Ενδεχομένως αυτό να προκύπτει ως meta-διανοουμενίστικο αντανακλαστικό εξαιτίας του τρόπου με τον οποίο τα γεγονότα καταναλώνονται στο σήμερα. Όταν τα ιστορικά δεδομένα λογίζονται ως ιδεολογικές κατασκευές, κι όχι ως πεπραγμένα, όταν το μέλημα είναι το «ένα βήμα μετά», το «κάνε κράτει», ακούς και διαβάζεις διάφορες νουθεσίες αποφόρτισης: «Μη σφιχτεί η καρδιά σου, κάτσε να δούμε τι ήταν όλοι αυτοί». «Τι ήθελαν, τι στόχευση είχαν» ή το πρώτο αντανακλαστικό περί μη αναπαραγωγής: «Κι αν δεν είναι αληθινές. Μη βιάζεσαι».  Να θυμόμαστε, αλλά όχι πολύ. Να συγκινούμαστε, αλλά με μέτρο. Να τιμούμε, αλλά με γνώμονα το ισοζύγιο της μεταπολιτευτικής μας κανονικότητας.

Ευστόχως, ο Αριστείδης Χατζής σημείωσε στο Protagon το εξής: «Η αναζήτηση τεκμηρίων δεν είναι «κυνήγι θησαυρού»· είναι προϋπόθεση ελέγχου των υποθέσεων. Είναι η μόνη άμυνα απέναντι στην αυθαιρεσία της προκατασκευασμένης θεωρίας, που απλώς επιβεβαιώνει ό,τι ήδη πιστεύουμε ή επιθυμούμε να αποδείξουμε (πρόκειται για την πλάνη της αυτοεπιβεβαίωσης). Αν δεν έχεις πηγές ή αν δεν τις αξιοποιείς με μεθοδικότητα και διαφάνεια, τότε δεν παράγεις γνώση, αλλά αναπαράγεις βεβαιότητες. Και αυτό μπορεί να είναι πολιτικά χρήσιμο, μπορεί να είναι ιδεοληπτικά παρήγορο, αλλά δεν είναι Ιστορία». Για να συνεχίσει «Η δημόσια συζήτηση, όπως συχνά συμβαίνει στην Ελλάδα, έσπευσε να παρακάμψει το ουσιώδες. Από τη μια πλευρά, σπεύσαμε να εντάξουμε τις φωτογραφίες σε γνώριμες ιδεολογικές αντιπαραθέσεις. Κάποιοι βιάστηκαν να τις χρησιμοποιήσουν στη σημερινή πολιτική σύγκρουση. Τις μεταχειρίστηκαν εργαλειακά και καιροσκοπικά. Για να μας πούνε τι; Οτι χάθηκε μια ευκαιρία το 1944-1949; Ελεος. Η ιδεολογική χρήση είναι άστοχη αλλά αναμενόμενη και κάπως κατανοητή. Ομως έχουμε και κάτι χειρότερο από την πολιτική εργαλειοποίηση: τη χυδαία προσπάθεια των πολιτικών απογόνων των δωσιλόγων να μειώσουν αυτό που όλοι βλέπουμε. Θα ήταν μεγάλο λάθος, όμως, αν τους καταστήσουμε συνομιλητές. Να τους αφήσουμε στο περιθώριο, εκεί που ανήκουν».

Σαφώς προκύπτουν και περιπτώσεις όπου οι ερμηνείες, υπό το μανδύα του αποστασιοποιημένου, ενίοτε ελιτίστικου, διδακτισμού, οδηγούνται σε κλασικές, μεθοδολογικά αναχρονιστικές, τακτικές μετατόπισης της συζήτησης από το προκείμενο. Κάθε άλλο παρά αντικειμενικές, σκόπιμες προσπάθειες απομείωσης της σημασίας των ιστορικών ορόσημων, με τη χρήση «αντίβαρων» ώστε να μειωθεί το συμβολικό κεφάλαιο συγκεκριμένων θυσιών επειδή αυτές «ανήκουν» στην άλλη αφήγηση. Νομοτελειακά προκύπτει η ειρωνεία της εργαλειοποίησης των δικών μας πεθαμένων vs των δικών σας, ως άλλοθι για την αποϊεροποίηση της αντίστασης. Κι είναι μάλλον παράδοξο το να ζητάς «ψυχραιμία», μόνο και μόνο επειδή σε τρώει η αυταρέσκεια του all eyez on me νηφάλιου δημοσιολόγου, πόσο μάλλον όταν και τα δικά σου εργαλεία μεταχειρίζονται το ίδιο ασπρόμαυρο ταμπλώ. Σκέτη αντιεπιστημονική, κοντόφθαλμη κουτοπονηριά θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς, ακόμη και για περιπτώσεις επιστημόνων που η συμβολή τους στην ιστορική μελέτη είναι αδιαμφισβήτητη.

Στην αρθογραφία όπου η έμφαση (ξε-)φεύγει από τη γερμανική θηριωδία και τον ντόπιο συνεργατισμό και μεταφέρεται στην ιδεολογική στόχευση των θυμάτων, κρύβεται η βαθιά πολιτική επιλογή προσβολής της μνήμης των ανθρώπων που ύψωσαν τις γροθιές τους και βρέθηκαν στο απόσπασμα των αντιποίνων. Ακόμη κι αν αυτό εκπορεύεται από μια γερή δόση κούφιας contrarianism ροπής (ζήτημα υπαρξιακό για όσους τρώγονται με τέτοιου τύπου αδυναμίες), το πως τελικώς καταλήγει ένα τεκμήριο κατοχικής φρικαλαιότητας και κρατικής συνέργειας, να εντάσσεται σε εκτός θέματος πλαίσιο (ή καλοπροαίρετα σε μια ερμηνευτική αναδιάταξη), παραποιεί και θολώνει σκοπίμως το συμπέρασμα. Κακά τα ψέμματα, όσο πιο μακριά στέκεσαι από το αίμα, τόσο πιο εύκολα μπορείς να το μετατρέψεις σε μελάνι για θεωρητικά, νοικοκυρεμένα σχήματα.

Ακόμη κι έτσι, όσο πιο επίμονα επανέρχεται κανείς στις φωτογραφίες, δύσκολα επιτρέπει στις γενικεύσεις της αφήγησης να μεταβάλλουν το χαρακτήρα του κατοχικού εγκλήματος. Ποιος ξέρει; Ίσως το γεγονός ότι στις φλέβες μας κυκλοφορεί αίμα και στα μάτια μας δάκρυα δεν αποτελεί ένα εκρηκτικό λυρικό σχήμα συναισθηματισμού, αλλά μια κατά κάποιο τρόπο βιολογική άμυνα απέναντι στην απονευρωμένη ανάγνωση της θηριωδίας. Στο τέλος, το πρώτο ερώτημα που θα μπαίνει πάντοτε πρώτο στο τραπέζι δεν είναι το αν συμφωνούμε με τους νεκρούς, αλλά πρωτίστως το αν αναγνωρίζουμε τη βαρβαρότητα που τους στέρησε τη ζωή ως απόλυτο γεγονός, πριν αυτό καταστεί «χρήσιμο» ή «σχετικό» για τη βιβλιογραφία.

 

 

 

 Ακολουθήστε το OLAFAQ στο Facebook, Bluesky και Instagram