Η καθημερινότητα του σύγχρονου ανθρώπου δεν είναι πλέον ένας στίβος δημιουργίας ή ένα πεδίο αυθεντικής εμπειρίας, αλλά ένα ατέρμονο κυνήγι φαντασμάτων που μας αφήνει συναισθηματικά ακρωτηριασμένους. Πονάει, όχι γιατί ο μόχθος είναι ανυπόφορος με την παραδοσιακή έννοια της σωματικής κόπωσης, αλλά γιατί είναι τρομακτικά κενή περιεχομένου. Ζούμε σε μια εποχή όπου η επιβίωση έχει αντικαταστήσει τη διαβίωση και η διεκπεραίωση έχει αναχθεί στο μοναδικό μας ταλέντο. Καταντήσαμε λογιστές των ίδιων μας των ωρών, μετρώντας το χρόνο όχι με στιγμές που μας έκοψαν την ανάσα, αλλά με e-mails, ψηφιακές ειδοποιήσεις, απλήρωτους λογαριασμούς και μια διαρκή αίσθηση ότι «κάτι μας διαφεύγει».

Ας το παραδεχτούμε χωρίς περιστροφές: το πρώτο χτύπημα της ημέρας έρχεται με το ξυπνητήρι, το οποίο δεν σηματοδοτεί την αρχή μιας νέας ευκαιρίας, αλλά την έναρξη μιας μηχανικής υποδούλωσης. Ο πόνος της καθημερινότητας πηγάζει από την οδυνηρή συνειδητοποίηση ότι το μεγαλύτερο μέρος της ζωτικής μας ενέργειας σπαταλιέται για να συντηρήσει μια κοινωνική δομή που μας θέλει μόνιμα εξαντλημένους. Πονάει η κίνηση στους δρόμους, πονάει το βλέμμα στο κενό μέσα στο μετρό, αλλά κυρίως πονάει η συστημική υποκρισία του επαγγελματικού στίβου. Εκεί, καλούμαστε καθημερινά να φορέσουμε τη μάσκα της «προσαρμοστικότητας» και του «team spirit», ενώ στην πραγματικότητα βρισκόμαστε σε μια αρένα κανιβαλισμού χωρίς ουσιαστικό έπαθλο. Καυτηριάζουμε την αδικία στο πίσω μέρος του μυαλού μας, αλλά τελικά την καταπίνουμε αμάσητη μαζί με τον δεύτερο κρύο καφέ της ημέρας, γιατί ο φόβος της αντικατάστασης είναι πάντα μεγαλύτερος από την ανάγκη για αξιοπρέπεια.

Η καθημερινότητα μας πληγώνει επειδή μας αναγκάζει να είμαστε κάτι άλλο από αυτό που πραγματικά είμαστε, προκειμένου να αποκτήσουμε υλικά αγαθά που δεν χρειαζόμαστε, για να εντυπωσιάσουμε έναν κύκλο ανθρώπων που στην πραγματικότητα αδιαφορεί για την ύπαρξή μας. Και σαν να μην έφτανε αυτό το υπαρξιακό βάρος, έρχεται η τεχνολογία να λειτουργήσει ως το ψηφιακό ναρκωτικό που μας κρατάει ήσυχους στο κελί μας. Κοιτάμε τις οθόνες μας αναζητώντας μια φευγαλέα δόση ντοπαμίνης, ενώ η ίδια η ζωή μας προσπερνά με την ταχύτητα του scrolling. Η καθημερινότητα έχει γίνει μονοδιάστατη, μια επίπεδη γραμμή ανάμεσα σε pixels. Η επικοινωνία έχει πια αντικατασταθεί από την ψηφιακή έκθεση, μια διαρκή επίδειξη μιας ευτυχίας που δεν υφίσταται.

