Μετά την παγκόσμια πρεμιέρα του “Το Οτιδήποτε” στο Doclisboa και το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, η δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του Γιώργου Αθανασίου μετά το “Τα Άνθη στα Άνθη” συνεχίζει την πορεία της με έναν κύκλο προβολών στο Cinobo Πατησίων.

Mια εκδρομή σε ένα απομονωμένο χωριό στην Αρκαδία, δύο φίλοι μουσικοί που παίζουν στο στυλ του Captain Beefheart, ασκήσεις συγκέντρωσης στο βουνό, αφηγήσεις και αυτοσχεδιασμοί, παιχνίδια στο δάσος, υπαρξιακές αναζητήσεις, αυτοαναλύσεις, αναμνήσεις από live, συναισθήματα από το “Pet Sounds” των Beach Boys, ένα επεισόδιο “Φιλαράκια”, το Twin Peaks και το Mulholland Drive, παρατηρήσεις σε δέντρα και φύλλα, σκέψεις πάνω στην μουσική της Adele, σε ένα λάθος σε κάποιο τραγούδι του Bowie, στις ταινίες του Christopher Nolan, στους ήχους, την μουσική, τη φύση, τον θάνατο, ελεύθεροι συνειρμοί σε ένα παγκάκι στο βουνό, ένα ξέφωτο, μια ταβέρνα, ένα υπνοδωμάτιο, ένα νεκροταφείο, οτιδήποτε στην προσπάθεια να βρουν έμπνευση και να ηχογραφήσουν έναν αυτοσχεδιαστικό δίσκο.

“Το Οτιδήποτε” είναι μια υβριδική ταινία που ισορροπεί ανάμεσα στην μυθοπλασία και το ντοκιμαντέρ, στην οποία πρωταγωνιστούν δυο μουσικοί από την Αθήνα, ο Chris Scott κι ο Μάριος Βίττης, τους οποίους μαζί με τον Γιώργο Αθανασίου έχουμε γνωρίζει στην αυτοσχεδιαστική μπάντα Το Κορίτσι Κοιμάται. Τον Chris και τον Γιώργο Αθανασίου απολαμβάνουμε, επίσης, τακτικά σε live και κυκλοφορίες στο μουσικό project Deftera.

Γυρισμένη χωρίς χρηματοδότηση και με ελάχιστα μέσα, “Το Οτιδήποτε” είναι μια ταινία για τη δημιουργικότητα, τη ζωή, τον θάνατο, τη φιλία και την ελαφρότητα, στην οποία ο σκηνοθέτης και οι ηθοποιοί/μουσικοί δούλεψαν με βασικό εργαλείο τον αυτοσχεδιασμό.

Λίγες μέρες πριν τον νέο κύκλο προβολών μετά την επιστροφή του Γιώργου Αθανασίου από τη Berlinale, όπου συμμετείχε ως Berlinale Talent, τον συναντήσαμε στην Αθήνα και μιλήσαμε για “Το Οτιδήποτε”, το mumblecore, το ελληνικό σινεμά, τα μελλοντικά του σχέδια.

Γιώργος Αθανασίου
Φωτ.: Γιάννης Παπαϊωάννου / OLAFAQ

LINE

– Πώς θα σύστηνες τον εαυτό σου και τη σχέση σου με τον κινηματογράφο σε κάποιον που δεν σε γνωρίζει;
Θα έλεγα πως το “The Anything” που συνεχίζει αυτές τις ημέρες την πορεία του με έναν κύκλο προβολών στο Cinobo Πατησίων αποτελεί τη δεύτερη μεγάλου μήκους ταινίας μου μετά το “Τα Άνθη στα Άνθη”.

– Για μια ακόμα φορά ακολουθείς τη συνταγή του “Before” ή του “mumblecore”, αν θέλουμε να μιλήσουμε με κινηματογραφικούς όρους. Ρεαλιστικοί διάλογοι, κοντινά πλάνα, αυθόρμητος λόγος, ανύπαρκτος προϋπολογισμός, χαρακτήρες σε στάδιο αναζήτησης ή μετάβασης. Υπήρξε κάποια αυστηρή σκηνοθετική οδηγία στον Chris και στον Μάριο;
Σίγουρα ξεκινάμε από αυτό, τον απόλυτα ρεαλιστικό διάλογο αλλά όχι ως βάση, ως προϋπόθεση. Τα παιδιά παίζουν μια περίεργη εκδοχή του εαυτού τους με την οποία τους καθοδηγώ μέσα σε αυτή την ιστορία. Υπήρξε ένας βασικός σκελετός βασισμένος στην πραγματικότητα που με την πάροδο του χρόνου γίνεται όλο και πιο πολύ μυθοπλασία.

