Υπάρχει μια σιωπηλή συμφωνία στο σύγχρονο internet: αν δεν μιλάς σε κάμερα, μάλλον δεν υπάρχεις. Κι αν υπάρχεις, βρίσκεσαι πολύ χαμηλά. Στη δεύτερη σελίδα. Εκεί που σήμερα δεν φτάνει καμία ελπίδα, κανένα scroll, κανένας κουρασμένος χρήστης. Η Google δεν ανακοίνωσε ποτέ επίσημα ότι «τελειώσαμε με το κείμενο». Δεν χρειάστηκε. Απλώς άλλαξε τους κανόνες του παιχνιδιού και άφησε τον γραπτό λόγο να κουράζεται μόνος του.

Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μια σαφής και μετρήσιμη μετατόπιση στο οικοσύστημα της Google: ο γραπτός λόγος έχει χάσει σχεδόν κάθε ορατότητα, ενώ το βίντεο έχει αποκτήσει μια προνομιακή θέση τόσο στα αποτελέσματα αναζήτησης όσο και στη συνολική στρατηγική περιεχομένου της εταιρείας. Η εξέλιξη αυτή, βέβαια, δεν είναι τυχαία ούτε έχει κάποια καλαίσθητη δικαιολογία ύπαρξης. Είναι δομική και (οικονομικά) υπολογισμένη.

Η Google εδώ και χρόνια ενσωματώνει όλο και πιο επιθετικά βίντεο στα SERPs (Search Engine Results Pages). Εκεί σήμερα κυριαρχούν βίντεο carousels σε ερωτήματα πληροφόρησης, μια αυτόματη προώθηση περιεχομένου από το YouTube και εκατομμύρια snippets που «απαντούν» με εικόνα και ήχο αντί για κείμενο. Και ποιο είναι το αποτέλεσμα; Τα άρθρα μακράς ανάγνωσης (τα λεγόμενα longreads), οι αναλύσεις και οι έρευνες υποχωρούν σε χαμηλότερες θέσεις ή αντικαθίστανται από σύντομα βίντεο με χαλαρή (ή σχεδόν καμία) τεκμηρίωση.

Αν σήμερα, λοιπόν, δεν μιλάς σε κάμερα, μάλλον δεν υπάρχεις. Αν μιλάς, αλλά αργείς ή κομπιάζεις, πάλι δεν υπάρχεις. Κι αν γράφεις; Ε, τότε γράφεις για σένα. Η Google μπορεί να μην το είπε ποτέ φωναχτά, αλλά το internet το κατάλαβε: το κείμενο είναι πλέον υποστηρικτικό υλικό. Το κυρίως πιάτο παίζει κάθετα, με υπότιτλους και μουσική από library. Και κάπου εδώ μπαίνουν τα κοινωνικά για να ολοκληρώσουν τη δουλειά.

Και κάπως έτσι το βίντεο σταμάτησε να είναι τάση και έγινε ένα τεράστιο οικοσύστημα. Η Google έσπρωξε το YouTube. Το Instagram απάντησε με Reels. Το TikTok πήρε το πράγμα προσωπικά και το έκανε default. Το αποτέλεσμα; Ό,τι κι αν ψάχνεις, ό,τι κι αν σκέφτεσαι, κάποιος σου το εξηγεί ήδη σε 45 δευτερόλεπτα κοιτώντας την κάμερα σαν να σε ξέρει από παλιά.

Βέβαια, σήμερα κανένας δεν σκέφτεται πως αν όντως όλοι αρχίσουν να φτιάχνουν βίντεο και να λένε τη γνώμη τους, το internet του επόμενου χρόνου δεν θα μοιάζει με δημόσια σφαίρα, αλλά με υπαρξιακό πανηγύρι. Ένα ατέλειωτο open mic, χωρίς παρουσιαστή, χωρίς φίλτρο, χωρίς σιωπές. Μόνο πρόσωπα σε κοντινό πλάνο, μάτια που ζητάνε επιβεβαίωση, φωνές που λένε «άκουσέ με» ενώ πνίγονται η μία από την άλλη.

Και στην αρχή θα μοιάζει δημοκρατικό. Όπως είναι δήθεν τώρα. Σχεδόν συγκινητικό… Ο καθένας ένας μικρός φιλόσοφος του καναπέ, ένας προφήτης του TikTok, ένας αναλυτής του τίποτα. Αλλά πολύ γρήγορα η άποψη (και η κάθε άποψη) θα χάσει το ειδικό της βάρος. Όπως τα λεφτά στον υπερπληθωρισμό: όσο περισσότερα κυκλοφορούν, τόσο λιγότερο αξίζουν. Δεν θα ξεχωρίζει πια ποιος μιλάει από εμπειρία και ποιος απλώς γεμίζει τον βαρεμένο χρόνο του.

