To ημερολόγιο δείχνει 28 Μαΐου του 2009. Η συναυλία των AC/DC στο OAKA έχει μόλις τελειώσει και εγώ κάθομαι οκλαδόν αποκαμωμένος, αλλά ικανοποιημένος και χαρούμενος, στο προστατευτικό του ποδοσφαιρικού γηπέδου, το οποίο έχει πατηθεί για πάνω από 7-8 ώρες από 50.000 κόσμου.

Εχω πιεί πάρα πολλές μπίρες -τόσες πολλές που όταν η παρέα μου με προκαλεί να τις μετρήσω, τούς δίνω δεκαδικό αριθμό.

Είμαι όμως 30 χρονών. Και όταν είσαι σε αυτή την ηλικία, σχεδόν νομοτελειακά έχεις άγνοια κινδύνου για όλα: για τον εαυτό σου, το στομάχι σου, την σωματική σου ακεραιότητα και, κυρίως, για τους άλλους που δεν σε πολυενδιαφέρει, στην κατάσταση όπου βρίσκεσαι, το αν θα τους προξενήσεις κακό, υπό οιαδήποτε μορφή και αν έρθει αυτό.

«Πάμε “Αυτόφωρο” για πατσά;», τούς πετάω με την αυτοπεποίθησή μου να μπαλαντζάρει μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας.

«Ρε μαλάκα, εδώ δεν μπορείς να περπατήσεις καλά καλά, θα οδηγήσεις;», μου αντιτείνει ο ένας, ο λιγότερο μεθυσμένος της παρέας.

«Μια χαρά είμαι ρε μαλάκα. Το’ χω», του απαντάω με την (παράλογα αυξημένη) αυτοπεποίθησή μου να έχει κάτσει για τα καλά πάνω στην πλάτη της λογικής.

Τρίχες είχα. Δεν είχα τίποτα.

Έκανα την απόσταση «ταρτάν ΟΑΚΑ-αυτοκίνητο παρκαρισμένο πλησίον του The Mall» μέσα σε περίπου μιάμιση ώρα, κάνοντας διαρκώς οκτάρια και προσπαθώντας να πείσω τους, εξίσου μεθυσμένους φίλους μου, ότι «να ρε μαλάκες, το’ χω, δείτε με τι κάνω».

Έκλεισα τα μάτια μου και προσπάθησα να αγγίξω αυτό που έπρεπε, αλλά τελικά μέσα στα δάχτυλά μου βρέθηκε κάτι μαλακό: ήταν ο λοβός του δεξιού αυτιού μου. Όχι η άκρη της μύτης μου.

«Η ζωή συνεχίζεται», σκέφτηκα, και κάπως έτσι, υπό αυτές τις όχι και τόσο ευοίωνες συνθήκες, μπήκαμε τέσσερα άτομα στο VW Polo μου με κατεύθυνση την Λεωφόρο Αλεξάνδρας. Οδήγησα. Δεν ξέρω πώς. Αλλά το έκανα.

Πάρκαρα, εντελώς στραβά, και με τον «κώλο» του να πετάει, το αυτοκίνητο πάνω στην Κυρίλλου Λουκάρεως, δίπλα στον Άρειο Πάγο.

Βγαίνοντας από το αυτοκίνητο και μέχρι το OCD μου να επιβεβαιώσει ότι ήταν όλα καλώς και ασφαλώς κλειδωμένα, πόρτες, παράθυρα, πορτ-μπαγκάζ, συνειδητοποίησα για πρώτη φορά εκείνη την νύχτα, με το ρολόι του κινητού μου να δείχνει 2.14 τα ξημερώματα της Παρασκευής, σε τι κατάσταση βρισκόμασταν όλοι μας: είδα μπροστά μου τρία ατάκτως ερριμένα ανθρώπινα σώματα, σαν τρία ναυάγια πλοίου, να περπατάνε κατά μήκος της Λουκάρεως και με κατεύθυνση τα φανάρια της Λ. Αλεξάνδρας.

