Ζούμε σε μια εποχή όπου η υπεραπασχόληση και το burntout δεν είναι απλώς μια κατάσταση· είναι τίτλος τιμής. Το «τρέχω», το «δεν έχω χρόνο ούτε να αναπνεύσω», το «θα τα πούμε κάποια στιγμή» ειπώνονται με έναν παράξενο τόνο υπερηφάνειας. Σαν να αποδεικνύουν ότι αξίζουμε, ότι είμαστε απαραίτητοι, ότι η ζωή μας έχει νόημα μόνο όταν είναι γεμάτη μέχρι ασφυξίας. Η κουλτούρα της υπεραπασχόλησης έχει διεισδύσει τόσο βαθιά στην καθημερινότητά μας, που συχνά δεν τη βλέπουμε καν ως πρόβλημα. Τη θεωρούμε φυσιολογική. Αναπόφευκτη. Σχεδόν επιθυμητή.
Από μικρή ηλικία μαθαίνουμε ότι η αξία μας μετριέται με την παραγωγικότητα. Καλός μαθητής, καλός φοιτητής, εργατικός επαγγελματίας, multitasker, διαθέσιμος ανά πάσα στιγμή. Το «δουλεύω πολύ» γίνεται συνώνυμο του «είμαι σημαντικός». Και κάπου εκεί χάνεται η λεπτή γραμμή ανάμεσα στη φιλοδοξία και την εξάντληση. Γιατί άλλο το να αγαπάς αυτό που κάνεις και άλλο το να μην μπορείς να σταματήσεις ούτε όταν το σώμα και το μυαλό σου φωνάζουν.
Η υπεραπασχόληση και το burntout στην ζωή μας
Η υπεραπασχόληση δεν αφορά μόνο τη δουλειά. Αφορά και το πώς γεμίζουμε κάθε κενό της ημέρας μας. Ραντεβού, υποχρεώσεις, κοινωνικές εμφανίσεις, self-improvement, άσκηση, διαρκής ενημέρωση. Ακόμα και η ξεκούραση μπαίνει στο πρόγραμμα, με στόχο να είναι «αποτελεσματική». Αν δεν αποδίδει, αν δεν μας κάνει καλύτερους, πιο ήρεμους, πιο παραγωγικούς, τότε μοιάζει χαμένος χρόνος. Η αδράνεια αντιμετωπίζεται σχεδόν ως ελάττωμα.
Τα social media έχουν παίξει καθοριστικό ρόλο σε αυτή τη νοοτροπία. Βλέπουμε ζωές γεμάτες δράση, επιτυχία, χαμόγελα, ταξίδια, projects. Κανείς δεν ανεβάζει την εξάντληση, την αμφιβολία, τη σιωπή. Έτσι, χωρίς να το καταλαβαίνουμε, συγκρίνουμε τον εσωτερικό μας κόσμο με το επιμελημένο εξωτερικό αφήγημα των άλλων. Και προσπαθούμε να συμβαδίσουμε. Να μη μείνουμε πίσω. Να μη φανεί ότι «χαλαρώνουμε».
H περίπτωση των γυναικών
Ιδιαίτερα για τις γυναίκες, η κουλτούρα της υπεραπασχόλησης έχει και μια επιπλέον διάσταση. Η ανάγκη να τα προλαβαίνουμε όλα: καριέρα, οικογένεια, φροντίδα, κοινωνική ζωή, προσωπική εξέλιξη. Να είμαστε επαγγελματίες, τρυφερές, δυνατές, διαθέσιμες, περιποιημένες. Η κούραση συχνά δεν χωρά σε αυτό το αφήγημα. Και όταν εμφανίζεται, συνοδεύεται από ενοχές. Σαν να κάναμε κάτι λάθος.
Το πρόβλημα είναι ότι το σώμα δεν λειτουργεί με deadlines. Ούτε η ψυχική υγεία ανταποκρίνεται σε λίστες υποχρεώσεων. Το burnout δεν έρχεται ξαφνικά. Χτίζεται αργά, μέσα από μικρές παραχωρήσεις: έναν ύπνο λιγότερο, ένα γεύμα στο πόδι, μια συνάντηση που δεν θέλαμε αλλά είπαμε «ναι». Μέχρι που η εξάντληση γίνεται μόνιμη κατάσταση. Και τότε αναρωτιόμαστε πότε ακριβώς χάσαμε τη χαρά.
Ίσως το πιο ανησυχητικό στοιχείο της υπεραπασχόλησης είναι ότι μας απομακρύνει από τον εαυτό μας. Δεν έχουμε χρόνο να ακούσουμε τι νιώθουμε. Να βαρεθούμε. Να σκεφτούμε. Να υπάρξουμε χωρίς στόχο. Κι όμως, μέσα σε αυτά τα «κενά» γεννιούνται η δημιουργικότητα, η σύνδεση, η ουσία. Όχι μέσα στην αδιάκοπη κίνηση.
Το να επιλέξεις να επιβραδύνεις σήμερα είναι σχεδόν πράξη αντίστασης. Να πεις «δεν θα απαντήσω τώρα», «θα ξεκουραστώ χωρίς λόγο», «δεν είμαι διαθέσιμη συνέχεια». Δεν σημαίνει ότι παραιτείσαι από τα όνειρά σου. Σημαίνει ότι τα σέβεσαι αρκετά ώστε να μην καείς πριν τα φτάσεις. Σημαίνει ότι αναγνωρίζεις την αξία σου πέρα από το πόσα κάνεις μέσα σε μια μέρα.
Η λύση μέσα από την αλλαγή της κουλτούρας
Χρειαζόμαστε επειγόντως μια νέα αφήγηση. Μια κουλτούρα που να επιτρέπει την παύση. Που να μην εξυμνεί την εξάντληση, αλλά τη βιωσιμότητα. Που να μας θυμίζει ότι δεν είμαστε μηχανές παραγωγής, αλλά άνθρωποι με ανάγκες, όρια και συναισθήματα. Γιατί στο τέλος της ημέρας, αυτό που μένει δεν είναι πόσες ώρες δουλέψαμε, αλλά πώς ζήσαμε.
Και ίσως η πιο γενναία ερώτηση που μπορούμε να κάνουμε στον εαυτό μας είναι απλή: αν σταματούσα για λίγο, ποια θα ήμουν χωρίς όλη αυτή τη βιασύνη; Εκεί, μέσα στην απάντηση, μπορεί να κρύβεται η αρχή μιας πιο ήσυχης, αλλά πολύ πιο αληθινής ζωής.
➪ Ακολουθήστε το OLAFAQ στο Facebook, Bluesky και Instagram.





