Ο Abul Mogard και η τέχνη της υπομονής στην εποχή της διάσπασης
Λίγο πριν τη συναυλία της 6ης Φεβρουαρίου στο Ωδείο Αθηνών, ο ambient συνθέτης Abul Mogard μιλά στο OLAFAQ για τη μνήμη, τα drones και τους «ήχους που χρειάζονται χρόνο».
Ο Abul Mogard μιλάει σαν να ρίχνει τη βελόνα πάνω σε βινύλιο αναμνήσεων που δεν καταγράφηκαν ποτέ σωστά. Μιλάει για την μουσική του, ένα μακρόσυρτο ήχο, μια ακολουθία συγχορδιών, μια ατμόσφαιρα που «διαβρώνει» τον ήχο, και ύστερα αρχίζει την αργή, σχεδόν τελετουργική δουλειά: παίρνει το θορυβώδες και το ελαφρώς παράφωνο και το φέρνει, με μικρές κινήσεις χειρουργού, σε μια ισορροπία που δεν είναι γυαλισμένη, αλλά φιλόξενη. Εκεί, όπως λέει και ο ίδιος, βρίσκεται η παρηγοριά. Όχι στα καρτ ποστάλ από κάποια “quiet places”, αλλά στο ίδιο το υλικό της μουσικής όταν επιτέλους «κάθεται» στη σωστή θέση της μέσα στον χρόνο, σαν σώμα που βρίσκει επιτέλους τον σωστό ρυθμό της αναπνοής του.
Το “Abul Mogard” είναι ένα όνομα που ακούγεται σαν ψευδώνυμο, και όντως είναι. Ένα alter ego για να κόψει δεσμούς, να κάνει reboot, να δουλέψει όπως «χρειάζεται», και όχι όπως μπορεί να επιβάλλει μια συνηθισμένη μουσική βιογραφία. Πίσω από αυτό το όνομα βρίσκεται ο Guido Zen, Ιταλός μουσικός εγκατεστημένος στη Ρώμη, με μια πρακτική που μοιάζει περισσότερο με αλχημεία παρά με σύγχρονη μουσική “παραγωγή”: modular συνθεσάιζερ, επεξεργασμένα field recordings, και εκείνη η σταθερή επιμονή να σμιλεύει τον περιβαλλόντικο θόρυβο και να τον φέρνει, με αργές διορθώσεις, σε μια μοναδική ισορροπία που αναπνέει.
Το τελευταίο του άλμπουμ Quiet Pieces (Soft Echoes, 2025) δείχνει άφοβα ότι η παρηγοριά της ησυχίας μπορεί να έρχεται από τη μουσική την ίδια, από τη διαδικασία μέχρι να “καθίσουν” σωστά τα πράγματα. Και κάπου εκεί, μέσα στη σκόνη των αρχείων, συνέβη το πιο σουρεαλιστικά ανθρώπινο: ψάχνοντας παλιό υλικό από προηγούμενα projects, έπεσε πάνω σε έναν θησαυρό από 78άρια κλασικής και όπερας που ανήκαν στον εκλιπόντα θείο του. Δειγμάτισε σύντομα αποσπάσματα, τα βούτηξε σε studio effects, τα επιβράδυνε τόσο ώστε σε πολλές περιπτώσεις δεν ήξερε καν πια πώς ακούγονταν τα “αρχικά”. Αυτά τα μικρά θραύσματα έγιναν σπίρτα. Και από εκεί άναψαν νέες συνθέσεις, τόσο επεξεργασμένες που στο τέλος μοιάζουν σαν μισοξεχασμένα όνειρα, από αυτά που ξυπνάς και δεν είσαι σίγουρος αν τα έζησες ή αν στα “έπαιξε” το μυαλό σου για να σε προστατέψει.
Η μουσική του είναι ένας βαθύς «ανοιχτός τόπος», ο οποίος αφήνει πολλά να συμβούν στον ακροατή, αρκεί εκείνος να θέλει να αφεθεί μέσα του. Ο συνθέτης απλώς προσπαθεί να κάνει τον χρόνο να γλιστράει, να τον τεντώνει, να τον χειραγωγεί, να τον κάνει να χάνεται, χωρίς τα κομμάτια να μοιάζουν πιο μεγάλα απ’ όσο είναι. Αυτό είναι η μαγική ικανότητά του, η τέχνη της υπομονής μέσα στην εποχή της διάσπασης.
