Το πρώτο, υβριδικό μυθιστόρημα του Νίκου Αμανίτη αναζητά τα χαμένα ίχνη ενός ιστορικού προσώπου∙ ενός ζωγράφου, ο οποίος όμως αγνοείται εντελώς από την ελληνική βιβλιογραφία. Ο Νίκος Μπαλόγιαννης έζησε στην Αθήνα και στο Παρίσι του Μεσοπολέμου, όπου σπούδασε ζωγραφική. Με την κήρυξη του πολέμου, υπηρέτησε στο αλβανικό μέτωπο και κατόπιν οργανώθηκε στο ΕΑΜ και συμμετείχε στα Δεκεμβριανά. Μετά τη συνθηκολόγηση των δυνάμεων της Αριστεράς, φυγαδεύτηκε (με υποτροφία) στο Παρίσι ως επιβάτης του θρυλικού Ματαρόα, μαζί με τη μελλοντική ελίτ της νεοελληνικής διανόησής – οι αρχιτέκτονες Τάκης Ζενέτος και Γεώργιος Κανδύλης, οι συγγραφείς Έλλη Αλεξίου και Μιμίκα Κρανάκη, η ποιήτρια Μάτση Χατζηλαζάρου, ο ποιητής Ανδρέας Καμπάς, οι γλύπτες Κώστας Κουλεντιανός, Μέμος Μακρής και Φιλόλαος Τλούπας, οι ζωγράφοι Ελένη Σταθοπούλου, Νέλλη Ανδρικοπούλου και Ντίκος Βυζάντιος, οι φιλόσοφοι Κώστας Αξελός, Κορνήλιος Καστοριάδης και Κώστας Παπαϊωάννου, ο ηθοποιός Δημήτρης Βεάκης, ο φιλόλογος Εμμανουήλ Γ. Κριαράς. Θα ακολουθούσε ο  Ιάννης Ξενάκης.

Ο Μπαλόγιαννης κατόπιν μετέβη στο Σαν Φρανσίσκο και στη Νέα Υόρκη όπου έμεινε ως το τέλος της ζωής του, αναπτύσσοντας πλούσια δραστηριότητα στους καλλιτεχνικούς κύκλους.

Ο συγγραφέας συνδυάζει στην αφήγησή του την επιστολογραφία, τα αρχειακά ντοκουμέντα, τα οποία και σχολιάζει και τις τεχνικές της νέας δημοσιογραφίας. Τα όποια κενά, έρχεται να καλύψει η μεταμυθοπλασία. Η ίδια  η διαδικασία της αναζήτησης αποδεικνύεται το ίδιο συναρπαστική με το αντικείμενό της. Μια ιστορία και μια αναζήτηση που έχουν ως αφετηρία έναν πίνακα ζωγραφισμένο μέσα στη διάρκεια της Κατοχής.

Νίκος Αμανίτης
Φωτ.: © Γιάννης Παπαϊωάννου / OLAFAQ

LINE

– Τι ήταν αυτό που σε μαγνήτισε τόσο πολύ στον οικογενειακό πίνακα ώστε να ασχοληθείς συστηματικά με την ανασύσταση της βιογραφίας του άγνωστου ζωγράφου του;
Υπήρχε πάντα ένα μυστήριο γύρω του: Ήταν ανυπόγραφος, ο ζωγράφος του ήταν άγνωστος σε μένα, έπειτα άκουσα πως έφυγε με το Ματαρόα, κατέληξε στην Αμερική και άλλαξε το όνομά του… Ύστερα ήρθε η καραντίνα, είπα ας ασχοληθώ με αυτό το μυστήριο. Αργία μήτηρ πάσης κακίας.