Το internet έχει γίνει πια θορυβώδες και όχι πιο έξυπνο. Περισσότερη ομιλία, λιγότερη σκέψη. Περισσότερη στάση και πόζα, αλλά λιγότερη διαδρομή μέχρι να φτάσεις σε εκεί. Η κάθε άποψη προηγείται της κατανόησης. Λες κάτι πριν το σκεφτείς, γιατί αν δεν το πεις τώρα, θα το πει κάποιος άλλος με καλύτερο φωτισμό. Και κάπου έρχεται και ο αλγόριθμος σαν ψυχρός επιμελητής έκθεσης, ο οποίος δεν προωθεί τις πιο ουσιαστικές φωνές, αλλά τις πιο εύπεπτες. Όχι εκείνες που αμφιβάλλουν, αλλά εκείνες που είναι σίγουρες πώς είναι σίγουρες. Όχι εκείνες που ρωτούν, αλλά εκείνες που κραυγάζουν. Και η αμφιθυμία, ίσως το μοναδικό ειλικρινές πράγμα που μπορεί να μας έχει απομείνει απέναντι στο σύγχρονο τραγελαφικό «we are all talking heads» θεωρείται πλέον αδυναμία. Ε, ναι, αφού δεν πουλάει καλά…

Παράλληλα, πολύ σύντομα θα δούμε και μια περίεργη κούραση. Οι άνθρωποι θα μιλάνε περισσότερο από ποτέ και θα νιώθουν πιο αόρατοι από ποτέ. Θα ανεβάζουν βίντεο με άποψη για τα πάντα και στο τέλος της μέρας θα αναρωτιούνται γιατί δεν τους άκουσε κανείς πραγματικά. Γιατί, ρε γαμώτο, άλλο το reach κι άλλο η επαφή. Άλλο το view κι άλλο βλέμμα που παίζει.

Το παράδοξο; Μέσα σε όλο αυτό το χάος, η σιωπή είναι η νέα πολυτέλεια. Οι λίγοι που δεν θα μιλάνε συνεχώς, που θα εμφανίζονται σπάνια και με λόγο μετρημένο, ίσως να ακούγονται πιο δυνατά. Όχι γιατί είναι καλύτεροι φυσικά, αλλά γιατί άφησαν ένα κενό γύρω από τη φωνή τους και το κενό, σε έναν κόσμο κορεσμένο και κουρασμένο, αποκτά ξαφνικά ένα πολύ ενδιαφέρον (και καθόλου μηδενιστικό) νόημα.

Δεν θυμάμαι, έχω όμως άποψη…

Δεν θυμάμαι ακριβώς πόσες έρευνες το έχουν πει, ούτε ποια πανεπιστήμια το έχουν τεκμηριώσει – πράγμα ενοχλητικό, γιατί κανονικά τέτοιες πληροφορίες πρέπει να συνοδεύονται από σαφή παραπομπή, έτος δημοσίευσης και, ιδανικά, peer review. Ωστόσο, κάποια στιγμή θυμάμαι να διαβάζω ότι το πρόβλημα με την καλωδιωμένη γενιά μας είναι πως πιστεύουμε ότι η γνώμη μας έχει σημασία. Προφανώς, δεν επρόκειτο για μία μεμονωμένη παρατήρηση. Σήμερα, αρκεί μια στοιχειώδης αναζήτηση στο Google (επειδή τα δεδομένα, αντικειμενικά, υπερισχύουν της διαίσθησης) για να πέσεις πάνω σε δεκάδες μελέτες που υποστηρίζουν ότι τα social media ενισχύουν την ψευδαίσθηση σπουδαιότητας της προσωπικής άποψης. Οι συγγραφείς, οι ερευνητικές ομάδες και τα συμπεράσματα διαφέρουν, το μοτίβο, όμως, παραμένει εντυπωσιακά σταθερό.