Λίγο πριν επιστρέψει στο Ωδείο Αθηνών, όπου είχε βρεθεί και το 2023, θυμάται την Αθήνα σε μια σύντομη επίσκεψη και την Ακρόπολη σαν κάτι «εντελώς μυστικιστικό». Ανέβηκε με τα πόδια την ώρα που άνοιγε, στάθηκε, ένιωσε τον αέρα και σκέφτηκε πόσο παράξενα ξεχωριστό είναι αυτό το μέρος τώρα, και πώς θα ήταν τότε. Είπε πως θα αφιέρωνε ένα κομμάτι σε εκείνη την εμπειρία. Και το πιστεύεις, γιατί ο Abul Mogard γράφει ακριβώς έτσι: σαν να συνθέτει για χώρους που κουβαλούν το παρελθόν, χωρίς να το διαφημίζουν.
Στο πλαίσιο των St Paul’s Sessions, οι Abul Mogard και ο Rafael Anton Irisarri, δύο από τις πιο ξεχωριστές μορφές της σύγχρονης ambient/drone μουσικής σμίγουν ζωντανά στο Αμφιθέατρο “Ιωάννης Δεσποτόπουλος” του Ωδείου Αθηνών σε μια συνάντηση δύο κόσμων. Δύο συνθέτες που ξέρουν να χτίζουν “άλλους κόσμους”, για να μπορείς να κάνεις μεγάλες και πολύ βαθιές βουτιές με μια μόνο ανάσα.
Το OLAFAQ μίλησε μαζί του πριν τη συναυλία της 6ης Φεβρουαρίου στο Ωδείο Αθηνών, σε μια συζήτηση που κινείται εκεί που κινείται και η μουσική του: ανάμεσα στο μισοξεχασμένο και στο απτό, στο προσωπικό συναίσθημα και στον «ανοιχτό τόπο» που σχηματίζει ο συνθέτης και αφήνει ανοιχτό για τον ακροατή να βρει αυτό που ψάχνει.
Φωτ.: Iulia Alexandra Magheru
– Μπορείς να περιγράψεις με λίγες λέξεις πώς βρίσκεις παρηγοριά και έμπνευση σε “ήσυχους τόπους”;
Ο τελευταίος δίσκος μου λέγεται Quiet Pieces, και για μένα η παρηγοριά δεν έρχεται τόσο από κάποια συγκεκριμένα μέρη, όσο από την ίδια τη μουσική. Πολλά κομμάτια ξεκινούν με θορυβώδη στοιχεία ή, μπορεί και, ελαφρώς παράφωνα. Δούλεψα πάνω τους για πολύ καιρό, “κουρδίζοντας” και διορθώνοντας λεπτομέρειες, μέχρι να κατασταλάξουν σε μια μορφή που θα έμοιαζε ισορροπημένη. Εκεί, μέσα σε αυτή τη διαδικασία, βρίσκω την άνεση και να μπορώ να ακούω αυτούς τους ήχους όταν επιτέλους έχουν βρει τη σωστή θέση τους.
– Γενικότερα, νιώθεις ότι η δουλειά σου αφορά περισσότερο το να αποκαλύπτεις κάτι κρυμμένο ή το να δημιουργήσεις έναν καινούριο χώρο για να κατοικηθεί;
Τη βλέπω ως έναν τρόπο να εκφράζω τα προσωπικά μου συναισθήματα, πράγματα που θα μπορούσαν να θεωρηθούν “κρυμμένα”, τουλάχιστον μέσα μου. Ταυτόχρονα, όμως, ναι, σκέφτομαι τη μουσική μου σαν έναν ανοιχτό τόπο, όπου κάθε ακροατής μπορεί, ιδανικά, να βρίσκει κάτι διαφορετικό.
– Η μουσική σου μοιάζει να έρχεται από έναν τόπο μισοξεχασμένο, ονειρικό. Από πού ξεκινάει συνήθως ένα κομμάτι για σένα: από κάποιον ήχο, μια εικόνα, κάποια φράση ή μια διάθεση;
Μπορεί να είναι οποιοδήποτε από όλα υτά. Η έμπνευση μπορεί να έρθει από έναν ήχο που βρίσκω τυχαία ή δημιουργώ στο στούντιο, από μια ακολουθία συγχορδιών που ακούω, ή από ένα μέρος που επισκέπτομαι και μου μεταδίδει μια συγκεκριμένη ατμόσφαιρα ή διάθεση. Όταν εμφανιστεί μια αρχική ιδέα, συχνά την επεξεργάζομαι τόσο πολύ, που στο τέλος μοιάζει πράγματι μισοξεχασμένη. Μερικές φορές ακόμη κι εγώ δυσκολεύομαι να θυμηθώ από πού μπορεί να προήλθε αρχικά.