– Ο Μπαλόγιαννης ήταν ο άγνωστος του Ματαρόα, κατά κάποιο τρόπο το outsider ανάμεσα στους μετέπειτα διάσημους συνταξιδιώτες του. Σε γοήτευσε επιπρόσθετα και για αυτό τον λόγο; Σε ελκύουν γενικά οι περιπτώσεις των πιο περιθωριακών ή των πιο «καταχωνιασμένων» στη λήθη της ιστορίας;
Πώς να μη σε γοητεύσουν τα ξεχασμένα παιδιά της ιστορίας; The underdogs, κι εσύ, νομίζω, το νιώθεις καλά αυτό. Βέβαια ο Μπαλόγιαννης δεν ήταν κάποιος παραπεταμένος, αντίθετα ήταν ένα παιδί πολυμελούς μικροαστικής οικογένειας που κατάφερε, μέσα στη δεκαετία του ’30 να μπει στα καλά αθηναϊκά σαλόνια. Προσπάθησε να ξεχωρίσει. Αλλά έμεινε αγνοούμενος.

– Το βιβλίο, όπως σημειώνεις και ο ίδιος, είναι συνδυασμός ιστορικής έρευνας και μυθοπλασίας. Σε τι ποσοστό το καθένα; Είναι κατά κάποιο τρόπο και μια αυτομυθοπλασία; Αναζητώντας στοιχεία για τη ζωή του ήρωά σου, γίνεσαι κι εσύ ένας ήρωας στο βιβλίο; Υπό το πρίσμα του «searching for the story, is the story» όπως έλεγαν και οι μεγάλοι γραφιάδες του αμερικανικού new journalism.
Ο Δημήτρης Δουλγερίδης στα ΝΕΑ έγραψε ότι η μέθοδός μου του θυμίζει αυτό ακριβώς, το αμερικανικό new journalism. Να σου πω την αλήθεια, όταν το ξεκίνησα, δεν είχα καμιά μέθοδο υπόψη μου. Ήθελα απλά να κάνω την έρευνα. Το ότι μπορεί να χαρακτηρίζεται έτσι, έχει ίσως να κάνει με την προϊστορία μου τη δημοσιογραφική, με τις λογοτεχνικές ανησυχίες. Και τα υπόλοιπα είναι ακριβώς όπως τα λες. Και έρευνα είναι, αυστηρή έρευνα, ό,τι αναφέρεται στο βιβλίο είναι πραγματικό, διπλοτσεκαρισμένο. Αλλά, παράλληλα, πώς να βασιστείς σε αναμνήσεις, όταν μάλιστα δεν είναι δικές σου; Εδώ τις δικές μας αναμνήσεις, όσο περνάει ο καιρός, δεν τις μπερδεύουμε με αυτές των φίλων μας, με ιστορίες που ακούσαμε ή που διαβάσαμε κάποτε; Εκεί αρχίζει η μυθοπλασία. Θες δεν θες. Και επίσης, υπήρχαν κενά στον ιστορικό χρόνο, που έπρεπε να τα γεμίσω. Και το έκανα με τη φαντασία μου, αλλά πάντα πατώντας πάνω σε διασταυρωμένες πληροφορίες. Τι καιρό έκανε εκείνες τις ημέρες; Μέχρι πότε έμεναν ανοιχτά τα κέντρα στην Αθήνα του Μεσοπολέμου; Τι μουσικές άκουγαν; Μέχρι τι ώρα έπαιζε η μπάντα στο Ζάππειο; Και τέλος, επειδή ήθελα ο αναγνώστης να παρακολουθήσει την αναζήτηση και την προσπάθεια της συγγραφής του βιβλίου την ώρα που γραφόταν, έγινε και αυτό που λες: αυτομυθοπλασία.

Νίκος Αμανίτης
Φωτ.: © Γιάννης Παπαϊωάννου / OLAFAQ

– Κεντρικό ρόλο στην αφήγηση κατέχει η ερωτική σχέση του ζωγράφου με ένα κορίτσι, μια Γαλλίδα ονόματι Μουν. Η αφήγηση εκκινεί με μια μακροσκελή ανεπίδοτη επιστολή του νεαρού ζωγράφου προς αυτήν, γραμμένη μάλιστα εν καιρώ πολέμου. Ποια ήταν η κατάληξη αυτής της σχέσης; Τον σημάδεψε για την υπόλοιπη ζωή του;
Η κατάληξη της σχέσης είναι ένα από τα μυστήρια που προσπαθώ να εξιχνιάσω μέσα στις σελίδες του βιβλίου, ας μην το πούμε τώρα λοιπόν, ας κρατήσουμε το σασπένς. Όμως, το γεγονός ότι κράτησε αυτό το scroll των 27 μέτρων μέχρι το τέλος της ζωής του στη Νέα Υόρκη, ότι το είχε ανάμεσα στα λίγα πράγματα που κουβαλούσε μαζί του στο Ματαρόα -μια δυο βαλίτσες από παπιέ μασέ για μια καινούργια ζωή και μέσα εκεί το γράμμα που της έγραφε στην Κατοχή από την Αθήνα-όλα αυτά εμένα μου λένε ότι ναι, αυτές οι ημέρες που πέρασε με τη Μουν στο Παρίσι του 1939, λίγες μέρες πριν ξεσπάσει ο πόλεμος, τις κράτησε για όλη του τη ζωή.

