“I knew the world it would stop spinning now since you’ve been gone
I used to think that when you died you kind of wandered the world
In a slumber till your crumbled were absorbed into the earth
Well, I don’t think that any more the phone it rings no more”
Nick Cave, Girl In Amber
Παρατηρώ τα πρόσωπα αυτών των ανθρώπων, τα μετρημένα λόγια, τις κραυγές, τις σιωπές και θυμάμαι κάποτε τις ασκήσεις ψυχολογίας σε κάποιο τμήμα ογκολογικού νοσοκομείου με καρκινοπαθή παιδιά και την προσπάθεια μας να προετοιμάσουμε τους γονείς για τον επερχόμενο θάνατο των παιδιών τους. Διαχείριση θανάτου (Death Management) λεγόταν κι από την αρχή ως το τέλος μου φαινόταν ακατόρθωτο.
Εκεί ο θάνατος ενός παιδιού ήταν δεδομένος. Και οι γονείς τον περίμεναν. Κι εκεί αβάσταχτος, αν και αναμενόμενος. Και άδικος. Η αναμονή της συντριβής. Δεν θα ξεχάσω ποτέ αυτή την εμπειρία. Την εμπειρία του να υποστηρίζεις κάποιον που πρόκειται να χάσει ένα παιδί.
“Ποτέ δεν φεύγουν τα νεκρά παιδιά απ΄τα σπίτια τους”, λέει ο Ρίτσος. Αυτό τους έλεγα κι εγώ.
“Τριγυρίζουν εκεί. Mπλέκονται στα φουστάνια της μητέρας τους, την ώρα που εκείνη ετοιμάζει το φαϊ κι ακούει το νερό
να κοχλάζει, σαν να σπουδάζει τον ατμό
και τον χρόνο…
Πάντα εκεί.
Και το σπίτι παίρνει ένα άλλο στένεμα
και πλάτεμα, σάμπως να πιάνει σιγανή βροχή καταμεσής καλοκαιριού
στα ερημικά χωράφια…”
Μπροστά στην ταφή 150 κοριτσιών στο Ιράν δεν μπορώ να σκεφτώ τίποτε άλλο παυσίπονο. Μόνο αυτό το ποίημα.
“Δεν φεύγουν τα νεκρά παιδιά.
Μένουν στο σπίτι κι έχουν μια ξεχωριστή προτίμηση να παίζουν στον κλεισμένο διάδρομο και κάθε μέρα μεγαλώνουν
μέσα στην καρδιά μας,
τόσο που ο πόνος κάτω απ΄τα πλευρά μας
δεν είναι πια απ΄τη στέρηση,
μα από την αύξηση…
Κι αν κάποτε οι γυναίκες βγάζουν μια κραυγή στον ύπνο τους,
είναι που τα κοιλοπονάνε πάλι…”
Ο Παύλος δικαιώθηκε. Αλλά λείπει. Τεράστιος ο αγώνας της μάνας. Και νίκη. 4.3.2026: Ένοχοι όπως και πρωτοδίκως οι 42 κατηγορούμενοι για την εγκληματική οργάνωση της Χρυσής Αυγής.
Μάνα, νίκησες.
Το δωμάτιό του Παύλου, όμως, άδειο. Μεγάλο της θέμα της απόδοσης δικαιοσύνης στους άδικους θανάτους. Και μέρος μεγάλο του πένθους ο αγώνας. Και στην περίπτωση αυτή νίκη ενάντια στον φασισμό. Μα όταν τελειώνει;
Το παιδί ακόμα λείπει.
“Ήσυχα και σιγαλά – Και μ’ όλα τα φιλιά μας,
Γύρισες προς τ’ άγνωστο – Μεσ’ απ’ την αγκαλιά μας“ που έγραφε κι ο Παλαμάς το 1988 για τον Άλκη του.
Μένει αδέσποτη η αγάπη των γονιών χωρίς σώμα να κατοικήσει.
Κι ο χρόνος κινείται πια όχι σε ευθεία γραμμή, αλλά σε κύκλο. Που γυρίζει συνέχεια στην τελευταία φορά.