Μια απόσταση τριών λεπτών που και αυτή έγινε, ω του θαύματος, μέσα σε κάτι περισσότερο από δέκα, καθώς καταφέραμε – διότι περί κατορθώματος επρόκειτο – να χαθούμε σε ένα στενό κάθετο στην Λουκάρεως και από ένα περίεργο μείγμα ενήλικης αγανάκτησης και μετεφηβικού χαβαλέ να χτυπάμε κουδούνια πολυκατοικιών και να τρέχουμε μετά, σαν να είμασταν 15χρονα. Που μάλλον είμασταν, σε εκείνη την φάση της ζωής μας.

Τέσσερα 15χρονα που πήραν το αυτοκίνητο του μπαμπά τους και ήταν σαν να οδηγούν χωρίς δίπλωμα. Και μεθυσμένα.

Εγκληματικό. Αλλά δεν είμαστε για επίρριψη κατηγοριών τώρα ως προς το τί συνέβη πριν 13 χρόνια: τώρα είμαστε έξω ακριβώς από το «Αυτόφωρο».

Το ότι κατάφερα και βρήκα την (κλειστή) πόρτα του καταστήματος και την άνοιξα, το θεωρώ ακόμη και τώρα ως μια από τις μεγαλύτερες προσωπικές υπερβάσεις της ζωής μου.

Δεν διαλέξαμε καν τραπέζι: «χυθήκαμε» στο πρώτο που βρήκαμε, μπαίνοντας. Ήμασταν τόσο μεθυσμένοι ακόμη, ώστε αρχικά νομίσαμε ότι ήμασταν μόνοι μας στο μαγαζί. Το εστιατόριο, φυσικά, ήταν φίσκα και εμείς απλώς ήμασταν εξαιρετικά τυχεροί ώστε βρήκαμε το ένα από τα εναπομείναντα δυο τραπέζια που ήταν άδεια.

Γύρω μας να επικρατεί το αδιαχώρητο, οχλαγωγία, φωνές, σπρωξίματα, αλλά εμείς σε φάση ζεν. Πιστεύοντας ότι είμαστε μόνοι μας στο προαύλιο του σχολείου μας.

Γρήγορα γρήγορα, κατά τα ειωθότα του μαγαζιού, έρχονται στο τραπέζι μας δυο μερίδες πατσάς, μια κρεατόσουπα, μια γίδα βραστή και ένα λεμονάτο μοσχαράκι. Πέντε πιάτα για τέσσερα άτομα.

«Αγόρι, έχεις φωτιά;», ακούμε ξαφνικά μια φωνή από δίπλα μας. Ένα γυναικείο χέρι σκουντάει τον αγκώνα του Θέμη, του πιο ψηλού και εμφανίσιμου της παρέας μου.

Ο Θέμης αφήνει κάτω το κουτάλι και κάνει αυτό που πρέπει: πιάνει τον zippo που είναι δίπλα στο πιάτο του και δίχως καν να σηκώσει το βλέμμα του, ανάβει το «Sante» της μεσήλικης γυναίκας.

Το σηκώνω εγώ όμως και την σκανάρω από την κορυφή έως τα νύχια: είναι καλυμμένη με ένα λεοπάρ φόρεμα από λεπτό ύφασμα, λόγω παραμονής καλοκαιριού. Είναι βαμμένη έντονα, φοράει στο πρόσωπό της τόση βάση για μέικαπ που πανωσηκώνεις όροφο με τόσο ασβέστη, αλλά είναι αρχετυπικά όμορφη, για μια τόσο λούμπεν παρουσία.

Την ρωτάω που δουλεύει και μου λέει ότι ανοίγει το πρόγραμμα σε ένα σκυλάδικο στην Λιοσίων και μόλις τώρα το αφεντικό την άφησε να φύγει, καθώς βγήκαν οι «φίρμες» του μαγαζιού, κάτι δευτερότριτες μορφές της (τότε) αθηναϊκής νύχτας.

«Τι τραγουδάς;», την ρωτάω μασώντας λίγο από τον (χοντροκομμένο και ποτέ ψιλοκομμένο, δεν είμαστε τίποτα χθεσινοί) πατσά μου και εκείνη κάνει μια παύση. Ανάβει ξανά το τσιγάρο της που είχε σβήσει λόγω των αναπνοών μας και μου απαντάει με μια βαριά και ταυτόχρονα βαθιά φωνή: «Αντζελα, Ρίτα, Πίτσα και στο τσακίρ Στανίση», μου απαντάει.