– Οι ερωτικές σχέσεις που διακόπηκαν από τον πόλεμο είναι ένα θέμα από μόνο του. Διαβάζοντας την αφήγησή σου, είχα την εντύπωση ότι ο Μπαλόγιαννης και η Μουν σκόπευαν να «κλεφτούν» στη Μασσαλία παρά να αποχωριστούν…
Δεν αποκλείω αυτό το ενδεχόμενο, δεδομένου ότι, αν πιστέψουμε όσα  της γράφει στην Κατοχή σε αυτό το 27μετρο γράμμα που εκείνη μάλλον δεν θα διαβάσει ποτέ, φαίνεται να έχει μετανιώσει για την αναχώρησή του από τη Γαλλία. Από την άλλη, όλα δείχνουν ότι ο Μπαλόγιαννης είχε πείσει τη Μουν πως πρόκειται να επιστρέψει σύντομα. Το πίστευε και αυτός όπως οι υπόλοιποι συμφοιτητές του – ο Μόραλης λέει ότι ήταν σίγουρος πως θα γυρίσει και γι’ αυτό είχε αφήσει τα πράγματά του στο Παρίσι, του Παππά τού φαινόταν αδιανόητο να ξεσπάσει κι άλλος πόλεμος μόλις  20 χρόνια μετά τον πρώτο. Και ο Μπαλόγιαννης έχει ήδη κάνει, πριν φύγει από τη Γαλλία, αίτηση αναστολής της κλήσης του στον στρατό, άρα πιστεύει ότι θα είναι μαζί της σύντομα

– Το πολύβουο Παρίσι του 1938-39, όπου σπουδάζει Καλές Τέχνες ο ήρωάς σου, κατέχει επίσης κεντρικό ρόλο στην αφήγηση. Ήταν ένα επιπλέον κίνητρο για να ασχοληθείς με την ιστορία του; Ποιο είναι το Παρίσι εκείνης της εποχής, λίγο πριν ξεσπάσει ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, σε σύγκριση με το Παρίσι της Επίχρυσης Εποχής του 1920 και της Belle Epoque;
Ναι, ναι! Σοβαρό κίνητρο! Αυτή η εποχή είναι συναρπαστική, κυρίως στο Παρίσι και στο Βερολίνο. Όλη αυτή η ξεγνοιασιά, η υπερβολή, η μουσική, ο έρωτας, ο χορός χωρίς κανένα όριο, αυτή η υπέροχη ντεκαντάνς με μια οσμή θανάτου, άνθρωποι που γλεντούσαν γιατί γλίτωσαν από έναν πόλεμο και διαισθάνονταν το κακό να έρχεται πάλι αλλά προσπαθούσαν να το αγνοήσουν, να το ξορκίσουν χορεύοντας, πίνοντας και ξενυχτώντας! Και όλοι αυτοί που ακολουθώ το 1939, που χορεύουν, τραγουδούν, αγαπιούνται την ώρα που εμείς γνωρίζουμε ότι οι μέρες τους λιγοστεύουν σε ένα τρομακτικό countdown… Ξέρεις, φυλλομέτρησα κάθε γαλλική εφημερίδα εκείνων των μηνών, έψαξα κάθε κινούμενη εικόνα από το Παρίσι του ’39 για να καταλάβω πώς είναι να ζεις στο χείλος του γκρεμού. Τους βλέπεις να προσπαθούν να φτιάξουν τη ζωή τους κι εσύ ξέρεις ότι σε λίγες μέρες τίποτα απ’ όσα ζουν δεν θα ισχύει πια. Είναι ανατριχιαστικό και συνάμα, με έναν τρόπο, συναρπαστικό, δεν είναι;