– Η ιδέα να συναντηθούν τα παιδιά στο βουνό και να προσπαθήσουν να γράψουν κάτι υπήρχε κι εσύ απλώς βρήκες μια καλή ευκαιρία σε αυτήν να  κινηματογραφήσεις ή τέθηκε ως “σενάριο” από εσένα για να αφηγηθείς αυτή τη συνάντηση;
Η ιδέα πηγάζει από τις μουσικές μας συναντήσεις στην μπάντα Το Κορίτσι Κοιμάται στις οποίες αυτοσχεδιάζουμε αποκλειστικά – και για πετύχει αυτό πρέπει να βρισκόμαστε σε κατάσταση μη-σκέψης. Τη στιγμή που μπαίνει η σκέψη στο παιχνίδι χάνεται αυτή η μαγική τυχαιότητα. Το αποτέλεσμα αυτής της ιδέας είναι το σενάριο στο οποίο οι δύο φίλοι βιώνουν αυτήν την αποτυχία και αυτό είναι η κινητήριος δύναμη για όλες τις συζητήσεις τους, τους προβληματισμούς τους και αυτό το πολύ ιδιαίτερο φινάλε που έχει η ταινία.

 – Υπάρχει η αντίληψη ότι από τη στιγμή που έστω ένας άνθρωπος σε παρακολουθεί -πόσο μάλλον και μια κάμερα- δεν είναι ποτέ αυθόρμητος ο λόγος. Συμφωνείς ή διαφωνείς;
Συμφωνώ απόλυτα – αλλά μετά μπαίνουμε σε πιο φιλοσοφικά ερωτήματα του τύπου – ποιος είμαι μπροστά στους άλλους;  Ποιος είμαι πραγματικά; Πολλές φορές το να τοποθετήσεις έναν θεατή – μια κάμερα – ένα κοινό μπροστά σου σε αναγκάζει να εκφράσεις τα κομμάτια σου που θέλουν να βρουν κατανόηση. Αντίστοιχα όπως με τον κάθε άνθρωπο που μιλάμε προσπαθούμε να βρούμε τον τρόπο να επικοινωνήσουμε. Χτίζονται γέφυρες μέσα από τις οποίες μοιράζεσαι, και όσο περνάει η ώρα το συνηθίζεις.

Γιώργος Αθανασίου
Φωτ.: Γιάννης Παπαϊωάννου / OLAFAQ

– Παρόλο που υπάρχει αυτοσχεδιασμός, δεν αισθάνομαι ότι υπάρχει ιδιαίτερη φλυαρία. Ίσως στο σημείο με τους Δελφούς λίγο, αλλά δεν ξεφεύγει πολύ το πράγμα. Οι προβληματισμοί των δύο μουσικών κινούνται γύρω από τη σύνθεση, τη δημιουργία γίνονται αναφορές σε live και ηχογραφήσεις με κάποιες φιλοσοφικές προεκτάσεις πάντα και βέβαια υπάρχει κι ένας στοχασμός πάνω στη φύση. Aισθάνομαι, όμως, ότι σε αυτή την αφήγηση επικρατεί η μουσική. Δεν ξεφεύγουν τα πράγματα πολύ, όπως συμβαίνει σε μια συζήτηση επίδοξων εραστών, στην οποία υπάρχει περιέργεια παντός επιστητού, προσπάθεια να κερδηθεί ο συνομιλητής, φλερτ. Υπήρξαν cut και μοντάζ ή κάθε σκηνή ήταν μία λήψη, ένα μονοπλάνο κι έτσι ακριβώς προβλήθηκε;
Οι περισσότερες σκηνές είναι γυρισμένες με δύο κάμερες – και από υλικό είχαμε γύρω στις 11 ώρες. Δοκιμάσαμε πραγματικά πολλά πράγματα, αλλά ήθελα να βγει κάτι συμπυκνωμένο, το οποίο να επικοινωνεί ξεκάθαρα τις οπτικές γωνίες των εν μέρει αληθινών χαρακτήρων.

– Τι είναι αυτό που σε γοητεύει και τι θεωρείς μειονέκτημα σε αυτού του είδους τις αφηγήσεις/ταινίες;
Με γοητεύει το ότι αυτό που βλέπεις θα μπορούσε να είναι ένα παραθυράκι σε μια άλλη πραγματικότητα όπου τίποτα δεν είναι “φτιαχτό”. Νομίζω επιτρέπει στους χαρακτήρες να αγγίξουν τον θεατή με άλλο τρόπο. Στα Άνθη από την πρώτη στιγμή συζητούσαμε με την Σοφία και τον Κωνσταντίνο πως θέλουμε να αποφύγουμε απόλυτα τον “ξύλινο λόγο” – που πολλές φορές ακούγεται σαν παπαγαλία χωρίς συναίσθημα, αλλά με κάποια τεχνική που θυμίζει θέατρο (η κακή τηλεόραση). Με τον Μάριο και τον Chris θέλαμε να κάνουμε μια ταινία για την μουσική, τη δημιουργικότητα και τη φιλία και το κάναμε χωρίς να ψάξουμε χρηματοδότηση από κάπου. Στα μειονεκτήματα είναι πως οι ιδέες σου περιορίζονται απόλυτα από την τσέπη σου.

