικρινής ταυτότητα που μπορεί να έχει κάποιος στην εποχή της τεχνητής ορατότητας. 

Το μέλλον των κοινωνικών δικτύων να ανήκει όχι στους influencers, αλλά στους απόντες. Σε εκείνους που προτιμούν να υπάρχουν έξω από την αδιάκοπη ροή. Εκεί όπου η ζωή δεν χρειάζεται hashtag, ούτε αλγόριθμο μόνο αλήθεια, γιατί η πιο ριζοσπαστική μορφή επιτυχίας σήμερα είναι να μη σε βρίσκει κανείς. 

*Με στοιχεία από το Psychology Today 

 

 

 Ακολουθήστε το OLAFAQ στο Facebook, Bluesky και Instagram.