Νίκος Αμανίτης
Φωτ.: © Γιάννης Παπαϊωάννου / OLAFAQ

– Η εν λόγω εποχή ήταν μια εποχή μαζικής και έντονης κινητικότητας στην Ευρώπη. Ολόκληροι πληθυσμοί μετακινούνται για να αποφύγουν τον επερχόμενο πόλεμο ή για να γλιτώσουν από τις διώξεις των ναζί. Εντοπίζεις αναλογίες με τη σημερινή εποχή, που είναι επίσης μια εποχή μεγάλης κινητικότητας; Μόνο που αυτή τη φορά οι πληθυσμοί που μετακινούνται, αναζητώντας καταφύγιο, είναι αυτοί των μεταναστών…
Ναι, εκείνοι ήταν πολιτικοί μετανάστες. Σκέψου ότι οι μόνες μεγάλες δημοκρατίες που είχαν απομείνει σε όλη την Ευρώπη ήταν η Γαλλία και η Αγγλία. Σήμερα έχουμε τους οικονομικούς μετανάστες. Και η κατάστασή τους είναι πολύ πιο δύσκολη. Τον Μάρτιο του ’39, η Γαλλία άνοιξε τα σύνορά της και δέχθηκε, αγόγγυστα, εκατοντάδες χιλιάδες Ισπανών δημοκρατικών μέσα σε δυο  τρεις ημέρες. Σήμερα, η χώρα που φτιάχτηκε από οικονομικούς μετανάστες τους κυνηγά σχεδόν όπως τότε οι ναζί τους Εβραίους.

– Θα ήθελες να μας πεις κάποια ενδιαφέροντα στοιχεία που ανακάλυψες σχετικά με τον κύκλο των Ελλήνων που σπουδάζουν στο Παρίσι εκείνη την εποχή; Για τους φοιτητές της Σχολής Ζωγραφικής γράφεις για παράδειγμα ότι δεν πολυκαταλάβαιναν τα μοντέρνα ρεύματα και ότι αποστρέφονταν τους φωβ και τους κυβιστές. Ποια είναι η θέση του ήρωά σου σε όλα αυτά;
Στην Ελλάδα του ’30, στις εικαστικές τέχνες υπήρχε τεράστια καθυστέρηση σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη. Τα πράγματα σαν να είχαν σταματήσει στα τέλη του 19ου αιώνα. Η συντριπτική πλειοψηφία των καθηγητών της Σχολής Καλών Τεχνών υπηρετούσαν με φανατισμό τον ακαδημαϊσμό της Σχολής του Μονάχου απ’ όπου προέρχονταν και πολεμούσαν σκληρά τους δύο μοναδικούς καθηγητές που κατάφερε να επιβάλει ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου στην προσπάθειά του για εκσυγχρονισμό, τον Παρθένη και τον Κεφαλληνό, που όχι μόνο ως καλλιτέχνες αλλά και ως καθηγητές ήταν με τεράστια διαφορά καλύτεροί τους. Ο χαράκτης Τάσσος θυμάται ότι είχαν απαγορέψει στους σπουδαστές να μελετούν ακόμα και τον Γκρέκο (είχε κάποιο πρόβλημα στα μάτια τούς έλεγαν, γι’ αυτό ζωγραφίζει έτσι), ενώ μισούσαν τον Σεζάν. Για τους πιο μοντέρνους ας μην το συζητάμε. Έτσι λοιπόν όσοι από τους σπουδαστές βρίσκονταν ξαφνικά στο Παρίσι πάθαιναν πολιτισμικό σοκ. Πολλοί από αυτούς δεν το άντεχαν και ανέπτυσσαν μια εσωστρέφεια που τους «προστάτευε» από τις εξωτερικές «απειλές». Ο Μπαλόγιαννης αρχικά ήταν ένας από αυτούς. Όμως, η συντροφιά της Μουν -20χρονη ζωγράφος που ο Μόραλης έβρισκε εξαιρετική- και όσα γνώρισε στο Παρίσι τον έκαναν, επιστρέφοντας στην Ελλάδα, να ξετινάξει από πάνω του αυτό τον συντηρητισμό και να δοκιμάσει άλλα πράγματα.