Παραλείπει να αναφέρει την λέξη «κέφι» μετά το «τσακίρ». Είναι φανερό ότι δεν περνάει καλά εκεί που είναι. Το μισοφαγωμένο πιάτο με τον πατσά που έχει μπροστά της, στο τραπέζι, ίσως και να είναι η μοναδική παρηγοριά της ζωής της -σίγουρα πάντως, είναι η μοναδική ανακούφιση της σημερινής της βραδιάς.

Φαίνεται να έχει φάει «ξύλο» στο μαγαζί σήμερα: είτε δεν τραγούδησε καλά, είτε δεν την χειροκρότησαν αρκετά, είτε τα «άκουσε» από το αφεντικό της. Πάντως φαίνεται ψυχολογικά εξουθενωμένη.

«Παιδιά, από που μας έρχεστε εσείς;», μάς απευθύνει την ερώτηση. Ο Θέμης, που πλέον έχει σηκώσει για τα καλά το βλέμμα του, προσπαθεί να της εξηγήσει ποιοι είναι οι AC/DC και τι κάναμε στο ΟΑΚΑ πριν μερικές ώρες, αλλά η κουβέντα που στήνεται σταυροπόδι και μεταξύ πατσά και μοσχαριού είναι μάταιη.

Τους αφήνω να μιλάνε και δίχως να πω απολύτως τίποτα, σηκώνομαι από το τραπέζι και παώ να φέρω λίγο μπούκοβο και να ζητήσω λίγο σκορδοστούμπι ακόμη. Ένας 50αρης μού δίνει ένα πιάτο και του λέω ευχαριστώ. Τα βλέμματά μας δεν συναντιούνται ποτέ αλλά ξαφνικά ακούω την φωνή του: «παλικάρι», μου λέει, εγώ γυρνάω και οι ματιές μας συναντιούνται για πρώτη φορά, «ναι;», τον ρωτάω, «ξέχασες το μπούκοβο», μου λέει.

«Σε ευχαριστώ Γιώργο», του απαντάω.

«Γνωριζόμαστε;», με ρωτάει ο Γιώργος Αζάρ, ο άνθρωπος που είναι πίσω από το ταμείο αυτή την στιγμή φορώντας μια λευκή ποδιά. Είναι ο ιδιοκτήτης του «Αυτόφωρου».

«Ναι, σε είχα κάνει ένα θέμα πριν 4-5 χρόνια για ένα περιοδικό. Είχαμε κάνει και μια φωτογράφηση στο μαγαζί και μετά είχαμε μιλήσει», του λέω.

Με ρωτάει το όνομα του περιοδικού και το όνομά μου. Του τα λέω και πολύ ευγενικά προσποιείται ότι δήθεν με θυμάται. Μου λέει ότι «τού είχε αρέσει το άρθρο μου» και με ρωτάει πού κάθομαι.

Του δείχνω το τραπέζι κοντά στην έξοδο.

«Τι να κεράσω;», με ρωτάει ευθέως.

«Μπίρες», του απαντάω, «και βάλε και άλλη μια για την κυρία δίπλα μας», και μετά από δυο λεπτά οι τρεις φίλοι μου με βλέπουν να περπατάω προς το μέρος τους, τρεκλίζοντας και μεταφέροντας έναν δίσκο με πέντε μπουκάλια, το περιεχόμενο των οποίων εξαφανίζεται εντός δεκαλέπτου.

Και μετά άλλες τέσσερις και ξανά άλλες τέσσερις – η μεσήλικη γυναίκα μάς έχει αποχαιρετήσει προ πολλού.

Τα πιάτα είναι άδεια μπροστά μας, αλλά όχι και το διπλανό μας τραπέζι. Ενας 60άρης με ψαρά μαλλιά και γένεια τουλάχιστον πέντε ημερών τραβάει πίσω την μια καρέκλα και ρίχνει απότομα όλο του τον όγκο πάνω της.

Σηκώνω το βλέμμα και οι ματιές μας συναντιούνται. Κάνει ότι γνέφει σε στυλ «γειά», ανεβοκατεβάζοντας αργά το κεφάλι του. Κουνάω το κεφάλι και εγώ, κατά το σύνηθες τελετουργικό των απανταχού ξενύχτηδων.