Το τελευταίο βλέμμα, τις τελευταίες λέξεις, τα “έλα, μαμά”.
Το σχήμα της απουσίας είναι ο κύκλος. Που σε απομακρύνει και σε ξαναγυρνά στην τελευταία αγκαλιά.
Έπεσαν να φάνε την Καρυστιανού. Που είπε θα πολιτευτεί. Δεν θέλω να σκέφτομαι ούτε στιγμή τι είπε για τις αμβλώσεις. Αδιανόητο. Σκέφτομαι μόνο την μάνα που θέλει να ταράξει τη χώρα συθέμελα. Γιατί λείπει η Μάρθη της.
Χλεύασαν τον Nick Cave. Μαλάκωσε λέει από τότε που έχασε τον Arthur. “Τι γλυκανάλατα τραγούδια είναι αυτά; Που είναι ο Cave των Bad Seeds? Τι αμπελοφιλοσοφίες και δράμα είναι αυτό ; Κι άρχισε να μιλάει για τον θεό ”. Πώς όχι; Μονολογώ…
Άλλοι σιωπούν. Άλλοι φωνάζουν. Άλλοι βγαίνουν στους δρόμους. Άλλοι γράφουν τραγούδια. Άλλοι πιέζουν στο πρόσωπο το μαξιλάρι του παιδιού να πνίξουν την κραυγή και δεν αλλάζουν ποτέ τα τελευταία σεντόνια. Να μην δραπετεύσει η μυρωδιά. Μη θαφτεί στο χώμα μαζί με τα παιδιά. Άλλοι στολίζουν μνημεία κι άλλοι αρχίζουν προσευχές.
Κι οι ποιητές; Από τα ελληνικά παραδοσιακά μοιρολόγια των μανάδων μέχρι την Annabel Lee του Edgar Allan Poe, τον Victor Hugo και το “Demain, dès l’aube” για την μικρή του Leopoldine, τον Ben Johnson στο “On My First Son” για τον επτάχρονο γιο του , τον William Blake με το “The Little Boy Lost”, παντού φωτιά. Και φωνή.
Η πόρτα του δωματίου των παιδιών για πάντα πλέον ανοιχτή. Τα δωμάτια τακτοποιημένα. Στο σπίτι σιωπή. Καμιά νουτέλα στο ντουλάπι. Ανάγκη για μαλακτικό στα ρούχα καμιά.
Να φεύγουν βέβαια τα παιδιά από τα σπίτια τους. Να μεγαλώνουν και να φεύγουν. Όχι όμως χωρίς γυρισμό.
Μόνο στον πόλεμο οι γονείς θάβουν τα παιδιά τους. Το είπε κι ο Ηρόδοτος. Κι ό,τι φέρνει τη συνθήκη αυτή ομοιάζει με πόλεμο.
Και μετά;
Γονείς που σκίζουν τον αέρα με τη φωνή τους, ανοίγουν στα δύο την γη από την οργή.
Βάζουν φωτιά στο ψέμα ή στέκουν απόμερα σιωπηλοί.Κι οι άνθρωποι γύρω αλληλέγγυοι. Φωνάζουν κι αυτοί. Για κάθε παιδί. Γυρίζουν σπίτι στα παιδιά τους και τα σκάνε με αγκαλιές. Σχεδόν πνίγουν τα παιδιά.
Πριν 18 χρόνια γέννησα ένα παιδί. Κι ένα ακόμα πριν 14. Με κάθε φωτογραφία, κάθε είδηση, κάθε πορεία διαμαρτυρίας για έναν άδικο θάνατο παιδιού σκέφτομαι πώς ξυπνούν οι γονείς κάθε πρωί.
Κι ο χρόνος περνά.
Κι ο άνθρωπος, ω Θεοί, πόσο δυνατός. Συνεχίζει να ζει.
