Το Ντα Νανγκ μοιάζει με υπόσχεση. Παραλία, ήλιος, γρήγορο ίντερνετ, καφές, coworking spaces με φυτά εσωτερικού χώρου και θέα σε φοίνικες. Ένα μέρος που στα βίντεο των digital nomads φαίνεται να λύνει, επιτέλους, την εξίσωση δουλεύω–ζω–αναπνέω. Ένας τόπος που παρουσιάζεται σαν ιδανική ισορροπία ανάμεσα στo εξωτικό και την άνεση, ανάμεσα στο “φθηνό” και το “λειτουργικό”. Όμως όπως συμβαίνει συχνά με τους παραδείσους του Instagram, η πραγματικότητα έχει περισσότερα στρώματα απ’ όσα δείχνει το drone. 

Στο YouTube το Ντα Νανγκ είναι ένας απέραντος καμβάς ελευθερίας. Ξένοι δημιουργοί περιεχομένου τρέχουν γυμνόστηθοι στην παραλία, πίνουν smoothies, μιλούν για παραγωγικότητα και work-life balance. Η πόλη γίνεται φόντο, ένα σκηνικό πάνω στο οποίο προβάλλεται η ιδέα της σύγχρονης νομαδικής ζωής: εργάζομαι από παντού, ανήκω παντού, δε δεσμεύομαι πουθενά. Όμως για όσους ζουν εκεί, η πόλη είναι καθημερινότητα. 

Για πολλούς ντόπιους εργαζόμενους το Ντα Νανγκ είναι μια πόλη που ακριβαίνει πιο γρήγορα απ’ όσο αντέχουν οι μισθοί. Ενοίκια που ανεβαίνουν, ιδιοκτήτες που προτιμούν βραχυχρόνιες μισθώσεις, διαμερίσματα που παύουν να απευθύνονται σε ανθρώπους που πληρώνονται σε τοπικό νόμισμα. Εκεί που για έναν digital nomad με εισόδημα από Ευρώπη ή ΗΠΑ τα 450 δολάρια το μήνα θεωρούνται ευκαιρία, για έναν Βιετναμέζο εργαζόμενο είναι ολόκληρος ο μισθός. Η ίδια τιμή, δύο εντελώς διαφορετικές πραγματικότητες. 

Αυτό είναι το πρώτο ρήγμα: η οικονομία της πόλης αρχίζει να οργανώνεται γύρω από ανθρώπους που δεν εξαρτώνται από αυτήν. Ανθρώπους που μπορούν να φύγουν ανά πάσα στιγμή κι έτσι το Ντα Νανγκ μπαίνει σε μια γνώριμη τροχιά, την τροχιά πόλεων που “ανακαλύπτονται”, εξιδανικεύονται, εξάγονται ως εμπειρία και τελικά μετασχηματίζονται μέχρι να μην αναγνωρίζονται από όσους τις κατοικούσαν εξαρχής. 

Δεν πρόκειται μόνο για τους digital nomads. Ο μαζικός τουρισμός, τα Airbnb, οι επενδύσεις πολυτελείας, τα διεθνή ξενοδοχεία παίζουν εξίσου καθοριστικό ρόλο. Η πόλη γίνεται επιθυμητή και η επιθυμία φέρνει κεφάλαιο. Το κεφάλαιο φέρνει αλλαγή κι η αλλαγή σπάνια μοιράζεται ισότιμα. Το ερώτημα δεν είναι αν το Ντα Νανγκ αλλάζει, αλλά για ποιον αλλάζει. 

Υπάρχουν βέβαια και φωνές που βλέπουν την άλλη πλευρά. Coworking spaces που δημιουργούν θέσεις εργασίας, ντόπιοι που συνεργάζονται με ξένους, νέες μορφές απασχόλησης που πριν δεν υπήρχαν. Digital nomads που μένουν περισσότερο, που ξοδεύουν χρήματα τοπικά, που δε λειτουργούν σαν τουρίστες-αστραπή. Το αφήγημα δεν είναι μονοσήμαντο. Η νομαδική εργασία δεν είναι από μόνη της κακή. Το πρόβλημα ξεκινά όταν γίνεται αόρατη δύναμη που αλλάζει τις ισορροπίες χωρίς να αναλαμβάνει ευθύνη. 

Το Ντα Νανγκ αυτή τη στιγμή μοιάζει να κρατά μια εύθραυστη ισορροπία. Δεν έχει ακόμα πνιγεί από το μοντέλο “ζω φθηνά, δουλεύω remote, ανεβάζω stories”. Δεν έχει γίνει ακόμα το Μπαλί, ούτε το Τσιάνγκ Μάι. Υπάρχει ακόμη χώρος για συνύπαρξη, για διαπραγμάτευση, για μέτρο, αλλά αυτή η ισορροπία είναι προσωρινή γιατί η λογική της αγοράς σπάνια γνωρίζει από όρια. 

Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο δεν είναι αν το Ντα Νανγκ θα “χαλάσει”, αλλά αν μπορεί να αποφύγει την παγίδα του μονοδιάστατου παραδείσου. Αν μπορεί να παραμείνει πόλη και όχι προϊόν. Αν οι άνθρωποι που έρχονται για να δουλέψουν από εδώ θα δουν τον τόπο ως κοινότητα ή απλώς ως φθηνό background για μια ζωή χωρίς δεσμεύσεις. Εκεί κρίνεται τελικά το αποτέλεσμα. Ο ψηφιακός νομαδισμός που αντιμετωπίζει τις πόλεις σαν screensaver αφήνει πίσω του άδεια κελύφη. Ο νομαδισμός που εμπλέκεται, που καταλαβαίνει ότι κάθε “παράδεισος” έχει κόστος για κάποιον άλλο, ίσως να αφήσει κάτι διαφορετικό. Το Ντα Νανγκ βρίσκεται ακριβώς σε αυτό το σταυροδρόμι. 

Προς το παρόν ο παράδεισος υπάρχει, αλλά δεν είναι ανέγγιχτος και το πόσο θα αντέξει εξαρτάται λιγότερο από τα βίντεο και περισσότερο από το αν όσοι περνούν από εδώ αποφασίσουν να δουν πέρα από την παραλία, γιατί καμία πόλη δεν αντέχει για πολύ να είναι απλώς ένα ωραίο πλάνο. 

*Με στοιχεία από το Business Insider 

 

 

 Ακολουθήστε το OLAFAQ στο Facebook, Bluesky και Instagram