– Και στο “Άνθη στα Άνθη” και στο “The Anything” οι πρωταγωνιστές είναι άνθρωποι από τον χώρο της μουσικής. Τυχαίο;
Καθόλου τυχαίο διότι έχω πώρωση από παιδί, γράφοντας και τα δικά μου, αλλά παίζοντας και στις μπάντες. Πιο πρόσφατα με τους Deftera – όπου εγώ και ο Chris έχουμε κάνει αρκετές κυκλοφορίες μέσω Bandcamp και κάνουμε τακτικά live. Πάνω κάτω όλοι οι φίλοι μου είναι μουσικοί.

Γιώργος Αθανασίου
Φωτ.: Γιάννης Παπαϊωάννου / OLAFAQ

– Κεφάλαιο φύση. Η ταινία εκτυλίσσεται σε ένα χωριό στα βουνά της Αρκαδίας. Το βουκολικό στοιχείο, τα σύννεφα, το δάσος, το κρύο, η υγρασία, οι ήχοι της φύσης – που όπως πολύ σωστά παρατηρεί o Chris είναι πολύ έντονοι- αποτυπώνονται πολύ αποτελεσματικά στα πλάνα σου. Τι ρόλο θεωρείς ότι διαδραματίζουν στην αφήγηση;
Οι δύο φίλοι καταφεύγουν στη φύση για ξεφύγουν από την καθημερινότητα και να φτάσουν το o,τιδήποτε, μέσω του οποίου θα μπορέσουν να εκφραστούν πραγματικά. Το πρόβλημα είναι πως ανάμεσα σε εκείνους και αυτήν την ιδανική κατάσταση έχουν να αντιμετωπίσουν τον εαυτό τους και για αυτό το λόγο η φύση δεν αρκεί στο να προσφέρει αυτήν την ηρεμία που αναζητούν.

– Το απόκοσμο, το μυστήριο, το horror στοιχείο εντείνει κάποια στιγμή το ενδιαφέρον και την αγωνία. Ένας ανεξήγητος θόρυβος μέσα στην νύχτα είναι το σημείο που ξεκινάει η μυθοπλασία;
Σίγουρα σε εκείνο το σημείο ο “ανεξήγητος θόρυβος” γίνεται συνειδητά αντιληπτός από τους χαρακτήρες, αλλά για το κοινό υπάρχουν διάφορα στοιχεία που μπορούν να παρατηρήσουν από την αρχή της ταινίας.

– Παρατηρώ μια πλήρη απουσία ανθρώπων. Σκόπιμο ή τυχαίο;
Πολύ σωστή παρατήρηση – το έχουν ρωτήσει πολλοί. Θα επιλέξω να διατηρήσω αυτό το μυστήριο και να μην απαντήσω, διότι προσφέρει διαφορετικούς τρόπους να ερμηνεύσεις την ταινία για το τι συνέβη πραγματικά.

– Μου δίνεις την εντύπωση ότι είσαι αθεράπευτα ρομαντικός μετά από αυτές τις δύο ταινίες. Ισχύει;
Περισσότερο κυνικός θα έλεγα – αλλά πιθανώς να αναζητώ με κάποιον τρόπο αυτόν τον ρομαντισμό.

Γιώργος Αθανασίου
Φωτ.: Γιάννης Παπαϊωάννου / OLAFAQ

– Πόσο αισιόδοξος είσαι σχετικά με το μέλλον του ελληνικού σινεμά;
Δεν είμαι ιδιαίτερα αισιόδοξος – είναι τόσο δύσκολο να βρεις χρήματα για να κάνεις μια ταινία στην Ελλάδα που απαιτεί φοβερή επιμονή. Πιστεύω οι δημιουργοί αργά η γρήγορα στρέφονται στο εξωτερικό – ιδιαίτερα αν θέλουν να έχουν δημιουργικό έλεγχο και να υλοποιούν ιδέες οι οποίες απαιτούν budget.

– 13-19 Φλεβάρη βρέθηκες στη Berlinale, όπου συμμετείχες ως Berlinale Talent. Τι κρατάς από εκεί;
Ήταν μια έντονη και πολύτιμη εμπειρία. Γνώρισα πολύ ενδιαφέροντα άτομα. Κυρίως μου έδωσε μια αίσθηση κοινότητας – στην οποία όλοι προσπαθούν να εκφραστούν μέσω του σινεμά, ενώ αντιμετωπίζουν παρόμοιες δυσκολίες. Παράλληλα μας δόθηκαν αρκετά εργαλεία, ώστε αυτές οι ιδέες να γίνουν όντως κάποτε ταινίες. Αλλά εντάξει – πολύ κρύο.

– Μελλοντικά σχέδια;
Ετοιμάζουμε ένα σενάριο παρέα με τον σεναριογράφο Γιώργο Ζαφειρόπουλο για μια μεγάλου μήκους ταινία – κάτι ανάμεσα σε ταινία μυστηρίου και κωμωδία.

 

➸ ΙΝΦΟ για το σκονάκι σου: Προγραμματισμένες προβολές του “Οτιδήποτε” του Γιώργου Αθανασίου στο Cinobo Πατησίων: Παρασκευή 27/2, Δευτέρα 2/3 και Δευτέρα 9/3 στις 19.30. Προμηθευτείτε εδώ τα εισιτήρια σας.

 

 

 

 Ακολουθήστε το OLAFAQ στο Facebook, Bluesky και Instagram