Η ερώτηση μοιάζει υπερβολική, σχεδόν ηθικολογική, αλλά κρύβει μέσα της μια αληθινή αγωνία για τη γραφή ως πράξη σκέψης. Το γράψιμο ποτέ δεν ήταν απλώς το τελικό προϊόν. Ήταν η διαδικασία μέσα από την οποία καταλάβαινες τι σκέφτεσαι και με το χέρι το περνάς παλαιότερα με το μολύβι, μετά με το στυλό στο χαρτί και τα τελευταία χρόνια με το πληκτρολόγιο σε μία σελίδα word. 

Τα μεγάλα γλωσσικά μοντέλα (LLM) μπήκαν στη ζωή μας με την υπόσχεση της διευκόλυνσης, δηλαδή να γράψουν πιο γρήγορα, πιο καθαρά, πιο “σωστά”. Πράγματι το κάνουν. Παράγουν κείμενα χωρίς λάθη (κυρίως στα αγγλικά), με δομή, με ροή, με ύφος που μοιάζει ανθρώπινο. Το ζήτημα ξεκινά όταν αυτή η ευκολία μετατρέπεται σε υποκατάστατο. Όταν η σκέψη προηγείται λιγότερο από το prompt και η φωνή χάνεται μέσα στην ομοιομορφία. 

Η γραφή ιστορικά ήταν πάντα ένα είδος αντίστασης. Στην ασάφεια, στην αταξία του νου, στο χάος των συναισθημάτων. Γράφεις για να ξεκαθαρίσεις, όχι για να επιβεβαιώσεις. Το πρώτο προσχέδιο είναι σχεδόν πάντα κακό. Γεμάτο επαναλήψεις, λάθη, αμφιβολίες. Εκεί όμως γεννιέται κάτι ουσιαστικό: η σύγκρουση με τον εαυτό σου. Όταν αφήνεις ένα LLM να αναλάβει από την αρχή, παρακάμπτεις αυτή τη σύγκρουση. Παίρνεις αποτέλεσμα έχοντας παρακάμψει ένα βασικό στάδιο τριβής στη δημιουργία. 

Δεν ξεχνάμε να γράφουμε επειδή τα μοντέλα γράφουν καλύτερα, αλλά επειδή συνηθίζουμε να μην αντέχουμε την αμηχανία της αρχής. Το κενό της λευκής σελίδας, το «δεν ξέρω ακόμα τι θέλω να πω». Το LLM είναι πάντα έτοιμο να το καλύψει αυτό το κενό. Το κενό αυτό όμως είναι απαραίτητο, εκεί σχηματίζεται η σκέψη και δοκιμάζεται. 

Η εξομοίωση του ύφους είναι επίσης είναι ταυτοτικό φαινόμενο. Όσο περισσότερο διαβάζουμε κείμενα παραγόμενα από LLM, τόσο περισσότερο τα εσωτερικεύουμε. Ρυθμός, λέξεις, δομή, όλα αρχίζουν να μοιάζουν. Μια παγκόσμια, άτονη, ευγενική γλώσσα που αποφεύγει τις αιχμές. Το πρόβλημα δεν είναι ότι αυτή η γλώσσα είναι “κακή”, αλλά ότι η γραφή χωρίς ρίσκο είναι διακοσμητική. 

Το γράψιμο είναι έκθεση, παίρνεις θέση, ακόμα κι αν δεν το λες ρητά. Το LLM αντίθετα, εκπαιδεύτηκαν να ισορροπούν. Να μη δυσαρεστούν, να καλύπτουν όλες τις πλευρές. Όταν γράφεις με αυτό ως οδηγό, αρχίζεις να σκέφτεσαι κι εσύ έτσι πιο επίπεδα και στρογγυλεμένα. Αλλοιώνεις όμως ότι έχεις χτίσει. 

Αυτό δεν σημαίνει ότι τα LLM πρέπει να αποκλειστούν από τη διαδικασία. Το πρόβλημα δεν είναι η χρήση, αλλά η ανάθεση. Είναι άλλο να ζητάς βοήθεια για να δεις μια ιδέα από άλλη γωνία κι άλλο να του ζητάς να σκεφτεί για σένα. Όταν το μοντέλο έρχεται μετά τη σκέψη, μπορεί να λειτουργήσει ως καθρέφτης, όταν έρχεται πριν γίνεται υποκατάστατο. 

Η ερώτηση λοιπόν δεν είναι αν ξεχνάμε να γράφουμε, αλλά αν ξεχνάμε γιατί γράφουμε. Αν ο στόχος είναι απλώς να παραχθεί κείμενο, τα LLM είναι ιδανικά. Αν όμως ο στόχος είναι να καταλάβεις τι πιστεύεις, τι φοβάσαι, τι θες να υπερασπιστείς, τότε καμία μηχανή δεν μπορεί να το κάνει για σένα. Μπορεί να το μιμηθεί, αλλά αυτό δεν είναι αρκετό. 

Υπάρχει και μια γενεαλογική διάσταση. Νέοι άνθρωποι μαθαίνουν να γράφουν βλέποντας έτοιμα κείμενα να παράγονται άμεσα. Η υπομονή της γραφής, η αναθεώρηση, η αποτυχία, μοιάζουν περιττές. Όμως η σκέψη δεν ωριμάζει χωρίς χρόνο, ακόμα κι η αποτυχία είναι μέρος αυτής της παραγωγικής αποτυχίας. Ο χρόνος λειτουργεί υπέρ σου, όχι εναντίον σου. Το να γράφεις μόνος σου είναι αργό, κουραστικό, συχνά απογοητευτικό. Ακριβώς γι’ αυτό έχει αξία, γιατί σε αναγκάζει να μείνεις, να επιμείνεις, να μην πατήσεις “generate” όταν κάτι δε βγαίνει και αυτή η επιμονή είναι δεξιότητα, όχι ρομαντισμός το 2026. 

Τα LLM δεν θα μας κάνουν να ξεχάσουμε να γράφουμε από μόνα τους, θα το κάνουν μόνο αν τους παραδώσουμε τη διαδικασία χωρίς αντίσταση. Αν όμως κρατήσουμε τη γραφή ως χώρο σκέψης και όχι απλώς παραγωγής, τότε μπορούν να παραμείνουν εργαλεία και στην πραγματικότητα αυτό είναι η τεχνητή νοημοσύνη ένα εργαλείο που πρέπει να εκπαιδευτείς να χρησιμοποιείς ορθά, ώστε να διευκολύνει την εργασία σου. 

 

 

 Ακολουθήστε το OLAFAQ στο Facebook, Bluesky και Instagram