Μετακομίζει τη σχέση του με το παιδί σε ένα άλλο μέρος. Γι’ αυτό ακόμα του μιλά. Κι ο πόνος δεν φεύγει. Είναι μια σκιά που προχωρά πάντα δίπλα του. Κι έρχεται μια καινούργια μορφή ύπαρξης. Μαθαίνει να ζει σε έναν κόσμο που έχει μια απουσία στο κέντρο του. Ένα κενό που δεν μικραίνει. Απλώς μαθαίνει να περπατά γύρω του χωρίς να πέφτει μέσα κάθε μέρα.
Το πένθος ανθίζει. Οι γονείς υποχωρούν σε αυτό. Ο θάνατος δεν είναι πια μια προσωπική προσβολή, μια κοσμική προδοσία. Η θλίψη γίνεται πιο πλούσια, βαθύτερη και πολύπλοκη.
Γράφει ο Cave απαντώντας σε έναν αναγνώστη του Red Hand Files: «Διάβασα αυτό το γράμμα στη Σούζι, και συμφώνησε ότι τα πράγματα καλυτερεύουν με τον χρόνο. Μου υπενθύμισε ότι τα όνειρά της για τον Άρθουρ πριν δέκα χρόνια ήταν τρομακτικά, σαν καμένη γη, γεμάτα ντροπή και δάκρυα. Μου είπε ότι ο Άρθουρ εξακολουθεί να την επισκέπτεται κάθε εβδομάδα. Είναι πάντα στην ίδια ηλικία, γύρω στα δέκα χρόνια. Δεν συμβαίνει κάτι ιδιαίτερο, απλώς κάθεται μαζί της. Μερικές φορές της δένει τα κορδόνια των παπουτσιών. Μερικές φορές της χτενίζει τα μαλλιά. Μερικές φορές σκαρφαλώνει στην αγκαλιά της και τυλίγει τα χέρια του γύρω από το λαιμό της. Μου είπε ότι πρόσφατα είχε ένα όνειρο στο οποίο ο Άρθουρ είχε ένα κουμπί αντί για μύτη, και όταν το πάτησε ένα μικρό μπλε φως αναβόσβησε. Σε αυτά τα όνειρα δεν υπάρχει απελπισία ή μεταμέλεια. Είναι, αντιθέτως, μια αβίαστη χαρά».
Στο κλείσιμο του Φλεβάρη έμειναν τόσοι γονείς ορφανοί. Και μπήκε ο Μάρτης. Με απόλυτο σεβασμό και μεγάλη προσπάθεια ενσυναίσθησης απέναντι στις οικογένειες που έχασαν τα παιδιά τους πάντα θα φωνάζω τον πρωινό χαιρετισμό του Τζίμη Πανούση ξημέρωμα πρώτης μέρας απουσίας του Γρηγορόπουλου:
“Κακή μέρα, κακό μήνα και κακό ψόφο να έχουν οι δολοφόνοι των παιδιών μας”.
Γιατί δεν επιτρέπεται να λείπει ούτε ένα παιδί.

“Ήθελα έναν ταχυδρόμο
Να τον έχω βοηθό
Να μαθαίνω πώς περνάει
Το παιδί μου μοναχό.
Αλλά ποιος ταχυδρόμος
Θα μπορέσει να διαβεί
Τέτοια όρη, τέτοια δάση
Τέτοια θάλασσα φρικτή”
Vina kai Johny – Μητρική Στ-οργή
Ποίημα: Βίνα Σέργη
Μουσική: Γιάννης Μητρούσης
Τραγούδι: Κατίνα Ανδρεάδη
Το παραδοσιακό τραγούδι που ακούγεται, είναι ένα μοιρολόι της Εράτυρας Κοζάνης, σε ερμηνεία της Κατίνας Ανδρεάδη, από τον δίσκο Που ήσαν, περιστερούλα μου… με τιτλο “O ταχυδρόμος”.
Η κυρία Κατίνα είναι μια μάνα που πενθεί ακόμα για τον άδικο χαμό του παιδιού της.
