Το να είσαι εκπαιδευτικός σήμερα δεν είναι απλώς απαιτητικό, μοιάζει με μια άσκηση αντοχής από παιδαγωγικής, ψυχικής, κοινωνικής και κυρίως οικονομικής άποψης. Το σχολείο έχει πάψει προ πολλού να είναι ένας προστατευμένος χώρος γνώσης. Έχει μετατραπεί σε καθρέφτη των ρωγμών της κοινωνίας και ο εκπαιδευτικός καλείται να τις διαχειριστεί όλες ταυτόχρονα, συχνά χωρίς εργαλεία, χωρίς στήριξη και με την αίσθηση ότι φταίει εκ των προτέρων. 

Στην Ελλάδα το επάγγελμα του εκπαιδευτικού κουβαλά μια παράδοξη αντίφαση. Από τη μία αναγνωρίζεται θεωρητικά ως θεμελιώδες για το μέλλον της κοινωνίας. Από την άλλη, αντιμετωπίζεται πρακτικά ως αυτονόητο, υποτιμημένο και συχνά αναλώσιμο. Χαμηλοί μισθοί, χρόνια υποστελέχωση, αναπληρωτές που αλλάζουν τόπο ζωής κάθε Σεπτέμβρη, γραφειοκρατία που πνίγει το παιδαγωγικό έργο. Ο εκπαιδευτικός καλείται να είναι ταυτόχρονα δάσκαλος, ψυχολόγος, κοινωνικός λειτουργός, διαχειριστής κρίσεων και ενίοτε αποδιοπομπαίος τράγος. 

Η τάξη δεν είναι πια ένας ομοιογενής χώρος. Είναι ένα μωσαϊκό από παιδιά με διαφορετικά κοινωνικά, πολιτισμικά και ψυχικά φορτία. Μαθητές με άγχος, μαθητές με μαθησιακές δυσκολίες, παιδιά που κουβαλούν στο σχολείο την οικονομική πίεση, την ενδοοικογενειακή ένταση, τη μοναξιά. Το σχολείο έχει γίνει ο πρώτος χώρος όπου “σκάει” η κρίση της κοινωνίας και ο εκπαιδευτικός στέκεται στην πρώτη γραμμή συχνά χωρίς επιμόρφωση, χωρίς υποστήριξη, χωρίς χρόνο. 

Αυτό δεν είναι μόνο ελληνικό φαινόμενο. Σε πολλές χώρες της Ευρώπης, το επάγγελμα του εκπαιδευτικού περνά κρίση ελκυστικότητας. Στο Βέλγιο η έλλειψη εκπαιδευτικών έχει οδηγήσει σε μέτρα που μέχρι πρόσφατα θα φάνταζαν αδιανόητα: σε ορισμένες περιοχές τα παιδιά σταμάτησαν να πηγαίνουν σχολείο τις Τετάρτες, επειδή απλώς δεν υπάρχουν αρκετοί δάσκαλοι για να καλύψουν το πρόγραμμα, λόγω εξάντλησης ενός συστήματος που δεν μπορεί πλέον να στελεχωθεί. 

Η εικόνα αυτή επαναλαμβάνεται με διαφορετικές μορφές σε πολλές χώρες. Στη Γαλλία, στη Γερμανία, στις σκανδιναβικές χώρες παρά τις καλύτερες συνθήκες οι παραιτήσεις αυξάνονται. Οι νέοι αποφεύγουν το επάγγελμα, επειδή δεν αντέχουν τη διαρκή πίεση και την αίσθηση ότι η δουλειά τους δεν τελειώνει ποτέ. Ο εκπαιδευτικός δεν “σχολάει”. Παίρνει δουλειά στο σπίτι, κουβαλά ευθύνες, σκέψεις, άγχη. 

Η ψηφιακή εποχή που θεωρητικά θα διευκόλυνε πρόσθεσε ένα ακόμα βάρος. Η τεχνολογία δεν μπήκε στο σχολείο ως εργαλείο, αλλά ως απαίτηση. Ο εκπαιδευτικός πρέπει να προσαρμόζεται διαρκώς, να μαθαίνει πλατφόρμες, να αξιολογείται ψηφιακά, να επικοινωνεί με γονείς και μαθητές σε μόνιμη βάση. Το όριο μεταξύ επαγγελματικού και προσωπικού χρόνου διαλύθηκε, το σχολείο μπήκε στο κινητό. 

Παράλληλα, η σχέση με τους γονείς έχει γίνει πιο σύνθετη. Υπάρχουν συνεργασίες ουσίας, αλλά υπάρχουν και συγκρούσεις. Ο εκπαιδευτικός αμφισβητείται πιο εύκολα, ελέγχεται, κρίνεται. Κάθε παιδαγωγική απόφαση μπορεί να μετατραπεί σε καταγγελία. Η εμπιστοσύνη που είναι θεμέλιο της εκπαίδευσης έχει φθαρεί. 

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον οι εκπαιδευτικοί συνεχίζουν με βαθιά αίσθηση ευθύνης, γιατί ξέρουν ότι αν αποσυρθούν, δεν υπάρχει εύκολα αντικατάσταση. Το σχολείο δεν είναι εργοστάσιο δεν αλλάζεις γρανάζια χωρίς συνέπειες. Κάθε έμπειρος εκπαιδευτικός που φεύγει, παίρνει μαζί του γνώση, σχέσεις, σταθερότητα. 

.Όταν χώρες όπως το Βέλγιο αναγκάζονται να “κόψουν” σχολικές ημέρες δεν πρόκειται για λεπτομέρεια, είναι καμπανάκι αν όχι καμπάνα εκκλησίας που χτυπάει για τον όρθρο της Κυριακής. Η εκπαίδευση δεν καταρρέει από έλλειψη τεχνολογίας ή προγραμμάτων, καταρρέει όταν εξαντλούνται οι άνθρωποί της και κανείς δε συγκινείται για αυτό. Έχει χαθεί κάθε αίσθηση κύρους. 

Αν θέλουμε σχολεία που λειτουργούν, χρειαζόμαστε εκπαιδευτικούς που αντέχουν. Με αξιοπρεπείς συνθήκες, ουσιαστική επιμόρφωση, θεσμική στήριξη και εμπιστοσύνη. Διαφορετικά θα συνεχίσουμε να μιλάμε για το μέλλον των παιδιών, ενώ το παρόν των δασκάλων θα γίνεται όλο και πιο ασφυκτικό και αυτό αργά ή γρήγοραμ το πληρώνει ολόκληρη η κοινωνία. 

 

 

 Ακολουθήστε το OLAFAQ στο Facebook, Bluesky και Instagram.