Πονάμε γιατί αναγκαζόμαστε να βλέπουμε τον κόσμο μέσα από ωραιοποιημένα φίλτρα. Η πραγματικότητα είναι από τη φύση της γεμάτη ρυτίδες, σκόνη, ιδρώτα και αμήχανες σιωπές, αλλά εμείς απαιτούμε από τον εαυτό μας να είναι γυαλιστερός και αψεγάδιαστος. Αυτή η χαώδης απόσταση ανάμεσα στο «φαίνεσθαι» των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και στο «είναι» της μοναχικής μας κουζίνας το βράδυ, δημιουργεί μια βαθιά συναισθηματική φλεγμονή. Είμαστε η πιο «συνδεδεμένη» γενιά στην ιστορία της ανθρωπότητας και ταυτόχρονα η πιο τραγικά αποξενωμένη, αφού έχουμε ξεχάσει πώς να ακουμπάμε την ψυχή του άλλου χωρίς τη διαμεσολάβηση μιας οθόνης.

Ο πόνος που νιώθουμε δεν είναι σωματικός· είναι μια υπαρξιακή κράμπα που προκαλείται από την έλλειψη νοήματος. Πονάμε γιατί δεν μας επιτρέπεται πια η πολυτέλεια της σιωπής. Η καθημερινότητα έχει γίνει θορυβώδης, επιθετική και παράλογα απαιτητική. Το σύστημα μας επιβάλλει να είμαστε «πολυεργαλεία»: τέλειοι γονείς, αποδοτικοί υπάλληλοι, fit εραστές, ενημερωμένοι πολίτες και ευχάριστοι φίλοι – όλα ταυτόχρονα, 24 ώρες το εικοσιτετράωρο. Αυτή η γνωστική υπερφόρτωση οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια σε μια πνευματική παραίτηση, στο λεγόμενο Burnout της Ύπαρξης. Καταλήγουμε να ζούμε με τον «αυτόματο πιλότο», περιμένοντας τα Σαββατοκύριακα ή τις καλοκαιρινές διακοπές ως σανίδες σωτηρίας, μόνο και μόνο για να ανακαλύψουμε με τρόμο ότι είμαστε πολύ κουρασμένοι ακόμα και για να διασκεδάσουμε. Η καθημερινότητα μας πονάει γιατί μας κλέβει το ιερό δικαίωμα στην οκνηρία, στη βαθιά σκέψη και στο δημιουργικό «τίποτα».

Επιπλέον, υπάρχει και ο καταναγκασμός της ευτυχίας. Σήμερα, το να μην είσαι «καλά» θεωρείται σχεδόν κοινωνικό παράπτωμα. Αυτή η τοξική θετικότητα που μας πλασάρεται από παντού μας αναγκάζει να καταπιέζουμε τη λύπη, την κούραση και την απογοήτευσή μας, μετατρέποντάς τες σε έναν εσωτερικό όγκο που μας πονάει διπλά. Αν η καθημερινότητα τείνει να μας πονάει τόσο, είναι γιατί έχουμε χάσει τη μάχη με το αυτονόητο. Έχουμε θυσιάσει την ποιότητα της στιγμής στο βωμό της ποσότητας των υποχρεώσεων. Έχουμε γίνει εραστές της αποδοτικότητας και εχθροί της ανθρωπιάς μας.

Για να σταματήσει αυτό το «γδάρσιμο» της ψυχής, απαιτείται μια πράξη ανυπακοής. Πρέπει να τολμήσουμε να γίνουμε «λιγότεροι» στα μάτια των άλλων για να γίνουμε «περισσότεροι» στα δικά μας. Η λύση δεν βρίσκεται στις μεγάλες αλλαγές, αλλά στην αποκαθήλωση της τελειότητας. Ο πόνος θα αρχίσει να υποχωρεί μόνο όταν σταματήσουμε να αντιμετωπίζουμε τη μέρα μας ως μια μάχη που πρέπει να κερδηθεί πάση θυσία και αρχίσουμε να τη βλέπουμε ως έναν χρόνο που δικαιούμαστε να βιώσουμε με όλες μας τις αισθήσεις. Χωρίς φίλτρα, χωρίς ψεύτικα χαμόγελα, με όλη την άβολη αλλά λυτρωτική αλήθεια της ύπαρξής μας. Αν δεν διεκδικήσουμε πίσω την κυριότητα του χρόνου μας, η καθημερινότητα θα συνεχίσει να είναι ένας αργός θάνατος μεταμφιεσμένος σε ζωή.

 Ακολουθήστε το OLAFAQ στο Facebook, Bluesky και Instagram