➪ Ακολουθήστε το OLAFAQ στο Facebook, Bluesky και Instagram
“I knew the world it would stop spinning now since you’ve been gone
I used to think that when you died you kind of wandered the world
In a slumber till your crumbled were absorbed into the earth
Well, I don’t think that any more the phone it rings no more”
Nick Cave, Girl In Amber
Παρατηρώ τα πρόσωπα αυτών των ανθρώπων, τα μετρημένα λόγια, τις κραυγές, τις σιωπές και θυμάμαι κάποτε τις ασκήσεις ψυχολογίας σε κάποιο τμήμα ογκολογικού νοσοκομείου με καρκινοπαθή παιδιά και την προσπάθεια μας να προετοιμάσουμε τους γονείς για τον επερχόμενο θάνατο των παιδιών τους. Διαχείριση θανάτου (Death Management) λεγόταν κι από την αρχή ως το τέλος μου φαινόταν ακατόρθωτο.
Εκεί ο θάνατος ενός παιδιού ήταν δεδομένος. Και οι γονείς τον περίμεναν. Κι εκεί αβάσταχτος, αν και αναμενόμενος. Και άδικος. Η αναμονή της συντριβής. Δεν θα ξεχάσω ποτέ αυτή την εμπειρία. Την εμπειρία του να υποστηρίζεις κάποιον που πρόκειται να χάσει ένα παιδί.
“Ποτέ δεν φεύγουν τα νεκρά παιδιά απ΄τα σπίτια τους”, λέει ο Ρίτσος. Αυτό τους έλεγα κι εγώ.
“Τριγυρίζουν εκεί. Mπλέκονται στα φουστάνια της μητέρας τους, την ώρα που εκείνη ετοιμάζει το φαϊ κι ακούει το νερό
να κοχλάζει, σαν να σπουδάζει τον ατμό
και τον χρόνο…
Πάντα εκεί.
Και το σπίτι παίρνει ένα άλλο στένεμα
και πλάτεμα, σάμπως να πιάνει σιγανή βροχή καταμεσής καλοκαιριού
στα ερημικά χωράφια…”
Μπροστά στην ταφή 150 κοριτσιών στο Ιράν δεν μπορώ να σκεφτώ τίποτε άλλο παυσίπονο. Μόνο αυτό το ποίημα.
“Δεν φεύγουν τα νεκρά παιδιά.
Μένουν στο σπίτι κι έχουν μια ξεχωριστή προτίμηση να παίζουν στον κλεισμένο διάδρομο και κάθε μέρα μεγαλώνουν
μέσα στην καρδιά μας,
τόσο που ο πόνος κάτω απ΄τα πλευρά μας
δεν είναι πια απ΄τη στέρηση,
μα από την αύξηση…
Κι αν κάποτε οι γυναίκες βγάζουν μια κραυγή στον ύπνο τους,
είναι που τα κοιλοπονάνε πάλι…”
Ο Παύλος δικαιώθηκε. Αλλά λείπει. Τεράστιος ο αγώνας της μάνας. Και νίκη. 4.3.2026: Ένοχοι όπως και πρωτοδίκως οι 42 κατηγορούμενοι για την εγκληματική οργάνωση της Χρυσής Αυγής.
Μάνα, νίκησες.
Το δωμάτιό του Παύλου, όμως, άδειο. Μεγάλο της θέμα της απόδοσης δικαιοσύνης στους άδικους θανάτους. Και μέρος μεγάλο του πένθους ο αγώνας. Και στην περίπτωση αυτή νίκη ενάντια στον φασισμό. Μα όταν τελειώνει;
Το παιδί ακόμα λείπει.
“Ήσυχα και σιγαλά – Και μ’ όλα τα φιλιά μας,
Γύρισες προς τ’ άγνωστο – Μεσ’ απ’ την αγκαλιά μας“ που έγραφε κι ο Παλαμάς το 1988 για τον Άλκη του.
Μένει αδέσποτη η αγάπη των γονιών χωρίς σώμα να κατοικήσει.
Κι ο χρόνος κινείται πια όχι σε ευθεία γραμμή, αλλά σε κύκλο. Που γυρίζει συνέχεια στην τελευταία φορά.