Αφήνει πάνω στο τραπέζι ένα μπρελόκ με το σήμα της Skoda.

«Ταρίφας», σκέφτομαι και πριν προλάβω να τελειώσω την σκέψη μου, ακούω την ερώτηση.

«Πώς ήταν η συναυλία παιδιά;». Τα AC/DC τι-σερτ του Θέμη και του Κώστα πρόδωσαν, σαν πρώιμο gps, την παρουσία μας στο ΟΑΚΑ.

«Πήγα δυο κούρσες εκεί το απόγευμα», συνεχίζει, «χαμός γινόταν. Πρώτη φορά στα χρόνια που δουλεύω φοβήθηκα ότι θα ξεμείνω στο ΟΑΚΑ για πάντα. Δεν κουνιόταν τίποτα».

Επιβεβαιώνουμε την παρουσία μας εκεί καθώς και το ότι ήταν μια συναυλία που θα θυμόμαστε για το υπόλοιπο της ζωής μας.

«Και εγώ με κλασικό ροκ μεγάλωσα», μας λέει, «με Ζeppelin και Floyd, αλλά αυτή η γαμημένη η νύχτα με ανάγκασε να αλλάξω ρεπερτόριο στα γεράματα. Κανείς δεν θέλει να ακούσει ροκ μέσα σε ένα ταξί. Όλοι θέλουν σκυλάδικα».

«Και τι κάνεις;», τον ρωτάει ο Θέμης. «Όταν δεν έχω πελάτη και είμαι μόνος, θα βάλω κανά σιντί Zeppelin ή Bad Company στην σιντιέρα να χαλαρώσω».

Τον κερνάμε δυο μπίρες και μας διηγείται ένα σκηνικό που του συνέβη, λέει, πρόσφατα, όταν το ταξί του έφαγε στην οροφή του κάτι πέτρες από το πουθενά, χωρίς καν να το περιμένει.

«Πού συνέβη αυτό;», τον ρωτάω, «στο τέρμα της Συγγρού, περνώντας κάτω από κάτι γέφυρες. Ποιος μαλάκας μπορεί να κάνει τέτοιες μαλακίες;», αναρωτιέται κατόπιν.

Η ώρα έχει πάει, αισίως, 4.37, όπως με ενημερώνει και το κινητό μου τηλέφωνο που αναβοσβήνει μπροστά μου, δεχόμενο ένα μήνυμα. Δεν το κοιτάω καν. Δεν υπάρχει και λόγος για ανταλλαγή μηνυμάτων στις 4.37 τα ξημερώματα. Ό,τι ήταν να γίνει, έγινε σήμερα το βράδυ.

Γύρω στις 5 το πρωί αποφασίζουμε να «σπάσουμε». Δεν έχουμε καν ανταλλάξει τα ονόματά μας με τον ταρίφα, όμως εκείνος προσφέρεται, πολύ ευγενικά, να πετάξει τον Κώστα τσάμπα μέχρι το σπίτι του στο Κουκάκι. «Σε διπλανά στενά μένουμε αδελφέ», τού λέει, «δεν θα σε άφηνα έτσι εδώ πέρα».

Οι άλλο δυο παιρνουν ταξί μπροστά από το «Αυτόφωρο» και εγώ περνάω το φανάρι απέναντι, προς τον Άρειο Πάγο, και περπατάω προς την Κυρίλλου Λουκάρεως, με κατεύθυνση το αυτοκίνητό μου.

Είναι ακόμη εκεί και με περιμένει με τον «κώλο» του να πετάει. Είμαι χαρούμενος που το αντικρίζω. Μπαίνω μέσα, βάζω την ζώνη μου και αφού ψάξω πολύ καλά στην στοίβα με τα cd, ρίχνω στην σιντιέρα ένα σιντί να παίξει.

«Όλα τα όνειρα που κάναμε εμείς / τα έκανες συντρίμμια με την μία / εσύ μού έκλεψες το γέλιο μιας ζωής / και εγώ μια άψυχη φωτογραφία», ακούγεται από τα ηχεία του Polo μου.

Και μετά, βάζω το κλειδί στη μίζα, ξεπαρκάρω και αφήνω την βαθιά, λαϊκή φωνή του Βασίλη Τερλέγκα να με οδηγήσει μέχρι το σπίτι μου.