Το παράδοξο είναι ότι η θεωρία επιβεβαιώνεται καθημερινά στην πράξη. Σήμερα όλοι στήνονται μπροστά στο κινητό τους και ξεκινούν να μιλάνε. Όχι επειδή έχουν κάτι καινούριο να προσθέσουν, αλλά επειδή μπορούν. Η ύπαρξη κάμερας αντιμετωπίζεται ως επαρκής λόγος έκφρασης. Γιατί να σκεφτείς, γιατί να γράψεις, γιατί να κουραστείς; Εξάλλου η Google θα σε θάψει. Κι έτσι, το γεγονός ότι κάποιος έχει άποψη θεωρείται αυτομάτως απόδειξη ότι αξίζει να ακουστεί.

Και εδώ ακριβώς εντοπίζεται το πρόβλημα: η διάκριση ανάμεσα στο «έχω άποψη» και στο «η άποψή μου έχει σημασία» έχει καταρρεύσει πλήρως. Τα social media δεν δημιούργησαν αυτή τη σύγχυση, απλώς της έδωσαν εργαλεία, φίλτρα και αλγόριθμο. Πολλά. Αν μη τι άλλο, θα πρέπει να παραδεχθούμε πως πρόκειται για ένα εξαιρετικά συνεπές σύστημα: παράγει αδιάκοπα περιεχόμενο που αποδεικνύει ακριβώς τη θεωρία που το περιγράφει. Και ναι, πριν το αναρωτηθεί κανείς, αυτό δεν είναι ειρωνικό. Είναι απλώς στατιστικά προβλέψιμο.

Και έτσι γίναμε όλοι talking heads. Κεφάλια σε κοντινό πλάνο, με φόντο έναν τοίχο, ένα ράφι ή σε μια πιο φιλόδοξη εκδοχή, ένα δέντρο κάπου σε ένα πάρκο, που υπονοεί «εσωτερικότητα». Ειδήμονες των πάντων. Του internet, της Google, των κοινωνικών δικτύων, της πολιτικής, των εικαστικών, της ζωής και του θανάτου. Χωρίς ειδίκευση, χωρίς σιωπή, χωρίς την παραμικρή υποψία ότι ίσως – λέω ίσως – κάποια πράγματα απαιτούν χρόνο πριν ειπωθούν. Και η γνώμη έγινε επάγγελμα χωρίς προϋποθέσεις. Δεν χρειάζεται να ξέρεις, αρκεί να φαίνεσαι σίγουρος. Δεν χρειάζεται να έχεις διαβάσει, αρκεί να έχεις δει τρία βίντεο και να τα συγχωνεύσεις σε ένα τέταρτο, με πιο έντονο τόνο. Γιατί η κάμερα δεν ρωτάει. Και το κοινό σπανίως αμφισβητεί. Όσο, για τον αλγόριθμο, αυτός επιβραβεύει την αυτοπεποίθηση, όχι την ακρίβεια.

Κάποτε οι Talking Heads έκαναν τραγούδια για το άγχος, την αποξένωση, τη σύγχυση του σύγχρονου ανθρώπου. Τώρα απλώς τα ενσαρκώνουμε. Σε κάθετο κάδρο. Σε real time. Και με υπότιτλους, πάντα, έτσι για να μη χαθεί τίποτα από το νόημα ή έστω από την ψευδαίσθησή του κάθε άσχετου που δεν μπορεί να οργανώσει τη σκέψη του ή να εκφέρει σωστά τον λόγο του από το χαρτί που το έχει γράψει και το διαβάζει.

Και το πιο παράξενο ξέρετε ποιο είναι; Όσο περισσότερο μιλάμε, τόσο περισσότερο φαίνεται ότι δεν έχουμε ΤΙΠΟΤΑ να πούμε. Οι λέξεις πολλαπλασιάζονται, το νόημα αραιώνει. Η σκέψη συμπυκνώνεται σε punchlines, και εννοείται η κάθε αμφιβολία κόβεται στο μοντάζ. Κανείς δεν θέλει να δει κάποιον να σκέφτεται…

Οπότε, σκέφτομαι κι εγώ, ότι ίσως τελικά το πρόβλημα δεν είναι ότι όλοι έχουμε άποψη. Αυτό ίσχυε πάντα. Το πρόβλημα είναι ότι το internet μάς έπεισε πως κάθε άποψη αξίζει το ίδιο, αρκεί να χωράει σε ένα λεπτό και να συνοδεύεται από καλό φωτισμό. Κι έτσι, μέσα σε έναν κόσμο γεμάτο φωνές, η σιωπή, αυτή η παρεξηγημένη μορφή σκέψης, μοιάζει όλο και περισσότερο με χαμένο αρχείο.

 

 

 

 Ακολουθήστε το OLAFAQ στο Facebook, Bluesky και Instagram