– Πόσο βαθιά προκύπτει ότι είναι η ανάμειξη του ζωγράφου στο ΕΑΜ στη διάρκεια της Κατοχής; Ποια είναι η στάση του στα Δεκεμβριανά – όπως περιγράφεις μένει 500 μέτρα από τις συγκρούσεις στου Μακρυγιάννη;
Από μαρτυρίες ανθρώπων που ήταν μαζί του στην Αντίσταση και από όσα γράφει στη Μουν κατά την Κατοχή, φαίνεται ότι συμμετείχε ενεργά στο ΕΑΜ. Ζωγράφιζε αφίσες, αλλά δεν ήταν μέλος του ΕΑΜ Καλλιτεχνών, πρέπει να είχε άλλο ρόλο στην οργάνωση. Όπως γράφει, κάποια στιγμή κατέφυγε στο βουνό και έμεινε με τον ΕΛΑΣ αλλά ήταν κατά 30% ανάπηρος (είχε τραυματιστεί στο πόδι στο Τεπελένι) και αναγκάστηκε να επιστρέψει στην Αθήνα, όπου φαίνεται να έχει μεγάλη οργανωτική δραστηριότητα τους μήνες πριν από την απελευθέρωση. Για τα Δεκεμβριανά δεν βρήκα κανένα στοιχείο. Και καθώς όπως είπα και πριν, ακόμα και η μυθοπλασία μου βασίζεται σε πραγματικές πληροφορίες, έγραψα μόνο αυτά που γνώριζα: Ότι τα Δεκεμβριανά ξέσπασαν, στις 6 το πρωί ανήμερα της γιορτής του, του Αγίου Νικολάου, ακριβώς έξω από την πόρτα του. Το πατρικό του στην Πλάκα ήταν μεσοτοιχία με το κτίριο που τότε στέγαζε το αρχηγείο του Α΄ Σώματος Στρατού και η πρώτη ενέργεια των ανταρτών, που σηματοδοτεί την έναρξη των Δεκεμβριανών, ήταν να αποπειραθούν να το ανατινάξουν. Καθώς ερχόμαστε από την Όλγας, βλέπουμε ακόμα και σήμερα στην πολυκατοικία απέναντι, επί της Αμαλίας, τις τρύπες από τους όλμους που έριχναν εκείνο το πρωί οι αντάρτες από τον Αρδηττό. Έχω βρει και περιγράφω σχεδόν ώρα την ώρα την εξέλιξη της μάχης μέσα στην Πλάκα, γύρω από το σπίτι του εκείνη τη μέρα. Αλλά μένω σε αυτό. Για το τι έκανε εκείνος αυτή τη μέρα δεν γνωρίζω τίποτα, δεν γράφω τίποτα.

Νίκος Αμανίτης
Φωτ.: © Γιάννης Παπαϊωάννου / OLAFAQ

– Η έρευνά σου σχετικά με τους επιβαίνοντες στο Ματαρόα σου αποκάλυψε κάποια νέα στοιχεία σχετικά με τις συνθήκες αυτού του πολυθρύλητου πια ταξιδιού-ελευθερίας;
Βέβαια! Πρώτα απ’ όλα (και η περίπτωση Μπαλόγιαννη είναι χαρακτηριστική) ότι η ελληνική κυβέρνηση βοήθησε το εγχείρημα. Έδωσε διαβατήριο σε γνωστά μέλη του ΚΚΕ (π.χ. Έλλη Αλεξίου, Μέμμο Μακρή) ή νέους που είχαν πολεμήσει στα Δεκεμβριανά και είχαν συλληφθεί (π.χ. Κώστα Αξελλό, Μάνο Ζαχαρία), κάλυψε τα έξοδα του ταξιδιού σε αρκετούς από αυτούς και οι προξενικές αρχές τούς περίμεναν στους σταθμούς του τρένου στην Ιταλία. Έπειτα, ότι στο ταξίδι υπήρχαν και πολλοί δεξιοί και μάλιστα οι δυο ομάδες αντάλλασσαν μεταξύ τους τραγούδια όπως κάνουν σήμερα οι οπαδοί αντίπαλων ομάδων στο ποδόσφαιρο. Τέλος το ταξίδι του Ματαρόα κράτησε μόλις δυόμισι μέρες! Το υπόλοιπο ταξίδι ήταν μέσα σε βαγόνια-σκευοφυλάκια άθλιων τρένων. Και μέχρι να δημιουργηθεί ο μύθος του Ματαρόα (στα τέλη της δεκαετίας του ’80, αρχικά από Γάλλους δημοσιογράφους) ελάχιστοι από τους ταξιδιώτες είχαν συνειδητοποιήσει ότι είχαν γίνει μέρος ενός θρύλου. Ο Μπαλόγιαννης πέθανε το 1966 έχοντας ξεχάσει εντελώς το πλοίο όπου πέρασε μόλις 60 ώρες της ζωής του.