– Τα προηγούμενα χρόνια, η βιογραφία σου ήταν ντυμένη με μια έντονη μυθοπλαστική αύρα. Πώς σχετίζεσαι με το “χτίσιμο μύθου” σε μια εποχή που ζητάει για τα πάντα αποδείξεις “αυθεντικότητας”;
Έφτιαξα αυτόν τον χαρακτήρα γιατί ήθελα την ελευθερία να δουλεύω όπως ένιωθα ότι μπορεί να χρειάζεται, αποσυνδεδεμένος από την προηγούμενη δουλειά μου. Ήταν επίσης μια περίοδος που τόσο η προσωπική μου ζωή όσο και η εργασιακή μου καθημερινότητα χρειάζονταν ένα είδος επανεκκίνησης, οπότε αναζήτησα μια καθαρή αρχή μέσα από αυτό το alter ego. Στα καλλιτεχνικά projects, προσωπικά δεν χρειάζομαι “αποδείξεις” αυθεντικότητας, αρκεί το έργο να μου γεννάει συναίσθημα. Αυτό είναι που με ενδιαφέρει περισσότερο. Για παράδειγμα, η μικρή μου κόρη αυτή την περίοδο έχει κολλήσει με μια ταινία κινουμένων σχεδίων που έχει ένα εξαιρετικό soundtrack, ένα soundtrack που μοιάζει σαν να το έχουν φτιάξει οι ίδιοι οι κινούμενοι χαρακτήρες που παίζουν. Και υπάρχουν μερικά πραγματικά πολύ καλά τραγούδια, ένα απ’ αυτά το έχω ακούσει άπειρες φορές. Δεν ξέρω ακριβώς ποιος το έφτιαξε ή πώς δημιουργήθηκε, αλλά σημασία έχει ότι εξακολουθεί να με συγκινεί.
– Η ambient μουσική που υπηρετείς έχει μια μακρά ιστορία, από τον Eno μέχρι το σκοτεινό συνεχές της industrial μουσικής. Εσύ πού τοποθετείς τον εαυτό σου σ’ αυτόν τον χάρτη, αν το κάνεις καθόλου;
Δεν είμαι σίγουρος πού ακριβώς “βρίσκομαι” πάνω σε αυτόν τον χάρτη. Σίγουρα με έχει επηρεάσει η δουλειά του Brian Eno, και παράλληλα το Selected Ambient Works II του Aphex Twin. Ήταν από τους πρώτους ambient δίσκους που ανακάλυψα όταν ήμουν μικρότερος. Όταν με ρωτούν τι είδους μουσική κάνω, συνήθως απαντάω: πυκνή ambient μουσική.
Φωτ.: Iulia Alexandra Magheru
– Πώς καταλαβαίνεις πότε ένα drone είναι “ζωντανό” και όχι απλώς ένας παρατεταμένος ήχος;
Καλή ερώτηση. Για μένα, όλα καταλήγουν στο αν μου προκαλεί ή όχι μια συναισθηματική αντίδραση. Αυτό τείνει να είναι και ο βασικός μου τρόπος ποιοτικού ελέγχου, θα έλεγα.
– Τον χρόνο τον αντιμετωπίζεις σαν ένα “δοχείο” ή σαν μια ύλη που μπορείς να την τεντώσεις, να τη σπάσεις και μετά να την “γιατρέψεις”;
Μου αρέσει όταν ο ακροατής μπορεί να χάσει την αίσθηση του χρόνου μέσα σε ένα κομμάτι μουσικής. Οπότε ναι, υποθέτω ότι προσπαθώ να χειραγωγήσω τον χρόνο, αν και ειδικά ελπίζω τα κομμάτια να μη φαίνονται πιο μεγάλα απ’ όσο είναι στην πραγματικότητα.
– Όταν συνθέτεις, νιώθεις ότι καταγράφεις κάποια ανισορροπία του κόσμου ή ότι χτίζεις μια παράλληλη πραγματικότητα όπου η ψυχή μπορεί να πάρει μια βαθιά ανάσα;
Δεν το έχω σκεφτεί ακριβώς με αυτούς τους όρους, αλλά θα προτιμούσα να χτίζω έναν άλλο χώρο όπου μπορείς να αναπνεύσεις, ειδικά αν σκεφτεί κανείς πόσο ανήσυχη και αποσταθεροποιητική μοιάζει η σημερινή κατάσταση του κόσμου.
– Τι θα έλεγες για τη δουλειά σου; Στοχεύει να παρηγορήσει τον ακροατή ή να τον ταράξει λίγο, απαλά, ώστε να νιώσει επιτέλους όσα πιθανόν μπορεί να απέφευγε;
Προσπαθώ να κρατάω τη μουσική μου όσο πιο ανοιχτή γίνεται. Κάποιοι ακροατές μπορεί να βρίσκουν μέσα της παρηγοριά, άλλοι μπορεί να ανακαλύπτουν διαφορετικά ή ακόμα και κάποια κρυμμένα συναισθήματα, αλλά αυτό, τελικά, ανήκει περισσότερο στον κάθε ακροατή παρά στη δική μου πρόθεση.