Το τελευταίο βλέμμα, τις τελευταίες λέξεις, τα “έλα, μαμά”.
Το σχήμα της απουσίας είναι ο κύκλος. Που σε απομακρύνει και σε ξαναγυρνά στην τελευταία αγκαλιά.
Έπεσαν να φάνε την Καρυστιανού. Που είπε θα πολιτευτεί. Δεν θέλω να σκέφτομαι ούτε στιγμή τι είπε για τις αμβλώσεις. Αδιανόητο. Σκέφτομαι μόνο την μάνα που θέλει να ταράξει τη χώρα συθέμελα. Γιατί λείπει η Μάρθη της.
Χλεύασαν τον Nick Cave. Μαλάκωσε λέει από τότε που έχασε τον Arthur. “Τι γλυκανάλατα τραγούδια είναι αυτά; Που είναι ο Cave των Bad Seeds? Τι αμπελοφιλοσοφίες και δράμα είναι αυτό ; Κι άρχισε να μιλάει για τον θεό ”. Πώς όχι; Μονολογώ…
Άλλοι σιωπούν. Άλλοι φωνάζουν. Άλλοι βγαίνουν στους δρόμους. Άλλοι γράφουν τραγούδια. Άλλοι πιέζουν στο πρόσωπο το μαξιλάρι του παιδιού να πνίξουν την κραυγή και δεν αλλάζουν ποτέ τα τελευταία σεντόνια. Να μην δραπετεύσει η μυρωδιά. Μη θαφτεί στο χώμα μαζί με τα παιδιά. Άλλοι στολίζουν μνημεία κι άλλοι αρχίζουν προσευχές.
Κι οι ποιητές; Από τα ελληνικά παραδοσιακά μοιρολόγια των μανάδων μέχρι την Annabel Lee του Edgar Allan Poe, τον Victor Hugo και το “Demain, dès l’aube” για την μικρή του Leopoldine, τον Ben Johnson στο “On My First Son” για τον επτάχρονο γιο του , τον William Blake με το “The Little Boy Lost”, παντού φωτιά. Και φωνή.
Η πόρτα του δωματίου των παιδιών για πάντα πλέον ανοιχτή. Τα δωμάτια τακτοποιημένα. Στο σπίτι σιωπή. Καμιά νουτέλα στο ντουλάπι. Ανάγκη για μαλακτικό στα ρούχα καμιά.
Να φεύγουν βέβαια τα παιδιά από τα σπίτια τους. Να μεγαλώνουν και να φεύγουν. Όχι όμως χωρίς γυρισμό.
Μόνο στον πόλεμο οι γονείς θάβουν τα παιδιά τους. Το είπε κι ο Ηρόδοτος. Κι ό,τι φέρνει τη συνθήκη αυτή ομοιάζει με πόλεμο.
Και μετά;
Γονείς που σκίζουν τον αέρα με τη φωνή τους, ανοίγουν στα δύο την γη από την οργή.
Βάζουν φωτιά στο ψέμα ή στέκουν απόμερα σιωπηλοί.Κι οι άνθρωποι γύρω αλληλέγγυοι. Φωνάζουν κι αυτοί. Για κάθε παιδί. Γυρίζουν σπίτι στα παιδιά τους και τα σκάνε με αγκαλιές. Σχεδόν πνίγουν τα παιδιά.
Πριν 18 χρόνια γέννησα ένα παιδί. Κι ένα ακόμα πριν 14. Με κάθε φωτογραφία, κάθε είδηση, κάθε πορεία διαμαρτυρίας για έναν άδικο θάνατο παιδιού σκέφτομαι πώς ξυπνούν οι γονείς κάθε πρωί.
Κι ο χρόνος περνά.
Κι ο άνθρωπος, ω Θεοί, πόσο δυνατός. Συνεχίζει να ζει.