– Διόρθωσέ με αν κάνω λάθος, αλλά ήδη από τις περιγραφές στο Ματαρόα, στον βαθμό που είναι δυνατές, σκιαγραφείται ένας άνθρωπος που μάλλον επιθυμεί να αποστασιοποιηθεί – με τελικό προορισμό την ανωνυμία της Νέας Υόρκης. Σαν να προοιωνίζονται τη μελλοντική του συμπεριφορά. 
Δεν κάνεις καθόλου λάθος. Ακριβώς έτσι είναι. Με μεγάλη επιμέλεια έχει προετοιμάσει το ταξίδι του. Η γαλλική υποτροφία δεν είναι για αυτόν παρά ένα μέσο να φτάσει στη Γαλλία για να περάσει από εκεί στην Αμερική, κάτι πάρα πολύ δύσκολο εκείνη την εποχή. Και άλλωστε, εκτός από την εξαμηνιαία υποτροφία του γαλλικού κράτους (που δεν την εξαντλεί) έχει και τριετή υποτροφία της ελληνικής κυβέρνησης.

Ποια ατμόσφαιρα επικρατεί στη Νέα Υόρκη όταν αποβιβάζεται εκεί ο Μπαλόγιαννης; Κατορθώνει να εγκλιματιστεί γρήγορα; Δικτυώνεται σε κάποιους καλλιτεχνικούς κύκλους;
Αμέσως μετά την άφιξή του στη Νέα Υόρκη, στις 29 Απριλίου του 1946, θα φύγει για το LA όπου κάποιος γνωστός ή συγγενής του θα του βρει δουλειά στα στούντιο της 20th Century Fox, του Σταύρου Σκούρα.  Στην απογραφή του 1949 τον βρίσκω ως διακοσμητή θεάτρων – μάλλον ζωγράφιζε αίθουσες σινεμά της Fox. Από τα πρώτα καλλιτεχνικά του βήματα, στην Ελλάδα, δεν εντάσσεται σε καλλιτεχνικές ομάδες, είναι μοναχικός χαρακτήρας. Το ίδιο θα κάνει και στην Αμερική. Στα 1950 θα μετακομίσει στο Σαν Φρανσίσκο όπου υπάρχει ισχυρή ομογενειακή κοινότητα, θα παντρευτεί Αμερικανίδα, θα αλλάξει το όνομά του σε Bel-Jon, θα ασχοληθεί με το μέταλλο, θα γίνει αρκετά γνωστός στην Καλιφόρνια κατασκευάζοντας μεγάλες μεταλλοτοιχογραφίες, κυρίως  για βιομηχανικούς χώρους. Όμως πάντα κάτι τον τρώει μέσα του. Λες και κάτι τον κυνηγάει. Φεύγει διαρκώς. Έτσι, στα 1960 πάει στη Νέα Υόρκη. Δυσκολεύεται, τα καταφέρνει, δεν τα καταφέρνει, έχει επιτυχίες και αποτυχίες. Ούτε εκεί εντάσσεται σε καμία ομάδα, δεν ακολουθεί κανένα καλλιτεχνικό ρεύμα. Όμως, κατοικεί μεσοτοιχία με τον Ρόθκο.