– Έχεις βρεθεί ξανά στην Ελλάδα… Ας πούμε ότι θα συνέθετες ένα ambient κομμάτι για ένα ελληνικό τοπόσημο: ποιο μέρος θα διάλεγες και τι “συναισθηματικό καιρό” θα ήθελες να κουβαλά η μουσική;
Ναι, έχω έρθει μια φορά στην Αθήνα, το 2023, για μια ακόμη συναυλία στον ίδιο όμορφο χώρο, στο Ωδείο Αθηνών. Έμεινα μόνο για δύο μέρες, αλλά βρήκα την Ακρόπολη εντελώς μυστικιστική. Ανέβηκα με τα πόδια την ώρα που άνοιγε και έμεινα εκεί για λίγο, νιώθοντας τον αέρα και σκεπτόμενος πόσο ιδιαίτερο είναι αυτό το μέρος σήμερα, ή πώς θα ήταν στο παρελθόν. Οπότε, πιθανότατα θα αφιέρωνα ένα κομμάτι μουσικής σε εκείνη την εμπειρία.
– Ο κόσμος μοιάζει όλο και πιο ξεχαρβαλωμένος (πολιτικά, περιβαλλοντικά, ψυχολογικά). Βιώνεις την ambient σαν ένα καταφύγιο ή σαν έναν τρόπο να μένεις ξύπνιος μέσα στην καταιγίδα;
Νομίζω πως μπορεί να είναι και τα δύο.
– Πιστεύεις ότι ζούμε μια κρίση νοήματος ή μια κρίση προσοχής; Και πού κάθεται η μουσική σου ανάμεσα σε αυτές τις δύο “καταρρεύσεις”;
Θα έλεγα ότι ζούμε και τις δύο αυτές κρίσεις. Αλλά η μουσική μου συνεχίζει να εξελίσσεται μέσα στον δικό της κόσμο. Ελπίζω πως εξακολουθεί να έχει νόημα και λόγο ύπαρξης, και ότι οι ακροατές μπορούν να περνούν χρόνο με ήχους που χρειάζονται χρόνο για να ξεδιπλωθούν.
– Αν έπρεπε να ορίσεις την “ελπίδα” χωρίς κανένα ίχνος συναισθηματισμού, ή κάποιο κινηματογραφικό “τρικ”, πώς θα ακουγόταν η ελπίδα στη δική σου γλώσσα;
Η ελπίδα είναι κάτι που χρειάζεται να κρατάμε γερά. Δεν είναι συναισθηματική. Είναι αυτό που μας κρατάει ζωντανούς και αυτό που μας σπρώχνει να προσπαθούμε να βελτιώσουμε τον κόσμο… Μέσα στις δυνατότητές μας, λίγο-λίγο, στους δικούς μας μικρούς κόσμους, και για τις επόμενες γενιές.
Λίγο πριν τη συναυλία της 6ης Φεβρουαρίου στο Ωδείο Αθηνών, ο ambient συνθέτης Abul Mogard μιλά στο OLAFAQ για τη μνήμη, τα drones και τους «ήχους που χρειάζονται χρόνο».
Λίγο πριν τη συναυλία της 6ης Φεβρουαρίου στο Ωδείο Αθηνών, ο ambient συνθέτης Abul Mogard μιλά στο OLAFAQ για τη μνήμη, τα drones και τους «ήχους που χρειάζονται χρόνο».
Ο γνωστός δημοσιογράφος μιλάει στον Θανάση Μήνα για το πρώτο του μυθιστόρημα με τον τίτλο "Ο αγνοούμενος του Ματαρόα" που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.
Ο γνωστός δημοσιογράφος μιλάει στον Θανάση Μήνα για το πρώτο του μυθιστόρημα με τον τίτλο "Ο αγνοούμενος του Ματαρόα" που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.
Σε έναν κόσμο διάττοντων αστέρων, ο Θάνος Τοκάκης, με ταλέντο που αντέχει στον χρόνο, φροντίζει να διαρκεί αντί να καεί και προτιμά να αφήνει το αποτύπωμά του, παρά να μιλά γι’ αυτό.
Σε έναν κόσμο διάττοντων αστέρων, ο Θάνος Τοκάκης, με ταλέντο που αντέχει στον χρόνο, φροντίζει να διαρκεί αντί να καεί και προτιμά να αφήνει το αποτύπωμά του, παρά να μιλά γι’ αυτό.
Χωρίς μεσολαβητές και χωρίς ρόλους, ο δημοσιογράφος Μιχάλης Προβατάς ανοίγει έναν χώρο διαλόγου για το Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης, όπου η εμπειρία προηγείται της εικόνας.
Χωρίς μεσολαβητές και χωρίς ρόλους, ο δημοσιογράφος Μιχάλης Προβατάς ανοίγει έναν χώρο διαλόγου για το Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης, όπου η εμπειρία προηγείται της εικόνας.