Μετακομίζει τη σχέση του με το παιδί σε ένα άλλο μέρος. Γι’ αυτό ακόμα του μιλά. Κι ο πόνος δεν φεύγει. Είναι μια σκιά που προχωρά πάντα δίπλα του. Κι έρχεται μια καινούργια μορφή ύπαρξης. Μαθαίνει να ζει σε έναν κόσμο που έχει μια απουσία στο κέντρο του. Ένα κενό που δεν μικραίνει. Απλώς μαθαίνει να περπατά γύρω του χωρίς να πέφτει μέσα κάθε μέρα.
Το πένθος ανθίζει. Οι γονείς υποχωρούν σε αυτό. Ο θάνατος δεν είναι πια μια προσωπική προσβολή, μια κοσμική προδοσία. Η θλίψη γίνεται πιο πλούσια, βαθύτερη και πολύπλοκη.
Γράφει ο Cave απαντώντας σε έναν αναγνώστη του Red Hand Files: «Διάβασα αυτό το γράμμα στη Σούζι, και συμφώνησε ότι τα πράγματα καλυτερεύουν με τον χρόνο. Μου υπενθύμισε ότι τα όνειρά της για τον Άρθουρ πριν δέκα χρόνια ήταν τρομακτικά, σαν καμένη γη, γεμάτα ντροπή και δάκρυα. Μου είπε ότι ο Άρθουρ εξακολουθεί να την επισκέπτεται κάθε εβδομάδα. Είναι πάντα στην ίδια ηλικία, γύρω στα δέκα χρόνια. Δεν συμβαίνει κάτι ιδιαίτερο, απλώς κάθεται μαζί της. Μερικές φορές της δένει τα κορδόνια των παπουτσιών. Μερικές φορές της χτενίζει τα μαλλιά. Μερικές φορές σκαρφαλώνει στην αγκαλιά της και τυλίγει τα χέρια του γύρω από το λαιμό της. Μου είπε ότι πρόσφατα είχε ένα όνειρο στο οποίο ο Άρθουρ είχε ένα κουμπί αντί για μύτη, και όταν το πάτησε ένα μικρό μπλε φως αναβόσβησε. Σε αυτά τα όνειρα δεν υπάρχει απελπισία ή μεταμέλεια. Είναι, αντιθέτως, μια αβίαστη χαρά».
Στο κλείσιμο του Φλεβάρη έμειναν τόσοι γονείς ορφανοί. Και μπήκε ο Μάρτης. Με απόλυτο σεβασμό και μεγάλη προσπάθεια ενσυναίσθησης απέναντι στις οικογένειες που έχασαν τα παιδιά τους πάντα θα φωνάζω τον πρωινό χαιρετισμό του Τζίμη Πανούση ξημέρωμα πρώτης μέρας απουσίας του Γρηγορόπουλου:
“Κακή μέρα, κακό μήνα και κακό ψόφο να έχουν οι δολοφόνοι των παιδιών μας”.
Γιατί δεν επιτρέπεται να λείπει ούτε ένα παιδί.
![]()
“Ήθελα έναν ταχυδρόμο
Να τον έχω βοηθό
Να μαθαίνω πώς περνάει
Το παιδί μου μοναχό.
Αλλά ποιος ταχυδρόμος
Θα μπορέσει να διαβεί
Τέτοια όρη, τέτοια δάση
Τέτοια θάλασσα φρικτή”
Vina kai Johny – Μητρική Στ-οργή
Ποίημα: Βίνα Σέργη
Μουσική: Γιάννης Μητρούσης
Τραγούδι: Κατίνα Ανδρεάδη
Το παραδοσιακό τραγούδι που ακούγεται, είναι ένα μοιρολόι της Εράτυρας Κοζάνης, σε ερμηνεία της Κατίνας Ανδρεάδη, από τον δίσκο Που ήσαν, περιστερούλα μου… με τιτλο “O ταχυδρόμος”.
Η κυρία Κατίνα είναι μια μάνα που πενθεί ακόμα για τον άδικο χαμό του παιδιού της.
➪ Ακολουθήστε το OLAFAQ στο Facebook, Bluesky και Instagram