– Ο ζωγράφος έγινε αρκετά γνωστός στις ΗΠΑ, ώστε να μνημονεύεται ο θάνατός του από τους New York Times· παρόλα αυτά παρέμεινε εν πολλοίς άγνωστος Χ στην Ελλάδα. Γιατί πιστεύεις ότι συνέβη αυτό; Και το λέω με μια έκπληξη, καθώς συνήθως τις κυνηγάμε τις περιπτώσεις των «Ελλήνων που μεγαλουργούν στο εξωτερικό».
Ακόμα περισσότερο εκείνη την εποχή. Υπάρχουν κάποια δημοσιεύματα στην Ελλάδα: «Η επινόηση του κυρίου Μπελ Τζων-Είναι Ελληνας και λέγεται… Μπαλόγιαννης-Θριαμβευτική επιτυχία. Δόξα και δολάρια». Υπάρχουν δυο τρεις συνεντεύξεις του στα δύο ταξίδια που κάνει στην Ελλάδα το ’57 και το ’63. Η αλήθεια είναι πως ούτε στην Αμερική είναι πολύ γνωστός, πέρσι όμως έγινε ολοσέλιδο θέμα στους ΝΥΤ χάρη σε μια μεγάλη μεταλλοτοιχογραφία που είχε κάνει στα κεντρικά γραφεία της γνωστής μας Pfizer. Ήταν το πιο πετυχημένο έργο του της νεοϋορκέζικης περιόδου, τέσσερα χρόνια πριν πεθάνει. Πέθανε τον Αύγουστο του ’66 από καρκίνο του ήπατος. Έπινε πολύ.

– Το βιβλίο τελικά είναι πρώτα απ’ όλα ένα ημερολόγιο εποχής που συγχρόνως κάνει και ένα σχόλιο πάνω στην ιστορική μνήμη;
Ναι. Στην ιστορική αλλά και στην προσωπική, την ατομική μνήμη. Να μου επιτρέψεις να τελειώσω με ένα μικρό απόσπασμα από τις τελευταίες σελίδες του βιβλίου, που νομίζω ότι απαντά στην τελευταία ερώτησή σου: «Γιατί ή Ιστορία, όπως τη βλέπω εγώ που δεν είμαι ιστορικός, δεν είναι παρά το σύνολο ενός τεράστιου ψηφιδωτού μικρών ιστοριών ανώνυμων απόντων. Και αν η αφήγηση της ζωής του Νίκου Μπαλόγιαννη έγινε η αφορμή κάποιοι από αυτούς τους απόντες, τους αγνοούμενους, να ψελλίσουν σπαράγματα της δικής τους ιστορίας, ας κρατήσουμε το καντηλάκι τους αναμμένο για λίγο ακόμα προτού κλείσουμε αυτό το βιβλίο».

– Σε ευχαριστώ για τον χρόνο σου και τις απαντήσεις.
Εγώ σε ευχαριστώ πολύ, Θανάση.

LINE

Ο Νίκος Αμανίτης γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες στο Πάντειο και το Παρίσι. Εργάστηκε ως δημοσιογράφος σε περιοδικά (ΕΝΑ: Διευθυντής Σύνταξης, Panorama: Διευθυντής, Vita: Ιδρυτής/Διευθυντής, Ταχυδρόμος: Διευθυντής), σε εφημερίδες (ΤΑ ΝΕΑ: υπεύθυνος εβδομαδιαίων εκδόσεων, Αγγελιοφόρος), στην τηλεόραση (ΑΝΤ1: αρχισυντάκτης Δελτίου Ειδήσεων, ΣΚΑΙ), στο ραδιόφωνο (ΕΡΑ-Εξωτερικό Δελτίο, χρονογράφημα, παραγωγός) και στο Web (Popaganda.gr-ιδρυτικό μέλος, Athens Voice).Υπήρξε μέλος της Εκδοτικής Επιτροπής και της Ομάδας Μελέτης Νέων Εκδόσεων του ΔΟΛ και του Εποπτικού Συμβουλίου της ΝΕΡΙΤ. Έχει συνεργαστεί με τα λογοτεχνικά περιοδικά Η λέξη και Χάρτης.

 

 

 

 Ακολουθήστε το OLAFAQ στο Facebook, Bluesky και Instagram.